Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

Ο χαρταετός



Ο χαρταετός, Γιάννης Μαγκανάρης

Ο παππούς άρπαξε το χαρταετό. Τα γεροντικά μάτια άστραψαν το οκτάχρονο που τριγυρνούσε ξυπόλητο και κουρεμένο γουλί στις αλάνες. Ουρά θέλει, ακούγεται η φωνή του παράξενα παιδιάστικη, πατέρα πόσο σε λατρεύω τις στιγμές που γυρνάς τούμπα το χρόνο σου, που μας αφήνεις να κοιτάξουμε έκθαμβοι παιδιά κι εγγόνια το αγόρι που έφτιαχνε μόνο του χαρταετούς και πέταγε μαζί τους. Ξεριζώνει τα αγριόχορτα εκεί σιμά στο άψε σβύσε τα συμπληρώνει στην ουρά, ανέβα στην μάντρα, μου λέει, κράτα τον εκεί ψηλά που φυσάει καλύτερα, κοιτάω, δώσ’τον μαμά, τα εγγόνια του είχαν προλάβει, πώς μπόρεσαν μια σταλιά να σκαρφαλώσουν, τρεις γενιές στη σειρά, όλοι ξυπόλητα αλάνια με μάτια παράξενα ώριμα, παράξενα παιδικά, τρεις γενιές και πάνωθε μας ο χαρταετός να παίρνει ύψος, ύψος, να μας σηκώνει όλους μαζί του τζαμπί να κρεμόμαστε από τη καλούμπα, αμόλα καλούμπα, αμόλα, ποιος είναι ο παππούς, ποια η κόρη, ποια τα εγγόνια, βλέπουμε από ψηλά το πατρικό ή την αλάνα με τους πιτσιρικάδες πριν εβδομήντα χρόνια, κουκίδες φαινόμαστε από ψηλά, τα πρόσωπα δυσδιάκριτα, τίποτα δεν άλλαξε, τίποτα, κι ας τρέχει ο χρόνος. Αρκεί μια τέτοια στιγμή για να τον εξαφανίσει.

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010

«Αδάμ και Εύα: Από και Προς»-στην αντιπέρα όχθη του Αγίου Βαλεντίνου


Photo: William Vandivert./Time & Life Pictures/Getty Images May 01, 1945

«Τούτο εστί το βλέμμα μου. Πάρ΄το μην κλείνεις τα μάτια. Μη στρέφεις αλλού το πρόσωπο. Άσε με να το αποθέσω στα βλέφαρά σου. Άσε με να στο στολίσω στις ασάλευτες  από τη λήθη κόρες του αγάλματός σου. Να ζωντανέψουν να μάθουν να σαλεύουν να κοιτούν. Να με κοιτάξουν. Λίγο μόνον. Όσο λίγο χρειάζεται μία σφαίρα να σκοτώσει.

Τούτη εστί η πνοή μου. Μισάνοιξε τα χείλη να την ανασάνεις. Άσε την να φυσήξει τα μαλλιά σου. Άσε την να σου ψιθυρίσει στο αυτί λόγια των μικρών απείρων. Το φλοίσβο της θάλασσας και το μαύρο κύμα. Την άλω του φεγγαριού και τον κόκκο της άμμου. Τη μυρωδιά του ξερού χώματος και τη δροσοσταλίδα στο φύλλο της λεμονιάς. Το σφύριγμα του φιδιού και το μάτι του αετού τη στιγμή που το γραπώνει. Την ίδια στιγμή που σφιχταγκαλιασμένα σκοτώνει το ένα το άλλο. Το δάγκωμα του φιδιού.

Τούτο εστί το σώμα μου. Δέξου το. Ταξίδεψε γύρω του πάνω του μέσα του. Αγάπησε το όπως είναι. Όμορφο και άσχημο, πέτρα και λάσπη, ζωντανό και νεκρό.
Άγαλμα που ζωντανεύει, γυναίκα που πετρώνει. Εύπλαστο εύθραυστο στα χέρια σου. Πηλός άμορφος. Δώσε του σχήμα. Κάνε το κόρη του Ευθυδίκου, κόρη των Κυκλάδων, δορκάδα της Άρτεμης, δρυάδα. Γοργώ στην αιγίδα της Αθηνάς. Ασώματη. Αντί για σώμα  βλέμμα που πετρώνει. Πλάσε την γυναίκα πάνω του.
Γαλήνιος κούρος που χαμογελά εις τους αιώνας των αιώνων, σάτυρος ζωώδης και εφήμερος όσο η παντοτινή ζωή. Πλάσε τον άντρα πάνω του.

Τούτη εστί η μνήμη μου. Χάραξε πάνω της. Γραφές αξεδιάλυτες, αρχαίες γλώσσες λησμονημένες, μυστικά τερετίσματα παιδιών που μόνον αυτά καταλαβαίνουν. Γρίφοι που κανείς δε θα καταλάβει ποτέ. Ούτε και εγώ. Χαράγματα μαγικά και ξόρκια να αποδιώχνουν τα τετράγωνα και τους κύκλους και τις κάθετες γραμμές. Καμπύλωσε την. Τη μνήμη. Μου. Τυλίξου μέσα της. Μήτρα για το αγέννητο. Μανδύας της Διηάνειρας, δώρο ακριβό κατάσαρκα να αγγίζει και να λυώνει, την ίδια στιγμή.

Τούτος εστί ο λόγος μου. Άκου τον. Ψίθυροι κορυδαλών την Άνοιξη. Παγωμένα τιτιβίσματα χελιδονιών στο καταχείμωνο. Η σιωπή του ιλίγγου. Οι φωνές απ’έξω που φτάνουν στα αυτιά του κολυμβητή που μετρά την ανάσα του μέσα στο νερό. Το θρόισμα των φύλλων του κισσού. Ο κρότος που κάνουν οι ρίζες όταν μεγαλώνουν. Ο αχός που κάνουν οι ρίζες που ξεριζώνονται. Οι σβώλοι από το χώμα που σκορπάνε καταγής. Άκου τους. Οι τριγμοί του κυκλάμινου όταν ανθίζει. Οι ήχοι των φτερών της πεταλούδας που πρωτανοίγει τα φτερά. Ο συριγμός του βότσαλου που το πετάνε στα βαθιά. Τα ιστία των πλοίων που κυματίζουν πάνω και κάτω από τη θάλασσα. Λόγος άλογος. Σαν βέλος του Διονύσου στην καρδιά της Πυθίας.

Τούτη εστί η ύπαρξη μου. Θεία κοινωνία και πικρό δηλητήριο. Μετέλαβέ την. Όπως μεταλαμβάνω εγώ την δική σου. Με αγώνα γόνιμο. Με αγώνα άγονο. Με αγωνία κάθε ώρα κάθε στιγμή. Άντρα. Γυναίκα. Άκου, τι τούτο εστί.»


Τα κείμενα όταν γράφονται έχουν πάντα ισχύ και αντίκρυσμα μέσα μας. Το ζητούμενο-αν υπάρχει τελικά τέτοιο- είναι να συνεχίσουν να ισχύουν όταν τα ξαναδιαβάσουμε. Τότε μόνον έχουν λόγο ύπαρξης, για τους γράφοντες ή τους αναγνώστες.

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010

Η χιονοθύελλα

 Turner, Snow Storm, c. 1842, Tate Gallery

Η άνοδος στο βουνό. Έλατα, ολίγη βροχούλα, παρακάτω τα πρώτα χιόνια, οι νιφάδες στροβιλίζονται όπως στις φτηνές μα πολύτιμες για τα παιδικά μάτια εικονογραφήσεις τετριμμένων παραμυθιών. Επιστροφή στη φύση εντός του αδιαπέραστου κουβουκλίου του αυτοκινήτου. Μια εκδρομή στα χιόνια. Γελάκια και αστειάκια, οι νιφάδες πυκνώνουν. Ω, η εικονογράφηση στις σελίδες του βιβλίου έγινε πιο επιμελημένη, πιο πειστική. Οι κλάρες των δέντρων λυγίζουν πια από το βάρος του χιονιού, άσπρο παντού, τα σύννεφα βαρειά, μολυβένια, το ντεκόρ το φυσικό εισβάλλει περισσότερο στο κουβούκλιο, πρέπει να ανεβάσουμε τη θερμοκρασία στον κλιματισμό, η χαραμάδα στο παράθυρο κλείνει, ώρα για ιστορίες. Δες μια τίγρη, αλήθεια ζωγραφισμένη, ρωτάς χαμογελώντας, όχι μαμά αληθινή, στάσου να βγούμε να τη χαϊδέψουμε. Ξέρεις τι έπαθε μια τουρίστρια πριν χρόνια, όταν έβαλε το χέρι στο κλουβί να χαϊδέψει ένα τιγράκι; Το έχασε. Ωωω. Όταν τα άγρια ζώα τα βλέπουμε με καπελάκια και γυαλιά σε ταινίες, να μιλούν και να σκέπτονται ανθρώπινα, ξεχνάμε ότι διαφέρουν από το μαχαιρόδοντα το λούτρινο κουκλάκι που αγκαλιάζεις το βράδυ. Η άγρια φύση υπακούει στους δικούς της νόμους, αλίμονο αν τους αγνοήσουμε και νομίσουμε ότι την εξημερώσαμε. Πλάνη. Ή μήπως ύβρη, σκέφτομαι, εντός του αυτοκινήτου, προστατευμένη. Οι ρόδες δεν υπακούν. Πάγος στο δρόμο. Κοιτώ τον ουρανό. Πηχτός και μαύρος πάνω από τα κεφάλια μας. Γιατί άραγε θυμήθηκα αυτήν την νεαρή τουρίστρια που μπέρδεψε το λούτρινο ζωάκι που μέχρι πριν λίγο κοιμόταν μαζί του με την αληθινή τίγρη; Κατεβαίνω και βάζω αλυσίδες. Να προχωρήσω; Ναι, βέβαια, μια εκδρομούλα στα χιόνια, σκι, έλκηθρα, καφές πίσω από τη τζαμαρία, ελεγχόμενη κατάσταση, εντός κουβουκλίου. Προχωρώ. Χιόνι, κι άλλο χιόνι, πυκνώνει. Δε βλέπω σχεδόν τίποτα. Μαμά, πες μας πάλι για την τίγρη. Για την τουρίστρια να σας πω, που αγνόησε τα σημάδια της άγριας φύσης, γιατί πάντα ζούσε στην πόλη και ότι ήξερε για αυτήν ήταν μέσα από ταινίες και χαριτωμένες ζωγραφιές. Το χιόνι μαστιγώνει το παρμπρίζ. Δεν βλέπω τίποτα. Πού πάω; Κάποτε οι άνθρωποι θα περνούσαν για βλαμμένους όλους εμάς που τσούρμα τρέχουμε να γνωρίσουμε σε μια μονοήμερη τη φύση στα χιονοδρομικά. Όλους εμάς που νομίζοντας εντός του κουβουκλίου του αυτοκινήτου ότι την εξημερώσαμε, αγνοούμε τις προειδοποιήσεις της και αλαζόνες εφορμούμε. Είναι αργά για να κάνω πίσω. Αναγκαστικά προχωρώ. Και μαμά, πράγματι η τίγρη έφαγε το χέρι της τουρίστριας; Δεν απαντώ. Ανοίγω το παράθυρο. Με μαστιγώνει η θύελλα. Δε βλέπω τίποτα πια, τίποτα. Ούτε το δρόμο, ούτε τις διαχωριστικές γραμμές, ούτε τα κιγκλιδώματα, ούτε άλλα αυτοκίνητα. Στο κέντρο της θύελλας. Μόνον την άγρια φύση. Δεν ξέρω πού να σταματήσω, δεν ξέρω πια τι διαφορά έχει αν οδηγώ με ανοιχτά ή κλειστά μάτια. Πετώ έξω τα πάνινα ζωάκια που κουβαλάμε στο αμάξι. Κλάματα. Γιατί μαμά; Ναι, η η τίγρη έφαγε το χέρι της τουρίστριας, γιατί ήταν τίγρη και όχι γατούλα. Περάσαμε αυτή τη φορά. Κατά τύχη.

