Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Στον Μανόλη Α… 2012


Κι ήθελε  ακόμη πολύ φως να ξημερώσει στο βλέμμα μας. Σκοτάδι πηχτό κούρνιαζε στα βλέφαρα. Παλεύαμε με την ανάστροφη της παλάμης να το σκίσουμε, παλεύαμε να το ξεπλύνουμε με τις πηγές του νερού που συντηρούσαμε μέσα στις φλόγες, παλεύαμε να το ξορκίσουμε με τα τιμαλφή που φυλάγαμε στις καρδιές μας φυλαχτά και ξόρκια διαλεχτά. Παλεύαμε κι όλο παλεύαμε. Μα εκείνο ξαναγεννιόταν από τις στάχτες του και κάθε φορά μας έκαιγε λίγο το βλέμμα, το φτώχαινε, όμως εμείς εξακολουθούσαμε να βλέπουμε. Να βλέπουμε στόματα φιλιά στο φεγγάρι, χέρια φτερά στα σύννεφα, κόμες λυτές στις θάλασσες, ώτα ευήκοα στους φλοίσβους, λίγους στίχους που χτύπησαν κατάστηθα και απομείναμε ζωντανοί από νεκροί, χαμόγελα μαχαίρια γλυκά στο τραπέζι την ώρα της προσευχής, Βόηθα Θέ μου να αντέξω τα χαμόγελα, έτσι λέγαμε και ξεχνούσαμε πως το τραπέζι ήταν άδειο. Κι όταν ερχόταν η Πείνα, της στρώναμε να κάτσει μαζί μας, Εις το όνομα του Φωτός του επιούσιου, κάναμε το σταυρό μας, μοιράζαμε τον ήλιο μικρά κομμάτια αντίδωρο, δίναμε στην Πείνα το πιο μεγάλο, να την χορτάσουμε να σηκωθεί να φύγει. Έπειτα, έπειτα κρυβόταν ο καθένας στο βλέμμα του και κατάπινε ψίχουλο ψίχουλο το Φως του πλαταγίζοντας τα μάτια από ευχαρίστηση. Και όταν όλοι τελειώσαμε κοιταχτήκαμε αναμεταξύ μας και περιμέναμε με τη χαρά του μελλοθάνατου που του δόθηκε χάρη. Όμως η Πείνα δεν έλεγε να φύγει. Και τότε το αδηφάγο σκοτάδι ξανάρθε να καταπιεί τα βλέμματά μας. Ο Παναγιώτης έκλεισε τα μάτια και πήδηξε μέσα του. Δεν τον ξανάδαμε. Η Εμμανουέλα δεν κουνήθηκε, ήταν ήδη νεκρή. Ο Μίνως άνοιξε τα μάτια ορθάνοιχτα και από τις δυο πλευρές να τον τρυπήσει το σκότος και να βγει από την άλλη. Τον άκουσα που βόγκαγε, δεν κατάλαβα αν βόγκαγε ζωντανός ή νεκρός. Εσύ έβγαλες τα μάτια σου και μου τά’δωσες, πάρ’ τα, μου είπες, έτσι θα αντέξουμε περισσότερο μέχρι το ξημέρωμα, κι ατένιζες τυφλός την ανατολή σου ξαφνιασμένος για το φως σου. Εγώ στόλισα τα μάτια σου στο στήθος να κοιτάνε το σκοτάδι και να το πετρώνουν. Μα  ήταν πηχτό και δεν ένιωθα. Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει κι ο κουρνιαχτός από τις μάχες μας σκέπαζε και δεν βλέπαμε πια ο ένας τον άλλο. Περιμέναμε το ξημέρωμα να μετρηθούμε, πόσοι μείναμε.