Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

Μα τόσο λαμπερή

Το τσιγάρο βαριαναστέναζε το στόμα σιωπούσε μια κηλίδα αίμα απλώθηκε στο ταβάνι ουρανό, τα παιδιά γελούσαν, οι γελοίοι δεν πέθαιναν ποτέ από γέλια για τον εαυτό τους, οι αχνοί θλιμμένοι μυρμήγκια πλημμύρα, τίναξε από πάνω σου τη θλίψη, νησάκια αντικατοπτρισμοί αχνοχαράζουν στο σύδεντρο, αιώνιοι ναυαγοί τα κυνηγάμε, κι εγώ, κι εσύ, λουλούδια που θα μείνουν για πάντα μπουμπούκια, που ποτέ δε θ’ ανθίσουν, άκου, γλυκά που κελαηδάνε τα αηδόνια στα σωθικά μας, πουλιά μηχανικά σε σάρκινο κλουβί, να πετάξω, έλα, κάθε πτήση και πτώση  λένε, ποιος νοιάζεται, σαράντα ζευγάρια σιδερένια παπούτσια λιώσαμε τάμα στον άγιο κι ακόμα να πετάξουμε, μόνον στιγμές απλώσαμε φτερά στο βουητό του ποταμού, στο σπίτι του παιδιού, στις πλάτες του πατέρα, στο φλοίσβο της θαλάσσης κάθε δύση κατάδυση στο βλέμμα της ντροπιασμένης που ψάχνει δουλειά καθαρίστριας, μα πιο πολύ στην αγωνία της αν θα την κοιτάξω, κρύβει τα φτερά της κάτω από την αξιοπρέπειά  της, κάθε δύση ζωντανεύουν, παππού γιαγιά, ψάχνετε στα σκουπίδια της λαϊκής, πού πήγε το ρολόι με την καδένα που στόλιζες τις Κυριακές το γιλέκο σου παππού κι ας είχε σταματήσει, βγάζω τα φτερά από την πλάτη, τα διπλώνω αργά και τελετουργικά, τα ραίνω με λεβάντα και τα φυλάω μαζί με όνειρα πτήσεις πτώσεις, τα λυτά μου μαλλιά στην κόψη της μέρας με τη νύχτα, παλιές φωτογραφίες κελαρύσματα σπασμένα παιδικά παιγνίδια ένα κλωνάρι δυόσμο, το γέλιο σου το κλάμα σου το γέλιο μου τον αναστεναγμό μου, αστέρια καρφωμένα στην καρδιά, τον ίσκιο της μουριάς, δες μικρύναμε, χωράμε σε μια δαχτυλήθρα δάκρυα, ασήκωτη θα λένε οι επερχόμενες γενιές, μα τόσο λαμπερή, αγαπημένε.