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010

Μενέλαος και Ελένη


Ελένη, John Gibson, π. 1825-30, Victoria & Albert Museum, Λονδίνο

Ο νόστος της Ελένης

Καθρέπτη καθρεπτάκι μου, ποια είναι η πιο όμορφη στην πλάση τούτη; Δείξε μου.

Δυο Ελένες βλέπω, πανώριες, καμμία δεν είμαι εγώ.

Η μία, μέσα στο κάστρο της Τροίας, θωρεί έναν κουρελή ζήτουλα και ζητά να του βγάλει τα κουρέλια με τα λόγια της, να λάμψει από κάτω ο αρσενικός της εαυτός: ο πολύτροπος ο Οδυσσέας. Κατάσκοπος γλίστρησε στο κάστρο που έμελε να ρίξει. Τον είδα, τον ένιωσα. Μα δε μίλησα. Είναι που νόστος βαρύς με τράβαγε πίσω στη Σπάρτη, στο στέρνο το στέρεο του Μενελάου. Με την καρδιά του να βοά ποτάμι πλατύ που τίποτα δεν αλλάζει την ορμή του. Με την καρδιά του να μου ψιθυρίζει φλοίσβους θαλασσινούς. Να ξεμπροστιάσω τον Οδυσσέα δεν ήθελα, αυτόν που μόνος ήξερε πώς να πατήσει της Τροίας το κάστρο. Αυτόν που μόνος ήξερε τον τρόπο το νόστο μου για τη Σπάρτη μου να ακολουθήσω.

Η άλλη, έξω από το κάστρο της Τροίας, θωρεί το Δούρειο τον Ίππο και ζητά να του βγάλει την ψυχή με τα λόγια της, να πεταχτεί έξω από την κούφια κοιλιά του ο Οδυσσεύς και όλο το ασκέρι των αρίστων των Αχαιών, ο καθείς με το δικό του νόστο στο θηκάρι του. Τους πλάνευα παριστάνονοντας το νόστο τους, όμοια έβγαινε από το στόμα μου η φωνή της γυναικός του καθενός τους, μαυλίστρα. Γλυκόλαλη καλούσα τον καθένα με τ’όνομά του χαϊδεύοντάς του τα αυτιά με τη φωνή της γυναικός που χρόνια τώρα στα ξένα μέρη ποθούσε να ακούσει. Είναι που νόστος βαρύς με τράβαγε πίσω στην Τροία, στην κλίνη του αρχοντόπουλου, στο στέρνο το αδύναμο του Πάρη με την καρδιά του μια να βροντά μια να πεθαίνει. Με την καρδιά του να μου διαστέλλει τη ματιά.
Να ξεκοιλιάσω το Δούρειο τον Ίππο ήθελα, να μη μπει ποτέ μέσα στο κάστρο.

Δυο Ελένες βλέπω, πανώριες, πανούργες, δυο Ελένες βλέπω, αδελφές του Οδυσσέα, μα καμμιά τους Οδυσσέας. Οι νόστοι δύο. Εκεί στ’ανάμεσό τους χάνεται η Ελένη μου που ποτέ δεν έγινε Οδυσσέας με τον νόστο του τον ένα τον ακράδαντο, κολλημένο πάνω του δεύτερο πετσί.

Καθρέπτη καθρεπτάκι μου, ποια είναι η πιο όμορφη στην πλάση τούτη; Δείξε μου.


Ο νόστος του Μενελάου

                              Ρωμαϊκό αντίγραφο από ελληνικό πρωτότυπο, Loggia dei Lanzi, Φλωρεντία

Καθηλωμένος εδώ στα αβαθή νερά της ξέρας καταντίκρυ της Αιγύπτου αναμένω τον ούριο άνεμο για τη Σπάρτη μου είκοσι μέρες τώρα, είκοσι μήνες, είκοσι χρόνια. Αναμένω τον έρωτα μιας  Ειδοθέης που θα έρθει από τα βάθη της θάλασσας να φέρει τον ούριο τον άνεμο. Κι όταν έρθει θα μου πει, ξένε, παραείσαι νήπιος, χαλάρωσε ο νους σου ή μήπως κάθεσαι εδώ απολαμβάνοντας τον πόνο των παθών σου; Σύρε να έβρεις τον Πρωτέα μέσα σου, το θαλάσσιο το γέροντα τον άπιαστο, που χίλιες μορφές αλλάζει κάθε είκοσι μέρες, κάθε είκοσι μήνες, κάθε είκοσι χρόνια. Άδραξέ τον γερά, όσο και να σε τρομάζουν τα φίδια και οι δράκοντες και τα λιοντάρια και τα θεριά που βλέπεις στη μορφή του. Μήτε το νερό και η φωτιά που ξέρει να γίνεται για να ξεφύγει ο πανούργος. Μην τον αφήνεις, μήτε αν σε δαγκάσει, μήτε αν σε κάψει, μήτε αν σε πνίξει. Μόν’άντεξε μέχρι να δεις τι θα μείνει στον πάτο. Ωραίο, άσχημο, αυτό είναι όλο, που δε θα αλλάζει πια. Ούτε δράκοντες ούτε φωτιές. Ένας άνθρωπος μικρός μα όχι ζαρωμένος, ένας άνθρωπος ταπεινός μέσα σου, μα όχι φοβισμένος, ο Πρωτέας σου. Τούτος μονάχα ξέρει να σου πει πώς θα κινήσεις από τούτα τα ρηχά που στέκεις θαρρώ είκοσι αιώνες τώρα πια. Τούτος θα σε οδηγήσει στο νόστο σου, τη Σπάρτη σου τη θαυμαστή στα μάτια σου.
Άλλος κανείς. Τούτος θα σου πει πού νά’βρεις την Ελένη.

Πρόσεχε τώρα καλά. Καταμεσήμερο φτάνει ο πανούργος γέρος. Βγαίνει από τη θάλασσα και μετρά στα δάχτυλα μία-μία τις φώκιες του, μπας και ξεφύγει καμμιά, μπας και δε βγουν σωστές στο μέτρημα. Έκανε κόπο να τις συνάξει και τώρα ταμπουρώνεται στο κοπάδι τους. Τούτες κάνουν έναν κύκλο γύρω του κι εκείνος πέφτει στη μέση και κοιμάται τον ύπνο τον δίχως όνειρα, τον ύπνο το θεοσκότεινο μες στο καταμεσήμερο, επαναπαυμένος. Να, πάρε τούτο το πετσί της φώκιας. Ρίξ’το πάνω σου να μη σε νιώσει απαρχής. Η αποφορά του τομαριού βαριά. Μπαίνει από τα ρουθούνια στα σωθικά σου και είναι ώρες που δεν θα αντέχεις, που θα θες να το βάλεις στα πόδια. Ο Πρωτέας σου να τρέφεται από τις φώκιες που συνάθροισε κι εσύ να τις μισείς. Στάσου εκεί δα. Μέχρι τον πάτο, μέχρι να εξαντληθεί, να μην μπορεί άλλη μορφή να πάρει. Τότε πια χαλάρωσε τα χέρια σου γύρω από τον λαιμό του κι αφουγκράσου τον, τι έχει να σου πει. Πώς θα βρεις τη σωτήρια τη λύση, να κινήσεις επιτέλους για το νόστο σου. Άσε λοιπόν τους θρήνους. Ψάξε τη μορφή σου και κίνα για την Ελένη σου και το σπιτικό σου.

Έτσι τά’λεγε η Ειδοθέη, έτσι τα άκουσα, έτσι τα’κανα. Τον εβρήκα τον Πρωτέα τον πολύμορφο το γέροντα, εκεί καταμεσής της μέρας μου. Άλλος τρόπος δεν ήτανε να ξεκολλήσω από τα αβαθή, από τις φώκιες που εμμονικά μετρούσα, από το θρήνο για την Ελένη που ποτέ δε θά’βλεπα, από τη Σπάρτη που ποτέ δε θα αντίκρυζα στα κατάβαθα της ψυχής μου. Από το θολό καθρέπτη που κοιταζόμουνα εκεί δα στα ήσυχα νερά της ξέρας. Που παρότι ήσυχα δεν μπορούσα να κινήσω.
Και κίνησα.

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010

Συνομιλία του εμβρύου με τη ζωή, λίγο πριν γεννηθεί

 

-Μ’αγαπάς;
-Σ’αγαπώ.
-Φοβάμαι.
-Κι εγώ.
-Θα πάμε μαζί στ’αστέρια;
-Είμαστε στ’αστέρια.
-Θα πάμε μαζί στην άβυσσο;
-Τα αστέρια βρίσκονται στη σκοτεινιά της αβύσσου.
-Κι αν με προδώσεις;
-Κι αν σε προδώσω;
-Τότε τι;
-Τότε τα αστέρια πάντα θα βρίσκονται στη σκοτεινιά της αβύσσου.
-Ποια είσαι;
-Ποιος είσαι;
-Ποιος είμαι;
-Ποια είμαι εγώ;
-Δεν ξέρω ούτε για σένα, ούτε για μένα.
-Ποιος ξέρει;
-Τα αστέρια και η σκοτεινιά της αβύσσου.
-Βαρέθηκες τις ερωτήσεις;
-Βαρέθηκα τις τελεσίδικες απαντήσεις.
-Τι είσαι ερώτημα ή απάντηση;
-Είμαι ένα αναπάντητο ερώτημα.
-Φοβάμαι τα αναπάντητα ερωτήματα.
-Εσύ τι είσαι;
-Είμαι ένα αναπάντητο ερώτημα.
-Φοβάμαι τα αναπάντητα ερωτήματα.
-Το ξέρω πως φοβόμαστε τους εαυτούς μας.
-Πού να με ψάξω να με αδράξω;
-Πού να σε ψάξω να σε αδράξω;
-Εγώ πού να σε ψάξω;
-Δεν ξέρω, ίσως στ’αστέρια και στη σκοτεινιά της αβύσσου.
-Μια ζωή δε με φτάνει, είναι αμέτρητα τα αστέρια, άπατη η άβυσσος.
-Να ζήσουμε αμέτρητες ζωές και άπατες αβύσσους.
-Γίνεται;
-Γίνεται.
-Κι οι μαύρες τρύπες που καταπίνουν αστέρια;
-Κι οι άβυσσοι που φωτίζονται από αστέρια;
-Πότε θα τελειώσουν οι ερωτήσεις;
-Όταν βρεθούν απαντήσεις.
-Δηλαδή ποτέ;
-Δηλαδή ποτέ.
-Μ’αγαπάς;
-Μέχρι να βρεθούν απαντήσεις.
-Εσύ;
-Μέχρι να σταματήσουν οι ερωτήσεις.

