Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

Το καραβάκι και το δέντρο - Χριστουγεννιάτικο παραμύθι


Singing around the Tree, St Michael's Mount, Joanne Short

Κάποτε ήταν ένα καραβάκι. Άνοιγε τα πανιά του και ταξίδευε. Απολάμβανε τις μπουνάτσες, πάλευε τις φουρτούνες, έβρισκε απάγγιο σε θαλασσινές σπηλιές όταν κουραζόταν από το ταξίδι του, φούσκωνε τα πανιά του όταν σπάνια στο διάβα του απαντούσε άλλο πλεούμενο, με ένα λόγο αρμένιζε μεσοπέλαγα. Ποτέ του δε σταμάτησε για να σκεφτεί γιατί ταξιδεύει, πού μαθές πηγαίνει, γιατί τέλος πάντων ρίχνεται στα κύματα και τις νηνεμίες. Ήταν δα φυσικό. Καραβάκι ήταν, πλασμένο το λοιπόν να ταξιδεύει. Το σκαρί του γερό, αν και κάμποσες φορές χειάστηκε ν’αλλάξει τα ξάρτια και να μπαλώσει τα πανιά του, αν και κάμποσες φορές βγήκε στη στεριά για καλαφάτισμα.

Μια παραμονή Χριστουγέννων αγνάντεψε από μακριά ένα δέντρο στολισμένο. Δεν το είχε ποτέ του προσέξει μέχρι τότες πως υπάρχουν και άλλα ξύλα, που δεν αρμενίζουν, μα στέκουν σ’όλη τους τη ζήση ακίνητα σ’ένα μέρος, ριζωμένα βαθιά. Για δες, υπάρχουν ξύλα έτσι όπως τα έπλασε η φύση, αδούλευτα και ασάλευτα να βλέπουν το ίδιο μέρος, το ίδιο κομμάτι τ’ουρανού, το ίδιο χώμα κάτωθε τους, να περιμένουν τη βροχή να τα ραντίσει αντί να τρέχουν ξοπίσω από τα σύννεφα. Το καραβάκι απόρρησε και πιότερο ανάσανε με ανακούφιση που δεν ήταν το ίδιο έτσι στενεμένο σε δυο οργιές χώμα. Θες όμως η περιέργεια, θες τα φανταχτερά γιορτινά στολίδια του δέντρου, χωρίς πολύ σκέψη δοκίμασε να το πλησιάσει.

Τι χαρά ήταν αυτή που δοκίμασε, όταν είδε πως μπορούσε ν’αρμενίζει και στον ουρανό! Μέθυσε και παραλίγο να αποξεχαστεί πετώντας όλο και πιο ψηλά, όλο και πιο πάνω, μέχρι που το δέντρο ίσα που φαινόταν. Λαμπύριζαν τα στολίδια του στον ήλιο, έτσι φορτωμένο που ήταν χρονιάρες μέρες. Πέταξε, πέταξε το πολυτάξιδο σκαρί, μέχρι που σκέφτηκε, δεν πάω μαθές να δω κι από κοντά τούτο το δεντρί, που, τι τα θες τι τα γυρεύεις, εξαιτίας του έμαθα πως μπορώ να πετάω κι όχι μοναχά να πλέω. Πλησίασε το λοιπόν κι όσο πλησίαζε, τόσο το θάμπωναν τα στολίδια, κι όσο κόντευε, τόσο πιο στενάχωρα ένιωθε που έβλεπε ξύλο αταξίδευτο. Έφτασε κάποτε κοντά. Πολύ κοντά. Κι απόμεινε να το κοιτάει.

-Τι κάνεις εδώ;
-Ριζώνω.
-Τίποτα άλλο;
-Βγάζω φύλλα πράσινα που θροϊζουν στο φύσημα του ανέμου και φτιάχνουν μουσική.
-Αυτό μονάχα;
-Βγάζω μπουμπούκια που ανθίζουν και ευωδιάζουν και έπειτα γίνονται καρπός.
-Μα οι ρίζες σου, πόσο πια να απλωθούν; Λίγα μέτρα κάτωθε σου. Και το θρόισμά σου, ποιος να τ’ακούσει εδώ στην ερημιά; Τα άνθη σου μοναχά ο ήλιος τα θωρεί, κι ο καρπός σου πέφτει στο χώμα.

-Και εσύ καραβάκι, τι κάνεις στη θάλασσα;
-Ταξιδεύω.
-Τίποτα άλλο;
-Φουσκώνω τα πανιά μου και κυνηγάω τους αέρηδες.
-Αυτό μονάχα;
-Βλέπω τόπους μακρινούς και απάτητα ακρογιάλια, σφυρίζω στα περαστικά καράβια, μιλώ με γοργόνες και γεύομαι την αλμύρα που στεγνώνει πάνω μου και ψήνει το σκαρί μου.
-Μα τη θάλασσα που αρμενίζεις δεν την κατέχεις στα βάθη της έτσι περαστικός που είσαι. Κι οι αέρηδες σε παρασέρνουν δώθε κείθε, και τ’άκρογιάλια μόλις τα πατήσεις φεύγεις για αλλού και τα καράβια που συναντάς πάντα περαστικά θα είναι και τις  γοργόνες πρέπει να βουλιάξεις για να μην είναι για πάντα φευγάτες, και το αλάτι ξεραίνει το ξύλο σου.

