Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

Τώρα όμως ασήμαντες σωρεύσεις άοσμων φράσεων

(Ασήμαντες
 Απαριθμήσεις
-Τίποτα, λέξεις μόνο για τους άλλους.


Μα πού τελειώνει η μοναξιά;).
                    Μανόλης Αναγνωστάκης, Κάθε πρωί..., Εποχές 3


(Πτώματα λέξεων η μία πάνω στην άλλη, ομαδικός τάφος, ένα γύρω στέκονται στόματα που βγάζουν κορδόνι τις λέξεις, πόσες από αυτές είναι δεμένες στην καρδιά και την ξεριζώνουν, ο κυρ Πέτρος μιλά για την παρελθούσα επανάσταση ίσως και τη μέλλουσα, η κυρά Ευριδίκη για τους παρελθόντες έρωτες ίσως και τους μέλλοντες, εσύ για το άπιστο-ή μήπως ηθελημένα άπιαστο-ιδεώδες ελπίζοντας ότι δε θα γίνει πτώμα, ότι θα σε φωτίζει μέχρι τέλους, κι αν κλείσουν τα στόματα, κι αν σιγήσουν οι λέξεις, θα μείνει άραγε τίποτε, το άδειο τσόφλι που αντηχεί τη μοναξιά, σιγοτραγουδάει ο ποιητής, κι όμως όλα γύρω τόσο ωραία, τόσο αιώνια, οι ήλιοι, τα φεγγάρια, αυτά δεν αναβοσβύνουν λέξεις μυστικά σινιάλα που είναι και δεν είναι ανάλογα με την ορατότητα, ομιχλώδης η ατμόσφαιρα απόψε αλήθεια, αυτά είναι παντός καιρού. Τα στόματα διπλώνονται στα τέσσερα με άψογη τσάκιση, τα στραπατσαρισμένα διορθώνουν τις τσακίσεις με λίγο πρόζακ, ραβασάκια μοναξιάς που δένουν τα πιτσιρίκια στο σκοινί του χαρταετού, κι αυτά όλο ανεβαίνουν, όλο ανεβαίνουν, θα τον φτάσουν κάποτε τον ήλιο, θα το φτάσουν κάποτε το φεγγάρι, κι αν φτάσουν, κι αν ο ήλιος τα ανοίξει, κι αν το φεγγάρι τα ανοίξει, ένα άδειο σβυσμένο θα δει, ένα χαρτί που έξυσε η μοναξιά τα γράμματα, λέξεις που ήταν για τους άλλους, μπορεί και για σένα, τώρα όμως ασήμαντες σωρεύσεις άοσμων φράσεων, μύριζαν τόσο ωραία κάποτε, πού πήγε η ευωδία τους; Και τι άλλο να κάνω από το να σωρεύω λέξεις, αναρωτήθηκε ο ποιητής, σιώπησε κάμποσο είναι η αλήθεια, μα δεν το άντεξε, τον ξεκούφαινε ο αντίλαλος της μοναξιάς του, κόντεψαν να τον πνίξουν τα κορδόνια των λέξεων, τα άπλωνε δίχτυα στη συννεφιά να στεγνώσουν, στα κατά μόνας ούζα στο καφενείο της γειτονιάς, απόκαμε να μην περιμένει ψαριά, τα ψάρια θα σαπίσουν, μάταιο το λοιπόν, έτσι λέει, μα πριν σαπίσουν με κάνουν και νιώθω τόσο μα τόσο άνθρωπος, έτσι είπε και έσπασε τη σιωπή, ανέσυρε και τα παλιά λόγια, τα μηρύκασε κάμποσο, γλυκά σαν ξεραμένα σύκα, έπλασε και καινούρια, λίγα και μετρημένα και ζορισμένα, τίποτα, λέξεις μόνο για τους άλλους, ήδη το ήξερε, τι άλλο εκτός από αυτό. Μα πού τελειώνει η μοναξιά, σταυροκοπήθηκε.

Εκεί που το ξ της θα σου ξύσει και τα τελευταία σου λόγια.)