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010

Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων-μία πρώτη ανάγνωση


«Οι περιπέτειες της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων», Λιούις Κάρολ, εικονογράφηση Ρόμπερτ Ίνγκεν, εκδ. Πατάκη, 2009

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να διαβάσει κανείς ένα καλό παιδικό παραμύθι. Από τα πιο πολυεπίπεδα αναγνώσματα φαντάζει το έργο του Λιούις Κάρολ.

Η Αλίκη εισέρχεται στη Χώρα των Θαυμάτων, έναν κόσμο ζωόμορφων πλασμάτων ή ενσαρκωμένων μορφών-όπως τα τραπουλόχαρτα-. Μόνες ανθρώπινες μορφές η ίδια και ο Κάπελας. Η συμπεριφορά του τελευταίου δε διαφέρει και πολύ από των ζώων, συνεπώς η Αλίκη είναι ο μόνος άνθρωπος. Κατά το ταξίδι της διαπιστώνει ότι από την παράξενη αυτή χώρα απουσιάζουν οι έννοιες της λογικής, της συνέπειας, του νοήματος των πράξεων και ότι επικρατούν οι ανατροπές. Με άλλα λόγια η Αλίκη ενηλικιώνεται. Η σταθερότητα και η ασφάλεια του παιδικού κόσμου καταρρίπτονται. Η ίδια αλλάζει δραματικά στη Χώρα της Ενηλικίωσης. Ψηλώνει υπερβολικά και μικραίνει υπερβολικά. Μεγαλύνεται και νιώθει δυνατή ή κατακρημνίζεται και αισθάνεται αδύναμη. Άλλοτε κρίνει πως το ύψος της θα φοβίσει τα πλάσματα που συναντά και επιλέγει να μικρύνει, για να επικοινωνήσει μαζί τους. Άλλοτε πως πρέπει να μεγαλώσει για να τα φτάσει και να τη δουν. Ανακαλύπτει ακόμα πως δεν πρέπει να τα φοβίζει όντως απολύτως αυθόρμητη και ειλικρινής. Όταν επιμένει να μιλάει στον ποντικό για τη γάτα της, εκείνος φεύγει φοβισμένος. Καταλαβαίνει επίσης, όταν έχει ψηλώσει αρκετά, πως δεν έχει λόγο να φοβάται τη Βασίλισσα της τράπουλας, γιατί δεν είναι παρά ένα τραπουλόχαρτο. Έτσι μεμιάς τα τραπουλόχαρτα γίνονται μία κοινή ασήμαντη τράπουλα χωρίς καμμία εξουσία επάνω της. Άλλοτε πάλι κονταίνει το σώμα της και μακραίνει ο λαιμός της. Είναι λοιπόν δυσανάλογη, δε βρίσκεται σε αρμονία. Ούτε μικρή, ούτε μεγάλη. Απλά δυσαρμονική να μην μπορεί να αντιμετωπίσει ούτε τα ύψη ούτε τα βάθη. Με όλες αυτές τις αλλεπάλληλες αλλαγές καταλήγει και η ίδια να αναρωτιέται ποια είναι. Απώλεια ταυτότητας λοιπόν. Ούτε εδώ ούτε εκεί.

Ταυτότητα αποκτά μόνον όταν βγαίνει από τη Χώρα των Θαυμάτων και επανέρχεται στον κόσμο της παιδικότητας, εκεί που όλα φαντάζουν σταθερά και δίχως ανατροπές, παραμυθικά και παραμυθητικά. Βεβαίως ο συγγραφέας δε μένει εκεί. Η Χώρα των Μεγάλων, κατ’αυτόν Χώρα των Θαυμάτων, είναι ένας τόπος διαρκών ανατροπών-και πώς γίνεται αλλιώς-, αλλά δίνει και μία καθησυχαστική διέξοδο. Η αδελφή της που δεν εισείλθε στη Χώρα των Θαυμάτων-άρα υπάρχουν και τέτοιοι ενήλικοι- τη φαντάζεται στο τέλος του έργου ως μεγάλη που όμως δραπετεύει στη Χώρα των Παιδιών, τη χώρα των μη ανατροπών. Το ταξίδι προς δύο κατευθύνσεις λοιπόν. Ο ενήλικος πια δραπετεύει για λίγο στη Χώρα των Παραμυθιών αναζητώντας ταυτότητα στον τρόπο που έχουν τα παιδιά να βλέπουν τα πράγματα. Στο έργο το τελευταίο αυτό κεφάλαιο καταλαμβάνει πολύ μικρό χώρο αναπόφευκτα. Η θητεία της Αλίκης στον κόσμο των μεγάλων, τον κόσμο των διαρκών μετατοπίσεων προς τα ύψη και τα βάθη είναι πολύ εκτενέστερη από τη θητεία της στον κόσμο της παιδικής νηνεμίας. Η επίγευση σαφής: ποιο από τα δύο είναι το ταξίδι; Εξαρτάται από το ποιος κατά περιόδους και περιστάσεις είσαι: η Αλίκη, η Βασίλισσα, ο Κάπελας, ή κάποιος από τους ζωόμορφους ανθρώπους-ανθρωπόμορφα ζώα; Διότι αν κανείς θεωρήσει ότι του «ταιριάζει» μόνιμα γάντι κάποιος από τους ρόλους και άρα παγιωθεί σε αυτόν, τότε μάλλον ακυρώνει το νόημα όλου του έργου: την ειλικρινή πορεία των αναπόφευκτων ανατροπών.

Πέραν τούτου η Αλίκη έχει να αντιμετωπίσει ναι μεν ανθρωπόμορφα πλάσματα, αλλά όχι ανθρώπους. Αναρωτιέται λοιπόν ο αναγνώστης γιατί. Τι είναι αυτό που διακρίνει τον άνθρωπο από το ζώο. Πρώτα από όλα, κατά το συγγραφέα, τα ζώα δεν αλλάζουν. Ούτε μεγαλώνουν, ούτε μικραίνουν. Είναι αυτά που είναι σταθερά με σαφή επίγνωση της ταυτότητας και του ρόλου που καλούνται να παίξουν σε αυτή την κοινωνία των Θαυμάτων. Ο Λαγός είναι πάντα ένας αργοπορημένος λαγός με εμμονή στην ώρα και υπηρέτης αξιοπρεπής πλην όμως υπηρέτης της Βασίλισσας, η Βασίλισσα είναι μόνιμα αυταρχική με μόνη πρόταση ζωής το «αποκεφαλίστε τον», αν και ποτέ δεν αποκεφαλίζει κανέναν γιατί θα έμενε πολύ σύντομα δίχως υπήκοους. Ο Λαγός Μάρτης, όπως και ο Κάπελας-ο μόνος πλην της Αλίκης άνθρωπος που όμως κυρίαρχο χαρακτηριστικό του είναι τα καπέλα που εμπορεύεται, άρα η δουλειά του- έχουν κολλήσει για πάντα στις έξι ή ώρα το απόγευμα υποχρεωμένοι δια παντός να πίνουν τσάι. Η Ψευτοχελώνα κλαίει και οδύρεται απομονωμένη, γιατί μόνον εκεί βρίσκει λόγο ύπαρξης και αναγκάζεται ανεπιτυχώς να επινοήσει το λόγο του οδυρμού. Τα τραπουλόχαρτα τρέμουν το μένος της Ντάμας Κούπας, αιώνιοι υπήκοοι μιας μορφής που δεν τους περνάει ποτέ από το μυαλό να αμφισβητήσουν. Και πάει λέγοντας. Μόνον η γάτα του Τσέσαρ διαφέρει. Εμφανίζεται και εξαφανίζεται όποτε θέλει, μα μόνος της σκοπός ο κυνικός σχολιασμός των τεκταινομένων, όχι η συμμετοχή σε αυτά. Ειρωνία εκ τους ασφαλούς. Από αυτήν την άποψη δε διαφέρει και πολύ από την αδελφή της Αλίκης-αν εξαιρέσουμε βέβαια την κυνική στάση- που ποτέ δεν βρέθηκε στη Χώρα των Θαυμάτων, ποτέ δεν μπήκε στο παιγνίδι της Ζωής. Στα πλάσματα αυτά η ταυτότητα σταθερή, ανατροπές δεν υπάρχουν. Μήπως και ανεξέλικτα; Επιπλέον δεν μπορεί κανείς να μην προσέξει πως παρελαύνει μία πλειάδα τέτοιων όντων, αλλά μόνον μία Αλίκη. Η Χώρα των Διαρκών Ανατροπών και του συνεπακόλουθου κλονισμού της ταυτότητας, η Χώρα της απώλειας της ταυτότητας, του μόνου δρόμου κατά Κάρολ που οδηγεί στην αυτογνωσία, δεν επιλέγεται από όλους.

Η Χώρα των Θαυμάτων όμως είναι και χώρα του Παραλόγου για την Αλίκη και μόνον για αυτή. Αν δε θεωρούσε παράλογα τα όσα βλέπει και ακούει, δε θα προχωρούσε στην αμφισβήτησή τους. Συνέπεια τούτου, ότι ενώ εμφανώς προσπαθεί να συμβιώσει και να επικοινωνήσει, ούτε καταλαβαίνει, ούτε την καταλαβαίνουν. Αδυναμία επικοινωνίας λοιπόν. Δε φτάνει που αλλάζει διαρκώς και αναρωτιέται ποια είναι τελικά, έχει να αντιμετωπίσει και τη μοναξιά. Αυτό δεν την πτοεί. Διαρκώς προσπαθεί να καταλάβει, αλλά και διαρκώς μετατοπίζεται εντός του παράλογου κατ’αυτήν κόσμου, ο οποίος τελικά την πλάθει. Η αδελφή της που δεν ακολούθησε το λαγό στη δίοδο προς τη Χώρα των Ενηλίκων, ούτε αλλάζει, ούτε πλάθεται, μένει στατική, ανεξέλικτη, με κέρδος διόλου αξιοκαταφρόνητο: ποτέ δεν ένιωσε μόνη σε έναν παράλογο κόσμο που δεν καταλαβαίνει. Αλλά και ποτέ δε μεγάλωσε. Σε αυτά τα πλαίσια δεν απορεί κανείς που ο Λιούις Κάρολ ήταν μαθηματικός και έγραψε, καθώς φαίνεται, μόνον αυτό το έργο και μία συνέχεια του, το «Τι είδε η Αλίκη μέσα από τον καθρέπτη». Η λογική υπάρχει, μόνον που είναι διαφορετική για καθένα από τα πρόσωπα του έργου, ένα κλειστό σύστημα που αφορά καθέναν προσωπικά. Είναι λοιπόν θέμα οπτικής η λογική. Από άλλη οπτική γωνία φαντάζει παράλογη.