Έπειτα σωπάσανε. Τίποτε άλλο να πούνε δεν είχανε.
Φύσηξε όμως αγέρι και μεμιάς θρόισαν τα φύλλα του δέντρου. Τι όμορφη μουσική, αναρίγησε το καραβάκι, με όλα μου τα ταξίδια, ποτέ μου δεν άκουσα τόση ομορφιά.
Φύσηξε όμως αγέρι και φούσκωσαν τα πανιά του πλεούμενου καταμεσής στο δάσος και ήχησαν καθώς γεμίζανε με κείνο το καρδιοχτύπι, όταν ξεκινάει το ταξίδι. Τι όμορφη μουσική, θαμπώθηκε το δέντρο, με όλη μου την πυκνή φυλλωσιά, ποτέ μου δεν άκουσα τέτοιο καρδιοχτύπι.

Φύσηξε όμως και πάλι αγέρι και μεμιάς οι ευωδίες από τα άνθη του δέντρου κύκλωσαν το καραβάκι. Τι όμορφο άρωμα, ανάσανε βαθιά-βαθιά το καραβάκι, μ’όλα μου τ’αρμενίσματα, ποτέ μου δε γεύτηκα τόσο γλυκειά μυρωδιά.
Φύσηξε όμως και πάλι αγέρι και μεμιάς η μυρωδιά της αλμύρας από τα θαλασσόξυλα πότισε το δέντρο μέχρι τις ρίζες. Τι όμορφο άρωμα, ρούφηξε την ανάσα τους κατάβαθα το δέντρο, μ’όλα μου τα καρπίσματα, ποτέ μου δεν άκουσα τόσο αψιά ευωδιά.

Φύσηξε άλλη μια το αεράκι κι ακούστηκαν κουδουνίσματα από τα στολίδια του δέντρου. Τι όμορφος ήχος, αφουγκράστηκε το καραβάκι, μ’όλο που κρυφάκουγα νύχτα-μέρα τα τερτίπια της θάλασσας, ποτέ μου ήχος δε γράφτηκε τόσο απαλά πάνω μου.
Φύσηξε άλλη μια το αεράκι κι ακούστηκαν φουρτούνες κι απανεμιές, βουητά από θαλασσινές σπηλιές και τους ήχους που βγάζει το νερό όταν γλιστράει στα μαλλιά των θεών της θάλασσας. Τι όμορφος ήχος, μύρισε με τα πιο φωτεινά από τα φύλλα του το δέντρο, μόλο που κοίταζα νύχτα-μέρα τους φωναχτούς και τους σιωπηλούς ήχους του ξέφωτου, μόλο που κοίταζα τις αφέγγαρες νύχτες τα τραγούδια των ξωτικών, ποτέ μου ήχος δεν πότισε έτσι χορταστικά τις ρίζες μου.

Έπειτα σωπάσανε. Το δέντρο έβγαλε από πάνω του τα πιο πολύτιμα στολίδια του, κάτι διαμάντια φτιαγμένα από τις δροσοσταλίδες της αυγής που μάζευε ξημέρωμα το ξημέρωμα από τη μέρα που φύτρωσε. Τα κρέμασε στο κατάρτι και την κουπαστή και πολύτιμο πετράδι στο δάχτυλο της σκαλιστής γοργόνας στην πλώρη.
Τώρα ήταν και το καραβάκι στολισμένο να αστραφτοκοπά και να γιορτάζει. Κι όταν έφτασε το δειλινό, του έβαψε ο ήλιος τα στολίδια του πορτοκαλιά μαβιά και κόκκινα, του έβαψε η ψιχάλα του απόβραδου τα στολίδια του με ουράνια τόξα.

Το καραβάκι τράβηξε από τα πανιά του κλωστές ποτισμένες από την αλμύρα και τους φλοίσβους της θάλασσας που έξυνε ήχο τον ήχο γεύση τη γεύση από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. Τις τύλιξε γύρω από το δέντρο, ανάμεσα στην φυλλωσιά γύρω από τις φωλιές των πουλιών, παντού να το ραίνουν ολόκληρο. Τώρα το δέντρο ήταν στολισμένο στ’αλήθεια, τίποτα δεν του έλειπε έξω από το αστέρι στην κορυφή. Αδράχνει το καραβάκι την Πούλια από το στέμμα της γοργόνας που φώλιαζε στην πρύμνη του και το ανάβει στην κορυφή να γελά  και να αντιφεγγίζει στη θάλασσα.

Έπειτα ξημέρωσαν Χριστούγεννα. Με στολίδια φωτερά να αντιλαλούνε σε θάλασσες και σε βουνά τη γιορτή. Με στολίδια πολύτιμα και ακριβά πάνω σε σε καράβια και δέντρα.

2 σχόλια:

sstamoul είπε...

Η ιστορία σου μας ταξίδεψε (όπως πάντα).
Καλά Χριστούγεννα! Πολλές ευχές!

Κλεοπάτρα και Μινγκ είπε...

Kαλά Χριστούγεννα με ολοστόλιστα καραβάκια και δεντράκια!