Το ταξίδι σε αυτό το κείμενο δεν εξαντλείται εύκολα. Κάθε λέξη του σχεδόν είναι ένα θέμα που αξίζει τον κόπο να μείνει κανείς. Εξαιρετικά πυκνό ανάγνωσμα που απαιτεί πολλές αναγνώσεις. Κάθε φορά ανακαλύπτει κανείς κάτι διαφορετικό. Εδώ δεν παρατίθεται παρά η εντύπωση από μία πρώτη προσέγγιση.

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

Οι Δραπέτες της Σκακιέρας



Οι Δραπέτες της Σκακιέρας graphic novel του Ευγένιου Τριβιζά σε εικονογράφηση Ράνιας Βαρβάκη (εκδόσεις Καλέντη) είχε ανέβει το 1998-9 διασκευασμένο από το συγγραφέα σε λιμπρέτο όπερας στην Εθνική Λυρική Σκηνή με μουσική του Γιώργου Κουρουπού. Το βιβλίο κυκλοφορεί και συνοδεία του μουσικού cd.

Πρόκειται για μια θαυμάσια ιστορία απλή σχετικά στη σύλληψη, αλλά όχι απλοϊκή, πράγμα αρκετά δύσκολο σε παιδικά αναγνώσματα. Ο Τριβιζάς ξέρει αναμφισβήτητα να μαγεύει μικρούς και μεγάλους σε πολλά έργα του και να κρατά το επίπεδο πάνω του μέσου όρου ακόμα και σε κείμενά του που δεν είναι παρά γραμμή παραγωγής. Το εν λόγω ανάγνωσμα πάντως ξεχωρίζει.

Δύο πιόνια, η Λευκή Βασίλισσα και ο Μαύρος Αξιωματικός με κινητήριο δύναμη τον έρωτα αποφασίζουν να δραπετεύσουν από τη σκακιέρα αγνοώντας αν υπάρχει τίποτα άλλο έξω από αυτήν και πίσω από τα κλειστά παραθυρόφυλλα του σπιτιού. Όχημά τους το τρένο των πλήκτρων. Η μικρή Νεφέλη παίζει μουσική στο πιάνο, τα πλήκτρα του οποίου γίνονται τρένο που τους μεταφέρει πάνω σε μια φεγγαραχτίδα, που τρυπώνει ανάμεσα από τις γρίλιες. Οι δραπέτες ανακαλύπτουν έναν υπέροχο κόσμο μακριά από τη σκακιέρα, πλην όμως τα άλλα πιόνια στέλνουν το βαλσαμωμένο γεράκι που επί τούτου ζωντανεύει να τους κυνηγήσει και να τους φέρει πίσω, ώστε να αποκατασταθεί η τάξη που διασαλεύθηκε. Μόνη τους ελπίδα να ξεφύγουν ο γλάρος των μικρών απείρων, ο μόνος που γνωρίζει να τους πει πού βρίσκεται η πύλη του ουράνιου τόξου. Αν την περάσουν μαζί θα σωθούν. Μετά από πολλές περιπέτειες το γεράκι σκοτώνει το γλάρο των μικρών απείρων και τους επιστρέφει στη θέση τους στη σκακιέρα. Όμως τελικά πέφτουν στις φλόγες του τζακιού που κάτι τους ψιθυρίζουν και ανακαλύπτουν πως εκεί, μέσα στη φωτιά βρίσκεται η πύλη του ουράνιου τόξου. Την διαβαίνουν και  με μιας γίνονται πολύχρωμοι απαλλαγμένοι από το φόβο των αυλικών, του γερακιού και των εξήντα τεσσάρων κελιών της σκακιέρας.


Η πρωτοτυπία δεν έγκειται στο μήνυμα ότι το νόημα βρίσκεται στην υπέρβαση των ορίων. Αυτό λίγο πολύ, τουλάχιστον θεωρητικά, οι ενήλικοι το κατέχουν, αν και τα παιδιά, στα οποία απευθύνεται το έργο, ακόμα το αγνοούν. Η εξέλιξη, του πολιτισμού, των επιστημών, της προσωπικής διαδρομής, η δημιουργία φτάνει, ίσως, κάποτε, αν φτάσει, στα κατεστημένα όρια και εκεί σταματά. Μόνη διέξοδος η υπέρβαση των ορίων της σκακιέρας. Ο Γαλιλαίος, αν δεν είχε υπερβεί τα όρια, δε θα είχε ανακαλύψει ότι η γη γυρίζει. Οι ποιητές αν δεν υπερέβαιναν το λόγο δε θα έγραφαν ποιήματα. Το έμβρυο, αν δεν υπερέβαινε τη μήτρα, δε θα γεννιόταν. Οι Χριστοί, αν δεν υπερέβαιναν το εγώ τους, δε θα θυσιάζονταν. Οι απλοί άνθρωποι, αν δεν σπάγανε τα ζωικά τους όρια θα έμεναν δίποδα. Το κύμα, αν δεν ξεπέρναγε τα όρια της προκυμαίας δε θα ταξίδευε στη στεριά.

Η πρωτοτυπία δεν βρίσκεται καν στο γεγονός ότι ο συγγραφέας αναγνωρίζει το τίμημα για αυτήν την υπέρβαση. Οι αυλικοί, οι εναπομείναντες στη σκακιέρα απαιτούν τη σύλληψη και την τιμωρία των φυγάδων. Ο Τριβιζάς ως εγκληματολόγος εξάλλου γνωρίζει καλά ότι η υπέρβαση των ορίων όχι μόνον τιμωρείται από τους εγκλωβισμένους, αλλά όταν δε στοχεύει στην ελευθερία εσωτερική και εξωτερική, μα στην ασυδοσία θεωρείται και είναι έγκλημα. Εδώ όμως δεν μιλάει για εγκλήματα. Μιλάει για απόπειρα ανάτασης. Το γεράκι, φρουρός της ηθικής ή όποιας άλλης τάξης που έχουμε θέσει εαυτούς ή μας έχουν θέσει, επαγρυπνεί. Γεράκια υπάρχουν πολλά. Γεράκια που έρχονται από έξω.Ορατά. Γεράκια που έρχονται από μέσα μας. Τα πιο αρπακτικά, αυτά. Τα πιο επίμονα, τα αθέατα.

Η  πρωτοτυπία βρίσκεται στην έλλειψη αφέλειας. Οι δραπέτες τολμούν, ναι, κι αυτό ακόμα εύκολο δεν είναι. Φόβος τους κατατρύχει και θλίψη. Αλλά το γεράκι τους γραπώνει. Αλλά το γεράκι σκοτώνει το γλάρο των μικρών απείρων, αυτόν που περιμένουν στην ακτή να τους πει το μεγάλο μυστικό. Αυτόν που κανείς δεν ξέρει πότε μπορεί να έρθει, κάθε τρία δειλινά, κάθε χίλια χρόνια, κάθε είκοσι λεπτά. Αλλά το γεράκι τους ξαναγυρίζει στη σκακιέρα. Εκεί που δύο χέρια τους στήνουν, τους πιάνουν τους αφήνουν. Η Λέσχη του Στρατή Τσίρκα σε παιδική έκδοση. Ούτε κι εκεί τα ζωντανά «πιόνια» ξέφυγαν από τις προβλέψεις μίας λέσχης που στοιχημάτιζε εν αγνοία τους για τα επόμενα βήματα της ζωής τους. Βεβαίως εδώ τα πιόνια της σκακιέρας δεν έχουν τη φρεναπάτη της ελεύθερης βούλησης. Οι σκακιστές είναι ορατοί. Βεβαίως εδώ τα πιόνια όντως δραπετεύουν έστω και για λίγο. Δεν μένουν εγκλωβισμένα. Τολμούν. Ελπίζουν. Παλεύουν. Ηττώνται.

Πρόκειται όμως για παιδικό έργο. Εδώ δεν έχει θέση η τραγική ήττα. Ο συγγραφέας το γνωρίζει. Ξέρει ότι ο Γέρος του Χεμινγουέυ πρέπει να αποπειραθεί να βγάλει στην ακτή το τεράστιο ψάρι όνειρο ζωής, ακόμα κι αν κατέχει καλά πως είναι μάταιο, καθ’οδόν θα το κατασπαράξουν οι καρχαρίες. Προχωράει όμως και λίγο παραπέρα. Η Λευκή βασίλισσα και ο Μαύρος Αξιωματικός περνούν τελικά την πύλη του ουράνιου τόξου. Πέφτουν στη φωτιά με φόβο. Η σωτηρία έρχεται δια πυρός και σιδήρου. Το γεράκι δεν μπορεί πια να τους φτάσει στον πολύχρωμο κόσμο. Μόνον στον ασπρόμαυρο.  Happy end λοιπόν. Ευτυχισμένοι μικροί και μεγάλοι τελειώνουμε το βιβλίο. Η τάξη αποκαταστάθηκε. Την Ιθάκη μας τη φτάσαμε. Εδώ γεράκια αυλικοί θλίψη και Ποσειδώνες δε φτάνουν. Είμαστε ασφαλείς εντός της νέας τάξης πραγμάτων. Για πάντα.


Κι αν το παιδάκι σας καρφώσει ξάφνου σε ανύποπτο χρόνο το βλέμμα στο τζάκι και μονολογήσει χωρίς να περιμένει απάντηση, «μα καλά εσύ μαμά πιστεύεις ότι τη βρήκαν για πάντα την πύλη του ουράνιου τόξου, άλλα γεράκια δε θα συναντήσουν;», αγνοείστε το. Αυτά είναι για παιδικές ψυχές που ξέρουν ότι οι δραπέτες θα προσπαθούν ξανά και ξανά. Κάθε φορά να υπερβούν τα νέα όρια. Γιατί τα παιδιά ποτέ δεν είναι αφελή. Το παραμύθι του κυρίου Τριβιζά που μιλά για τα όρια και την υπέρβασή τους, το κατάλαβαν πολύ καλά. Το στρογγύλεμα του ευτυχισμένου οριστικού τέλους το έκανε ο συγγραφέας για τους μεγάλους. Όχι για τα παιδιά. Σίγουρα όχι για αυτά. Ακόμα.

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

Το καραβάκι και το δέντρο - Χριστουγεννιάτικο παραμύθι


Singing around the Tree, St Michael's Mount, Joanne Short

Κάποτε ήταν ένα καραβάκι. Άνοιγε τα πανιά του και ταξίδευε. Απολάμβανε τις μπουνάτσες, πάλευε τις φουρτούνες, έβρισκε απάγγιο σε θαλασσινές σπηλιές όταν κουραζόταν από το ταξίδι του, φούσκωνε τα πανιά του όταν σπάνια στο διάβα του απαντούσε άλλο πλεούμενο, με ένα λόγο αρμένιζε μεσοπέλαγα. Ποτέ του δε σταμάτησε για να σκεφτεί γιατί ταξιδεύει, πού μαθές πηγαίνει, γιατί τέλος πάντων ρίχνεται στα κύματα και τις νηνεμίες. Ήταν δα φυσικό. Καραβάκι ήταν, πλασμένο το λοιπόν να ταξιδεύει. Το σκαρί του γερό, αν και κάμποσες φορές χειάστηκε ν’αλλάξει τα ξάρτια και να μπαλώσει τα πανιά του, αν και κάμποσες φορές βγήκε στη στεριά για καλαφάτισμα.

Μια παραμονή Χριστουγέννων αγνάντεψε από μακριά ένα δέντρο στολισμένο. Δεν το είχε ποτέ του προσέξει μέχρι τότες πως υπάρχουν και άλλα ξύλα, που δεν αρμενίζουν, μα στέκουν σ’όλη τους τη ζήση ακίνητα σ’ένα μέρος, ριζωμένα βαθιά. Για δες, υπάρχουν ξύλα έτσι όπως τα έπλασε η φύση, αδούλευτα και ασάλευτα να βλέπουν το ίδιο μέρος, το ίδιο κομμάτι τ’ουρανού, το ίδιο χώμα κάτωθε τους, να περιμένουν τη βροχή να τα ραντίσει αντί να τρέχουν ξοπίσω από τα σύννεφα. Το καραβάκι απόρρησε και πιότερο ανάσανε με ανακούφιση που δεν ήταν το ίδιο έτσι στενεμένο σε δυο οργιές χώμα. Θες όμως η περιέργεια, θες τα φανταχτερά γιορτινά στολίδια του δέντρου, χωρίς πολύ σκέψη δοκίμασε να το πλησιάσει.

Τι χαρά ήταν αυτή που δοκίμασε, όταν είδε πως μπορούσε ν’αρμενίζει και στον ουρανό! Μέθυσε και παραλίγο να αποξεχαστεί πετώντας όλο και πιο ψηλά, όλο και πιο πάνω, μέχρι που το δέντρο ίσα που φαινόταν. Λαμπύριζαν τα στολίδια του στον ήλιο, έτσι φορτωμένο που ήταν χρονιάρες μέρες. Πέταξε, πέταξε το πολυτάξιδο σκαρί, μέχρι που σκέφτηκε, δεν πάω μαθές να δω κι από κοντά τούτο το δεντρί, που, τι τα θες τι τα γυρεύεις, εξαιτίας του έμαθα πως μπορώ να πετάω κι όχι μοναχά να πλέω. Πλησίασε το λοιπόν κι όσο πλησίαζε, τόσο το θάμπωναν τα στολίδια, κι όσο κόντευε, τόσο πιο στενάχωρα ένιωθε που έβλεπε ξύλο αταξίδευτο. Έφτασε κάποτε κοντά. Πολύ κοντά. Κι απόμεινε να το κοιτάει.

-Τι κάνεις εδώ;
-Ριζώνω.
-Τίποτα άλλο;
-Βγάζω φύλλα πράσινα που θροϊζουν στο φύσημα του ανέμου και φτιάχνουν μουσική.
-Αυτό μονάχα;
-Βγάζω μπουμπούκια που ανθίζουν και ευωδιάζουν και έπειτα γίνονται καρπός.
-Μα οι ρίζες σου, πόσο πια να απλωθούν; Λίγα μέτρα κάτωθε σου. Και το θρόισμά σου, ποιος να τ’ακούσει εδώ στην ερημιά; Τα άνθη σου μοναχά ο ήλιος τα θωρεί, κι ο καρπός σου πέφτει στο χώμα.

-Και εσύ καραβάκι, τι κάνεις στη θάλασσα;
-Ταξιδεύω.
-Τίποτα άλλο;
-Φουσκώνω τα πανιά μου και κυνηγάω τους αέρηδες.
-Αυτό μονάχα;
-Βλέπω τόπους μακρινούς και απάτητα ακρογιάλια, σφυρίζω στα περαστικά καράβια, μιλώ με γοργόνες και γεύομαι την αλμύρα που στεγνώνει πάνω μου και ψήνει το σκαρί μου.
-Μα τη θάλασσα που αρμενίζεις δεν την κατέχεις στα βάθη της έτσι περαστικός που είσαι. Κι οι αέρηδες σε παρασέρνουν δώθε κείθε, και τ’άκρογιάλια μόλις τα πατήσεις φεύγεις για αλλού και τα καράβια που συναντάς πάντα περαστικά θα είναι και τις  γοργόνες πρέπει να βουλιάξεις για να μην είναι για πάντα φευγάτες, και το αλάτι ξεραίνει το ξύλο σου.

Έπειτα σωπάσανε. Τίποτε άλλο να πούνε δεν είχανε.
Φύσηξε όμως αγέρι και μεμιάς θρόισαν τα φύλλα του δέντρου. Τι όμορφη μουσική, αναρίγησε το καραβάκι, με όλα μου τα ταξίδια, ποτέ μου δεν άκουσα τόση ομορφιά.
Φύσηξε όμως αγέρι και φούσκωσαν τα πανιά του πλεούμενου καταμεσής στο δάσος και ήχησαν καθώς γεμίζανε με κείνο το καρδιοχτύπι, όταν ξεκινάει το ταξίδι. Τι όμορφη μουσική, θαμπώθηκε το δέντρο, με όλη μου την πυκνή φυλλωσιά, ποτέ μου δεν άκουσα τέτοιο καρδιοχτύπι.

Φύσηξε όμως και πάλι αγέρι και μεμιάς οι ευωδίες από τα άνθη του δέντρου κύκλωσαν το καραβάκι. Τι όμορφο άρωμα, ανάσανε βαθιά-βαθιά το καραβάκι, μ’όλα μου τ’αρμενίσματα, ποτέ μου δε γεύτηκα τόσο γλυκειά μυρωδιά.
Φύσηξε όμως και πάλι αγέρι και μεμιάς η μυρωδιά της αλμύρας από τα θαλασσόξυλα πότισε το δέντρο μέχρι τις ρίζες. Τι όμορφο άρωμα, ρούφηξε την ανάσα τους κατάβαθα το δέντρο, μ’όλα μου τα καρπίσματα, ποτέ μου δεν άκουσα τόσο αψιά ευωδιά.

Φύσηξε άλλη μια το αεράκι κι ακούστηκαν κουδουνίσματα από τα στολίδια του δέντρου. Τι όμορφος ήχος, αφουγκράστηκε το καραβάκι, μ’όλο που κρυφάκουγα νύχτα-μέρα τα τερτίπια της θάλασσας, ποτέ μου ήχος δε γράφτηκε τόσο απαλά πάνω μου.
Φύσηξε άλλη μια το αεράκι κι ακούστηκαν φουρτούνες κι απανεμιές, βουητά από θαλασσινές σπηλιές και τους ήχους που βγάζει το νερό όταν γλιστράει στα μαλλιά των θεών της θάλασσας. Τι όμορφος ήχος, μύρισε με τα πιο φωτεινά από τα φύλλα του το δέντρο, μόλο που κοίταζα νύχτα-μέρα τους φωναχτούς και τους σιωπηλούς ήχους του ξέφωτου, μόλο που κοίταζα τις αφέγγαρες νύχτες τα τραγούδια των ξωτικών, ποτέ μου ήχος δεν πότισε έτσι χορταστικά τις ρίζες μου.

Έπειτα σωπάσανε. Το δέντρο έβγαλε από πάνω του τα πιο πολύτιμα στολίδια του, κάτι διαμάντια φτιαγμένα από τις δροσοσταλίδες της αυγής που μάζευε ξημέρωμα το ξημέρωμα από τη μέρα που φύτρωσε. Τα κρέμασε στο κατάρτι και την κουπαστή και πολύτιμο πετράδι στο δάχτυλο της σκαλιστής γοργόνας στην πλώρη.
Τώρα ήταν και το καραβάκι στολισμένο να αστραφτοκοπά και να γιορτάζει. Κι όταν έφτασε το δειλινό, του έβαψε ο ήλιος τα στολίδια του πορτοκαλιά μαβιά και κόκκινα, του έβαψε η ψιχάλα του απόβραδου τα στολίδια του με ουράνια τόξα.

Το καραβάκι τράβηξε από τα πανιά του κλωστές ποτισμένες από την αλμύρα και τους φλοίσβους της θάλασσας που έξυνε ήχο τον ήχο γεύση τη γεύση από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. Τις τύλιξε γύρω από το δέντρο, ανάμεσα στην φυλλωσιά γύρω από τις φωλιές των πουλιών, παντού να το ραίνουν ολόκληρο. Τώρα το δέντρο ήταν στολισμένο στ’αλήθεια, τίποτα δεν του έλειπε έξω από το αστέρι στην κορυφή. Αδράχνει το καραβάκι την Πούλια από το στέμμα της γοργόνας που φώλιαζε στην πρύμνη του και το ανάβει στην κορυφή να γελά  και να αντιφεγγίζει στη θάλασσα.

Έπειτα ξημέρωσαν Χριστούγεννα. Με στολίδια φωτερά να αντιλαλούνε σε θάλασσες και σε βουνά τη γιορτή. Με στολίδια πολύτιμα και ακριβά πάνω σε σε καράβια και δέντρα.

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009

Μάουζερ

Μάουζερ, από τη θεατρική παράσταση του Θ. Τερζόπουλου στο θέατρο Άττις


Τρεις αγρότες-δήμιοι με τις κεφαλές επί πινάκι ενώπιον του επαναστατικού δικαστηρίου.
Το αδύνατο σημείο τους για το οποίο δικάζονται, η πρόταση F1.
Το αδύνατο σημείο τους η διερεύνηση των οδών της λογικής της.
Οι δικαστές (που εναλλάσσονται με τους αγρότες όπως και οι αγρότες με τους δικαστές) επιτάσσουν: ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ.

Η ΠΡΌΤΑΣΗ f1 είναι αληθής. Οι αγρότες-δήμιοι σκοτώνουν:
«Και εγώ συμφώνησα με την εντολή.
Γνωρίζοντας: το καθημερινό ψωμί της επανάστασης
Στην πόλη Βίτεπσκ όπως και σ’άλλες πόλεις
Είναι ο θάνατος των εχθρών της, γνωρίζοντας: το χορτάρι
Πρέπει εμείς ακόμα να ξεριζώνουμε, για να μείνει πράσινο
Συμφώνησα με την εντολή
Που η επανάσταση μου έδωσε»

Όμως, ένας αγρότης διερευνά και καταλήγει: Η πρόταση F1 είναι ψευδής.
Ο αγρότης παύει να σκοτώνει:
«Στο πιστόλι μου μπροστά τρεις αγρότες
Εχθροί της επανάστασης από άγνοια.
...
Με εντολή της επανάστασης το χέρι μου
Το πιστόλι μου τους σημαδεύει στον αυχένα.
Οι εχθροί της είναι και εχθροί μου, το γνωρίζω
...
Γνωρίζοντας: η επανάσταση σκοτώνει με το χέρι μου
Αυτό είναι που δεν γνωρίζω πια, να σκοτώσω δεν μπορώ
Πια.
Το χέρι μου αποσύρω από την εντολή
Που μου έδωσε η επανάσταση.»

Όμως ένας άλλος αγρότης (ή μήπως ήταν ο ίδιος;) διερευνά και μετατοπιζόμενος καταλήγει: Η πρόταση F1 είναι και αληθής και ψευδής:
«Αλλά το μάτι με το οποίο τους κοίταξα
Και το στόμα με το οποίο τους μίλησα
Ήταν το πιστόλι και λέξη μου η σφαίρα
Και δεν το λησμόνησα όταν αυτοί ξεφώνισαν
Όταν στο λατομείο τούς πέταξε το πιστόλι μου
...
Κι ήταν μια εργασία που έμοιαζε με κάθε άλλη.
...
Όχι για πολύ.
...
Την έβδομη μέρα το πρωί είδα τα πρόσωπά τους
Τα χέρια τους πισθάγκωνα, στα δεσμά
Με σημάδια από δουλειές διαφορετικές
Ενώ περίμεναν, με πρόσωπο στο λατομείο στραμμένο
Το θάνατό τους από το πιστόλι μου, και η αμφιβολία
Πήρε τη θέση ανάμεσα στο δάχτυλο και τη σκανδάλη»
Το σύστημα ασυνεπές, αν μείνει στην αμφιβολία. Δεν οδηγεί παρά σε βαλτοτόπι και κινούμενη άμμο. Ίσως στην εντιμότητα της παράνοιας: και σκότωσε και μην σκοτώνεις.


Και η τέταρτη περίπτωση στη διερεύνηση των οδών της λογικής;
Ο τέταρτος δρόμος κατά Γκέντελ;
«Υπάρχουν ερωτήματα που δεν μπορούν να απαντηθούν.»
Το ανθρώπινο μυαλό αδυνατεί.
Τα συστήματα λογικής, συνεπή ή ασυνεπή, δεν επαρκούν να δώσουν απάντηση.
Απλά δεχόμαστε ή δε  δεχόμστε.
Όπως λέμε, απλά ζούμε ή δε ζούμε.
 Όπως λέμε απλά συμμετέχουμε ή δε συμμετέχουμε.
Πέραν της λογικής και των οδών της.
Πέραν της περίσκεψης ή της απερισκεψίας.
Πέραν της προσδοκίας.
Όπως λέμε αναπνέω ή δεν αναπνέω.

Να τι ξέφυγε από το Μάουζερ του Χάινερ Μύλλερ.
Η τέταρτη περίπτωση. Αυτή που καταλύει τα συστήματα λογικής.
Αν διαφύγει αυτή, τότε, οι δήμιοι, αυτοί που δέχτηκαν, απέρριψαν, αμφισβήτησαν,
μένουν εγκλωβισμένοι στα λογικά συστήματα. Μένουν εντός ορίων. Της λογικής.
Κι όμως, ένας μαθηματικός, ο Γκέντελ, έδειξε στα χαρτιά την τέταρτη οδό.
Κι όμως ένας μαθηματικός δε δίστασε να καταρρίψει όλη του την επιστήμη χάριν της αλήθειας. Και για τον ίδιο και για τους λοιπούς που δεν μπορούσαν πια να την αρνηθούν.


Σημειώσεις:
1.    Το θεατρικό κείμενο Μάουζερ του Χάινερ Μύλλερ, γραμμένο το 1970, αναφέρεται στον εμφύλιο στη Σοβιετική ένωση στη δεκαετία του 1920. Τρείς αγρότες, πειθήνια όργανα της επανάστασης βρίσκονται ενώπιον επαναστατικού δικαστηρίου, επειδή αθέτησαν την εντολή να σκοτώνουν οποιονδήποτε διαταχθούν, ως εχθρό της επανάστασης. Όμως, ο ένας δήμιος σκοτώνει κι άλλους που δε διατάχθηκε, από συνήθεια, ο άλλος αρνείται ξεκάθαρα να υπακούσει μη βλέποντας πια τη σκοπιμότητα, απεναντίας κρίνοντας ότι δεν πρέπει να σκοτώσει. Ο τρίτος αμφιβάλλει για το τι πρέπει και τι δεν πρέπει και πέφτει σε ένα είδος εκστατικής μανίας. Οι δυο δικαστές τους καταδικάζουν.
Το κείμενο δε μένει στις συγκεκριμμένες ιστορικοπολιτικές συνθήκες. Πρόκειται πιο πολύ για την περιγραφή μιας ρήξης ανάμεσα στην πράξη και τη συνείδηση. Το σημείο της ρήξης είναι το «ανάμεσα». Το «ανάμεσα στο δάχτυλο και τη σκανδάλη». Η στιγμή λοιπόν που το Εγώ θα συνειδητοποιήσει την πράξη του πατώντας τη σκανδάλη. Ή μη πατώντας την.
Για το πλήρες κείμενο: Μάουζερ και Ο Οράτιος, Χάινερ Μύλλερ, εκδ. Άγρα


2.    Το Μάουζερ  έχει ανέβη στο θέατρο Άττις από το Θεόδωρο Τερζόπουλο. Αλησμόνητη παράσταση που αποδίδεται με τρόπο μοναδικό. Πολλά θα μπορούσαν να γραφούν για αυτήν ξέχωρα και ιδίως για το βλέμμα του σκηνοθέτη, τους ηθοποιούς, που καθοδηγεί κατά τρόπο ώστε να καταδυθούν στο ρόλο τόσο βαθιά, που αγγίζουν τα όρια του αρχέγονου, ή αλλιώς την κατάλυση των ορίων ανάμεσα στον ρόλο και τον πραγματικό εαυτό. Εδώ πείθουν ότι πράγματι ταυτίζονται. Χαρακτηριστικό ότι το «ρόλο» του ενός εκ των δύο δικαστών υποδύεται (;) η Μαρία Μπέικου, που είχε καταταγεί στον ΕΛΑΣ και στη συνέχεια κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση. Υποδύεται λοιπόν τον εαυτό της, αν και εξίσου καλά θα μπορούσε-ίσως και ταυτόχρονα να παίξει και τον ρόλο του κατηγορούμενου αγρότη. Είναι σίγουρο ότι η ζωή της περνάει και από τις δύο «θέσεις».


3.    Τα μαθηματικά πριν από τον Κούρτ Γκέντελ βασίζονταν σε λογικά συστήματα περιγράψιμα. Τα πάντα αποδεικνύονται ή πρόκειται να αποδειχθούν βάσει των κανόνων της λογικής. Πολλοί μαθηματικοί, όπως ο Ράσελ ή ο Χίλμπερτ πίστεψαν προς στιγμήν ότι η λύση στα γενικότερα προβλήματα του κόσμου βρίσκεται στη λογική που όντας πανίσχυρο, έστω και δυνητικά, εργαλείο, θα φέρει την ασφάλεια. Έρχεται τότε ένας νεαρός μαθηματικός, ο Γκέντελ, για να καταλύσει αυτές τις απόψεις: «F can be proved neither true or false in the system» Φυσικά, αυτό δεν ήταν το παταγώδες τέλος των μαθηματικών, αφού εκφράστηκε περαιτέρω η άποψη, ότι ακόμα κι αν κάνουμε αυτή την παραδοχή, μένει να διερευνήσουμε πού μπορούμε να φτάσουμε με όσα αποδεικνύονται. Έτσι γεννήθηκαν οι υπολογιστές.
Αναλυτικότερα –αν και ασφαλώς περιλαμβάνουν πολύ περισσότερα θέματα- μπορεί κανείς να ανατρέξει στο Logicomix του Απόστολου Δοξιάδη ή στο The World within the World του John D. Barrow. Αμφότερα συνδυάζουν τη φιλοσοφία με την επιστήμη.

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2009

Το όνειρο του Προμηθέα



The dream of Prometheus

-Τι με θωρείτε όλοι σας; Τι κάθεστε γύρω μου και αναμένετε; Όρνια που περιμένετε να μου ξεσκίσετε ένα κομμάτι από τα σωθικά μου.

-Μας παρεξήγησες. Δεν είμαστε όρνια. Κοίτα καλύτερα. Εγώ είμαι όμορφη και γαλήνια. Είμαι η Βεβαιότητα. Με λένε και Ασφάλεια. Δες λίγο τις χάρες μου. Μπορώ να σε νανουρίζω κάθε βράδυ μέχρι τα βαθειά σου γεράματα. Μέχρι να αποκοιμηθείς, να μη βασανίζεσαι. Είμαι το απόλυτο νηπενθές. Άσε με να σου χύσω λίγο ύπνο στα μάτια. Όταν αυτά διαστέλλονται και φοβάσαι την μοναξιά σου, εγώ θα σου τραγουδάω νανουρίσματα παιδικά. Είσαι παιδί. Δέξου το, δεν αντέχεις τον πόνο και την αμφιβολία. Έλα, μάζεψε τα φτερά σου που σε σκιάζουν και άσε με να σε αγκαλιάσω. Νάνι-νάνι. Έχω μια μήτρα να σε κρύψω να μην βλέπεις να μην ακούς να μην νιώθεις να μην πονάς. Το όρνιο σου είναι η μοναξιά σου. Όχι εγώ. Να, βύζαξε με, μην μεγαλύνεσαι άλλο, αρκετά. Κοίτα που κατάντησες, με ανοιχτά φτερά πάνω από τον ωκεανό, με μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια. Με τον ίλλιγγο στο τρέμουλο του βλέμματός σου. Τι κερδίζεις; Έλα, έλα, έλα. Ω, ω, ω...
Είμαι το Κράτος της Βεβαιότητας. Κραταιό. Κράτιστο.
Να με αγνοήσεις δεν μπορείς. Τιμωρώ τους αγνώμονες.
Με Πόνο.

-Κοίτα και μένα. Όμορφη κι εγώ. Είμαι το Απροσδόκητο. Λέγε με Κάθετη. Πτήση και πτώση εναλλάξ. Που συγκινεί βαθειά. Ακόμα. Τίποτα βέβαιο πάνω μου. Πρόσεξε τη λεξούλα. Το «ακόμα». Δε σε κοροϊδεύω. Να το ξέρεις πως τη μια με αγγίζεις, την άλλη αγκαλιάζεις φαντάσματα και αερικά. Άπλωσε τα φτερά σου. Μάθε να ζεις στη σκιά τους. Θα σου χρειαστεί καθώς θα νομίζεις ότι πλησιάζεις τον ήλιο. Να μη σε κάψουν οι ακτίνες του. Μόνος σου πάντα δε θα πετάς. Μόνος σου θα πέφτεις μοναχά. Δεν είναι λίγο. Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Το έξυπνον θα σου χαρίσω. Το έξω από τον Ύπνο. Την κίνηση θα σου χαρίσω. Στο χέρι σου είναι αν θα την κάνεις συν-κίνηση, ή αν θα αφαιρέσεις τον Ύπνο από το Έξυπνον και βγεις Έξω. Γίνομαι και  Έξοδος χωρίς Ιθάκες. Σκέψου το, κι αυτή ακόμα η περιπλάνηση λίγο δεν είναι. Ζωή θα σου χαρίσω. Ζωντανή και πάλλουσα. Να ακούς τους χτύπους της καρδιάς σου. Πόνο θα σου χαρίσω. Αγώνα, αγωνία, αμφιβολία, μαύρες τρύπες και αιωρήσεις. Νά’το το τίμημα των διεσταλμένων ματιών που ρουφάνε κατάστηθα τη ζωή. Έλα, έλα, έλα.
Είμαι το Κράτος της Βίας. Κραταιό. Κράτιστο. Ορμώ και σε σαρώνω.
Να με αγνοήσεις δεν μπορείς. Τιμωρώ τους αγνώμονες.
Με Λήθη.

-Διάλεξε, διάλεξε, διάλεξε

-Όρνια μου ξεσκίσατε την ακοή. Όρνια που τσακώνεστε ποιο θα μου ξεσκίσει πιότερο τη σάρκα.

-Είσαι ελεύθερος. Πρέπει να διαλέξεις. Πρέπει, πρέπει, πρέπει...

-Από τι είμαι είμαι λεύτερος; Από τη μοίρα μου το Δία που με έχει καρφώσει σε τούτο το βράχο ή από τον καταναγκασμό της επιλογής; Τι σόι ελευθερία είναι τούτο;

-Ο καταναγκασμός της επιλογής μόνο σου όριο. Μόνο οι τρελλοί το ξεπερνάνε και οι ονειροπαρμένοι. Όσο για το Δία, δεν υπάρχει δύστυχε. Άλλοθι δεν έχεις πια. Υπάρχει Ελεύθερη Βούληση. Ο Δίας σου τη χάρισε -το ξέχασες κιόλας;- εργαλείο τρανό να σπάσεις τις αλυσίδες σου. Είσαι ελεύθερος να διαλέξεις ανάμεσα στους παλιούς και τους νέους θεούς. Μέχρι εκεί φτάνει η ελευθερία σου.

-Φοβάμαι.

-Όλοι φοβούνται την ελευθερία να μείνουν εντός ορίων ή να βγούνε εκτός. Ο τρόμος του τιμήματος όταν στέκεσαι στη διαχωριστική γραμμή και πρέπει να διαλέξεις. Η γραμμή που στέκεσαι δεν είναι το παντού, μη γελιέσαι δόλιε. Είναι το πουθενά. Το πουθενά αλλού παρά μόνο στη γραμμή.

-Αφήστε με έχω παραλύσει. Η Βούληση με πνίγει. Καραμένο δώρο. Αναφαίρετο μα καταραμένο.

-Όλοι τα ίδια μας λένε. Κοίτα στη διπλανή σου τραγωδία, οι Αθηναίοι ένορκοι πρέπει να αποφασίσουν με την ελεύθερη βούλησή τους αν θα καταδικάσουν ή θα αθωώσουν τον Ορέστη. Στη μία περίπτωση κερδίζουν την Ασφάλειά τους. Στην άλλη θα κατατρύχουν οι Ερινύες αυτούς αντί για τον Ορέστη. Η Λήθη και ο Πόνος λοιπόν. Πρέπει όμως να διαλέξουν. Δεν έχουν την ελευθερία να μη διαλέξουν.

-Και τι διαλέξανε;

-Δε διαλέξανε Προμηθέα. Οι ψήφοι ήταν μισές-μισές. Στη θέση τους διάλεξε η Αθηνά. Της χάρισαν την ελεύθερη βούλησή τους. Δεν την αντέχουν εύκολα οι άνθρωποι.


Ο Προμηθέας παραλύει. Η Βεβαιότητα και το Απροσδόκητο συμφιλιωμένες φοράνε βλέμμα όρνιου και του ξεσκίζουν χωρίς βιάση τις σάρκες. Ότι μπορεί καθεμιά τους.

Η Ελεύθερη Βούληση του πέφτει από το χέρι. Κατρακυλάει ώσπου σταματάει στη σπίθα του βλέμματος του. Ξέρει ότι ο Προμηθέας είναι γεννημένος Λυόμενος. Και όχι μόνο Δεσμώτης.


Το Αύριο θα έρθει.
Και θα έρχεται κάθε νέα μέρα μέχρι να φέρει τη λύση.
Και θα έρχεται κάθε νέα μέρα μέχρι να φέρει τα δεσμά.
Για πάντα.

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2009

Η σύγκλιση γενεών και η σοκολάτα-χριστουγεννιάτικο σε τόνο καθημερινό και ανθρώπινο



Blending choco

Γιαγιά, κόρη, εγγόνια.

-Παιδί μου, φάε και εσύ κάτι επιτέλους. Άσε τα παιδιά. Να σου φτιάξω μια πορτοκαλάδα;
Η πορτοκαλάδα έμεινε στον πάγκο της κουζίνας πλάι στο ψωμί με βούτυρο και μέλι.

-Αγάπη μου, μη το σκοτώνεις το λουλούδι. Άμα το κόψεις θα ξεραθεί και δε θα είναι πια όμορφο. Άσε το να συνεχίσει. Λυπήσου τον εαυτό σου που δε θα το βλέπει πια.
Το παιδάκι κόβει το λουλούδι.

Αποστάσεις ηλικιών, ιδεών, κρίσεων, αποκρίσεων, βλέμματος, χρωμάτων, σκέψεων, εμπειριών, χαρτών, πραγματικοτήτων...

-Γιαγιά έτοιμο το ποτάμι από σοκολάτα να κολυμπήσουμε;
-Όχι ακριβώς εμείς, τα μπισκότα είπαμε.
-Έλα τώρα μαμά.

Ξεχύνεται ορμητικό από την κατσαρόλα ένα ποτάμι σοκολατένιο, γυαλιστερό, αχνιστό με μπισκότα βαρκούλες να ταξιδεύουν, να ναυαγούν, να ανεβαίνουν στην επιφάνεια. Η κουζίνα γέμισε κακαόδεντρα. Και όλους, τρεις γενιές στη σειρά τους παρέσυρε, γινήκαν ναυαγοί μετά χαράς στον ποταμό. Τέτοιος χείμαρρος. Βουλιάζαν και πλατσούριζαν και γελούσαν και έγλυφαν τα δάχτυλά τους. Κουτάλια κουπιά στον ποταμό που γέμιζαν και άδειαζαν. Συνενοχή.

Και κείνη η σιγή, όταν οι άνθρωποι μοιράζονται κάτι μαζί και τα λόγια περισσεύουν.
Και κείνο το βλέμμα το ηδονικό, όταν οι άνθρωποι συμμετέχουν από κοινού σε κάτι τις, τόσο μικρό και τόσο μεγάλο, κείνο το βλέμμα που κοιτάει και δεν κοιτάει, που βλέπει τον εαυτό που βυθίζεται και απομονώνεται, βλέπει και τους άλλους που βυθίζονται το ίδιο, στο ποτάμι. Μέθεξη.

Και τότε αρχίζει η γιορτή. Δάχτυλα τριών γενεών που βουτιώνται στη σοκολάτα και βάφονται στα πρόσωπα τα χρώματα του πολέμου, αστείες φατσούλες, βούλες Ινδών στο μέτωπο, καραβάκια με πανιά, κύματα ήλιοι και φεγγάρια. Και βάφουν τα πρόσωπα των άλλων. Και γέλια τρανταχτά μέχρι δακρύων και το ποτάμι της σοκολάτας να πλημμυρίζει τα πάντα, την κουζίνα, το σπίτι, τον ουρανό, τη θάλασσα, το στόμα, τις γενιές, τη σύγκλιση και την απόκλιση.

Από κείνη τη μέρα όλοι τους λατρέψανε τη σοκολάτα.

Αυτό το κάτι τις το τόσο μικρό και τόσο μεγάλο.

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009

Η χαρτογραφία και η πραγματικότητα-Χριστουγεννιάτικο σε τόνο σπαραξικάρδιο και ακατανόητο



Hunters in the Snow by Pieter Bruegel, 16th century

Κοιτούσε. Τη χαρτογραφία. Της λογικής. Χριστούγεννα. Το δέντρο, τα λαμπιόνια, οι μυρωδιές από τα μελομακάρονα, τα κάλαντα, ο άγιος Βασίλης, τα δώρα, οι καλεσμένοι, τα γιορτινά ρούχα, οι γιρλάντες. Πάλι το δέντρο, τα καινούρια λαμπιόνια που αντικατέστησαν τα σπασμένα, τα αμύγδαλα στους κουραμπιέδες, τα κάλαντα, ο άγιος Βασίλης, οι παραλλαγές των άχρηστων δώρων, οι ελαφρώς παραλλαγμένοι καλεσμένοι, οι μαύρες ψηλοτάκουνες γόβες, τα φωτάκια στον κήπο. Τελετουργίες σταθερές ξεσκονισμένες ανά χρόνο.

Κοιτούσε. Την πραγματικότητα. Το πάει, πέρασαν κι αυτά τα Χριστούγεννα. Το έλα τώρα, ωραία ήταν. Το σβυσμένο βλέμμα στο τέλος της βραδιάς. Το βαρέθηκα να νιώθω γιορτινά, ίσως οι γόβες θα έπρεπε να ήταν λουστρίνι. Το οι κουραμπιέδες σίγουρα του χρόνου θα είναι αγοραστοί. Το άντε, να ξεστολίσουμε αυτά τα χαζά φωτάκια. Η κατάνυξη πού πήγε; Τι γεννιέται άραγε κάθε χρόνο εδώ και δύο χιλιάδες τόσα χρόνια; Πόσο μου τη σπάει ο Ρούντυ, ο τάρανδος με την κόκκινη μύτη. Οι καλικάντζαροι πιο διονυσιακοί, κάπως καλύτερα, δε βαριέσαι, ούτε τα παραμύθια τους δε σε φτάνουν εδώ, μέσα στην πραγματικότητα. Οι μεσσίες δεν υπάρχουν στα Χριστούγεννα.

Πολύ βαρειά όλα τούτα, κρύφτα, φόρα και κανά γιορτινό χαμόγελο στα χείλη, Υβ Σεν Λοράν νο67 σε απόχρωση σάπιου μήλου. Το προβληματικό. Άντε πάλι. Είναι ανάγκη να βγαίνει τώρα; Στάσου λίγο. Εκεί, σε κολακεύει αυτή η δόση, τώρα ακριβώς, θλίψης. Σου δίνει μία κάποια γοητεία.

Κοίταξε πάλι. Την πραγματικότητα της χαρτογραφίας. Μαμά, τι δώρο θα σου φέρει εσένα ο Άγιος Βασίλης; Ω, τι ωραίο που έγινε το σπίτι με τα πολύχρωμα φωτάκια! Ούτε που το φαντάζεται πόσο ωραίο είναι έτσι! Πότε θα στολίσουμε το δέντρο; Το γράμμα, στο ταχυδρομείο να στείλεις, μην ξεχάσεις. Θα φτιάξουμε και μπισκότα με σοκολάτα; Πες μας για τους καλικάντζαρους. Θα χωρέσει σίγουρα ο Άγιος Βασίλης από την καμινάδα; Αχ, αργούν πολύ τα Χριστούγεννα;

Κοιτάζει. Μέσα από τα δανεικά μάτια τα παιδικά. Την ομορφιά στο πιο απλό, το πιο τετριμμένο. Την ομορφιά της αθωότητας. Αυτό το βλέμμα θα το κρατήσει. Το πραγματικό εν μέσω χαρτογραφίας. Αυτό που όσα λέει, όσα δείχνει, όσα βλέπει, τα εννοεί, τα δέχεται, τα χαίρεται, τα κάνει απτά, απλά, όμορφα. Αυτό που ξέρει να ταυτίζει τους χάρτες με την πραγματικότητα. Αυτό που πατάει σε ό,τι βλέπει.

Μαμά, αν δεν υπήρχα, θα υπήρχε το σύμπαν; Μία λάμπα πέφτει από το παιδικό χεράκι και γίνεται θρύψαλα.

Ναι παιδί μου. Όσο υπάρχει η χαρτογραφία και η πραγματικότητα.

Τι είπες μαμά;

Τίποτα αγάπη μου.

Καλά μας Χριστούγεννα.

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009

Κοιτώ- η στρωματογραφία

Κοιτώ το χώμα των άλλων κάτωθε μου.
Στρώματα, το ένα πάνω στο άλλο, το ένα μέσα στο άλλο.
Σπίτια, αυλές με γιασεμιά, σπασμένες στάμνες, χαμόγελα, βογγητά, ερωτόλογα, κλάμμα μωρών, ρόγχοι φευγάτων, λεμονανθοί, εικονοστάσια, ελπίδες, θρήνοι, γέλια γάργαρα, καϋμοί, περιδέραια, χάντρες ψεύτικες σε άσπρους λαιμούς, φιλήματα, αγάλματα κομματιασμένα στο ιερό του σπιτιού, δούλοι και αφέντες, ακροκέραμα, παιδικά παιχνίδια, θροϊσματα φύλλων, το γάβγισμα του σκύλου, το σπαθί που κρέμεται στον τοίχο, η φωτιά που καίει στην εστία, αμφορείς με κρασί πλάι σε κουτάκια μπύρας Φιξ, αγριολούλουδα στο βάζο, μικρά μυστικά, λευκά δαντελένια κουρτινάκια στο παράθυρο της κουζίνας, το παντζούρι που σκέβρωσε και τρίζει, η κληματαριά όταν ρίχνει τα φύλλα της, μάτια που ανθίζουν από έρωτα, γέρικα μάτια που σικοκαίνε ζωή, πολυκατοικίες του ΄60 με στενά μπαλκόνια, καρντερίμια, το τρίτο άλογο του Αχιλλέα που ποτέ δεν βρέθηκε να συμπληρώσει την παράσταση, αστραφτερές φωτογραφίες στο ίδιο κουτί με τις παλιές, το χρώμα που ξέμεινε στους κούρους και τις κόρες, το βλέμμα του Σαρπηδόνα στον κρατήρα του Εξηκία, τα φτερά των αγγέλων στις αγιογραφίες, η μυρωδιά του αγγουρόλαδου στα πιθάρια των νοικοκυραίων, τα μικρασιάτικα τραγούδια.

Κοιτώ το χώμα το δικό κάτωθε μου, τη μνήμη μου.
Στρώματα, το ένα πάνω στο άλλο, το ένα μέσα στο άλλο.
Σπίτια, αυλές με αρμπαρόριζα για το γλυκό βύσσινο, αυλές με μουριές να ρίχνουν τη σκιά τους στο στρογγυλό τραπεζάκι με τις δύο ξύλινες καρέκλες, όλα κόκκινα, το ποτήρι που έσπασε, η σπονδή στους αγαπημένους νεκρούς με την τελευταία γουλιά κρασί τα αφέγγαρα βράδυα του καλοκαιριού, η μυρωδιά από το φιδάκι να διώχνει τα κουνούπια από την βεράντα του πατρικού, τα σπασμένα κεραμίδια στην θύελλα που έκοψαν στα δύο την πορτοκαλιά, τα μάτια που γυαλίζουν στο γλέντι επάνω όταν ρωτάς έναν έναν το τραγούδι που θέλει να του βάλεις να χορέψει το δικό του άγνωστο χορό, η μυρωδιά του θυμαριού που μάζεψες από το βουνό, το τριζοβόλημα των ξύλων στο τζάκι, τα σκορπισμένα παντού παιγνίδια, οι ξεχασμένες σημειώσεις πάνω στα βιβλία, η κουρτίνα που ανεμίζει στη Θυσία του Ταρκόφσκι, τα αναίτια γέλια, τα αναίτια κλάμματα, τα μικρά και μεγάλα ταξίδια, οι άνθρωποι που πάνε και έρχονται, οι άνθρωποι που μένουν, τα βλέμματα που αγγίζουν, ο πόθος, το πάθος, η αγωνία, οι θύρες, όλες είσοδοι και έξοδοι, τα παραμύθια για παιδιά που αγνοούν οι μεγάλοι, οι μπόρες του καλοκαιριού που άφησες να σε βρέξουν, τα σιωπηλά ερωτόλογα, το κύμα που επιστρέφει από την προκυμαία για να φιληθεί με αυτό που έρχεται, τα αγγίγματα στο νου και το σώμα, η θάλασσα που έμαθες κολύμπι και κολυμπάς ακόμα.

Κοιτώ τον ουρανό των άλλων πάνωθε μου.
Στρώματα το ένα πάνω στο άλλο, το ένα μέσα στο άλλο.
Κτίσματα αλλόκοτα, αυλές με άγνωστα λουλούδια και μυρωδιές, φεγγάρια πολλά στον ουρανό, νέες αγάπες νέων αγέννητων ακόμα ανθρώπων, τα γέλια και τα κλάμματα απράλλαχτα με τα παλιά, άγνωστες μουσικές, βλέμματα ερωτευμένων, αλέκτορες πανομοιότυποι με τους παλιούς που πάντα θα λαλούν τρεις φορές, όνειρα και πραγματικότητες που ταυτίζονται ή δεν ταυτίζονται, το νερό που κοχλάζει εδώ και ώρα στην κατσαρόλα, οι άνθρωποι που περπατούν στο γυάλινο πάτωμα του αποπάνω ορόφου και δεν σκέπτονται να κοιτάξουν κάτωθέ τους, νέοι πόθοι με μοντέρνα ρούχα, νέα πάθη με τα παλιά τους ρούχα, νέοι θάνατοι και νέες ζωές, ο ίδιος επιθανάτιος ρόγχος, το ίδιο κλάμμα του νεογέννητου, το πλαστικό ποτήρι που θα βάλει τα λουλουδάκια που θα κόψει από τον κήπο το κοριτσάκι, τοίχοι σπιτιών εκεί που τώρα φυτρώνουν άγρια κυκλάμινα, άγνωστα μπαχαρικά, βιβλία που δεν έχουν γραφτεί ακόμα, ποιήματα που θα χαραχτούν στη μνήμη των ανθρώπων, τραγούδια αγέννητα που θα τραγουδήσουν οι παρέες, τραγούδια που θα ψιθυρίσει ο καθένας μόνος του σαν να ντρέπεται, ματιές που δουλεύονται ακόμα στο βλέμμα ψυχών που δεν έγιναν ακόμα σάρκα, άγγελλοι που θα παρατήσουν την αθανασία για την αγάπη μιας ακροβάτισσας.

Κοιτώ πάνω μου τις στιγμές που ίσως έρθουν.
Στρώματα το ένα πάνω στο άλλο, το ένα μέσα στο άλλο.
Η μουριά στην αυλή μεγάλη, οι κόκκινες καρέκλες ξεθωριασμένες, ο σκύλος δεν υπάρχει πια, τα παιδιά κατηφορίζουν το δρόμο με τα ποδήλατα, οι γκρίζοι κρόταφοι του συντρόφου, τα μακρινά ταξίδια, ο έρωτας να βαθαίνει τη ματιά, το γέλιο να ανακατεύεται με τους τριγμούς στο τζάκι, οι καινούριες φωτογραφίες που θα παγώσουν στο χαρτί το μέλλοντα, οι παρατατικοί, η παραλία που έμαθες παιδί να κολυμπάς αλλά τώρα βυθίζεσαι σε άλλη, οι νύχτες με καταρρακτώδη βροχή, οι στιγμές που άδραξες, οι στιγμές που προσπέρασες, η δουλειά που σε συνεπαίρνει, οι μουσικές που θα σε ταξιδέψουν, τα μαλλιά που μακραίνουν, οι σκέψεις που θα σε κατακλύζουν, οι θυμοί, το βλέμμα που θα αγκαλιάζει, το βλέμμα που θα αγκαλιάζεται, η πόρτα που θα βροντήξει, το κλάμμα και το γέλιο που θα ανθίσουν στο στόμα σου, η αγκαλιά που θα κρυφτείς, η αγκαλιά που θα χαρίσεις, οι γιορτές που θα έρθουν, οι κηδείες, το νεκροκρέβατο, η μνήμη που θα απωλέσεις, η μνήμη που θα προσθέσεις, τα χαμόγελα που θα σου χαρίσουν, τα χαμόγελα που θα χαρίσεις, το μαύρο που θα αλλάξεις με τους γύρω σου, το άδηλο της επόμενης στιγμής, το απρόβλεπτο, η βέρα της γιαγιάς σου, κόσμημα ακριβό που ακόμα θα την βλέπεις στο δάχτυλό σου, η στιγμή που θα την φορέσει η κόρη σου. Όταν εσύ θα έχεις φύγει.


Στρώματα, το ένα πάνω στο άλλο, το ένα μέσα στο άλλο.

Κοιτώ το χώμα των άλλων κάτωθε μου.
Κοιτώ το χώμα το δικό κάτωθε μου, τη μνήμη μου.
Κοιτώ τον ουρανό των άλλων πάνωθε μου.
Κοιτώ πάνω μου τις στιγμές που ίσως έρθουν.

Κοιτώ τη στρωματογραφία.

Εδώ λοιπόν η συνέχεια

Εδώ λοιπόν η συνέχεια του Παραμύθια και άλλα τινά... Με προσανατολισμό δηλωμένο στον τίτλο του"νέου" αυτού ιστολογίου. Διόλου πρωτότυπος πλην όμως σαφής ως προς το περιεχόμενό του. Παραμύθια για παιδιά και ενίοτε για μεγάλους. Και μικρά διηγήματα, ιστορίες μικρές.

Τη γραφή δεν τη χρησιμοποιείς, σε χρησιμοποιεί. Για όσο το κάνει ακόμα. Πάντα μπορείς να το κάνεις στο τετράδιό σου. Αλλά το βλέμμα όσων τυχόν ρίξουν μια ματιά, σίγουρα διαμορφώνει προς άπασες κατευθύνσεις. Η έξοδος προς τον άλλο είναι ζωή. Η έξοδος από κάτι που το αφήνεις να πεθαίνει είναι μαρασμός.

Διο και εγένετο το ιστολόγιο ετούτο...