Σάββατο 28 Αυγούστου 2010

Στέλιος Πελασγός, Ο Αρχιτεμπέλαρος



O Στέλιος Πελασγός είναι παραμυθάς. Αναβιώνει την προφορική αφήγηση. Οι αφηγήσεις του απολαυστικές. Να και μία, Ο Αρχιτεμπέλαρος.

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010

Σε μαύρο κι άσπρο-η ξωθιά


Η φωτεινή ξωθιά περπατούσε ανάλαφρα και άφηνε στη θαλασσινή αύρα, τις φυλλωσιές των δέντρων, τα σύννεφα, τα τιτιβίσματα των πουλιών, τις πατημασιές της. Μικρού ποδιού, σαν παιδιού, που δεν έχει μάθει ακόμα δα να πατάει, μονάχα να πετάει. Το ριζικό της τό’φερε να συναπαντήσει άλλη ξωθιά, σκοτεινή πες καλύτερα μάγισσα, φθονερή. Πετάριζε μια, δυο τρεις τις βλεφαρίδες να σηκωθούν αγέρηδες δυνατοί, φύσαγε άλλες τόσες με τα μάτια κεραυνούς και αστροπελέκια, ώσπου τις έσβυνε τις πατημασιές της άλλης της ξωθιάς, της φωτερής. Αυτή συνέχιζε να αφήνει ίχνη στους αφρούς των κυμάτων και στο φως των αστεριών και στα σκοτάδια της σπηλιάς της. Μηδέ στο τραγούδι του αυγουστιάτικου τζίτζικα δεν ξέχασε να πατήσει, ούτε στα μεγάλα μάτια της κουκουβάγιας ή στο λίκνισμα του μοναχικού φυκιού μέσα σε θάλασσα αμμουδερή. Όσο της έσβυνε τα ίχνη η ξωθιά του σκοταδιού, τόσο αυτή πετούσε σε τόπους πιο μακρινούς και πλιο ερημικούς. Στις αφέγγαρες νυχτιές, στη ματιά του νιόβγαλτου και στο βλέμμα του ετοιμοθάνατου γερόντου, στο τελευταίο ποτήρι του κρασιού και στο νερό από το ρυάκι που θα πιει το άγριο ζώο ξεθεωμένο από τη δίψα στην κάψα του μεσημεριού. Όπου και να πήγαινε, μα σε χαρά μα σε λύπη μα σε γλέντι μα στο γέλιο των παιδιών, εκείνη, η άλλη, την έβρισκε, τις ξέκανε τις πατημασιές της, θαρρείς πως ποτέ δεν είχε περάσει από κει, θαρρείς πως δεν υπήρξε. Απόκαμε κάποτε η φωτεινή ξωθιά, ξεθώριασε η λάμψη της έτσι που έψαχνε ολημερίς και οληνυχτίς κρυψώνες να σώσει τα πατήματα που άφηνε ξοπίσω της, είπε να σταθεί, να πάρει μιαν ανάσα, να πάψει για λίγο το χορό.

Στάσου ξωθιά μου, στάσου να σε δω να σε χαρώ, ακούει να θροϊζει μια φωνή στα σγουρά μαλλιά της. Στάσου να σε προκάνω.

Σάστισε, ποιος τάχα να την είδε, ποιες πατημασιές ν’ακολούθησε. Πού με βρήκες παλικάρι ψιθύρισε η ματιά της. Σβυστά τα χνάρια μου, δεν είναι τρόπος να με βρεις.

Έννοια σου και δε σβυστήκανε τα πατήματα σου, τα μάτια σβυστήκανε των αλλονών, μα εγώ πήρα το φλοίσβισμα του κυμάτου και τη μυρωδιά του χειμωνιάτικου βασιλικού και τη ρίζα του κυκλάμινου στην πέτρα, πήρα και φωσάκι από τη σκοτεινιά του βλέμματος της δίδυμης αδελφής σου, της σκοτεινής ξωθιάς. Και τά’κανα ξόρκι δυνατό, τά’κανα μαντζούνι για τη ματιά μου. Νά’μαι , σε θωρώ.

Καλώς τους το λοιπόν και σένα και τη δίδυμη αδελφή μου. Είπε και τον άγγιξε με τα ακροδάχτυλα στα μάτια για να την βλέπει για πάντα. Είπε και έδωσε σκοτάδι από τη φωτεινή ματιά της στη δίδυμη αδερφή της, σάρξ εκ της σαρκός της, να τηνε ευχαριστήσει που υπήρχε.

Τρίτη 10 Αυγούστου 2010

Ο σαιξπηρικός Οθέλλος κατά Όστερμαγιερ

 Επίδαυρος, Οθέλλος

Ο ακέραιος ευθύς και έντιμος μα αφελής Οθέλλος, η γνωστική μα και τολμηρή Δεισδαιμόνα, ο κυνικά ιδιοτελής Ιάγος, και οι λοιποί ήρωες του σαιξπηρικού Οθέλλου βρίσκονται καθ’όλη τη διάρκεια της παράστασης στην Επίδαυρο επί σκηνής, ακόμα κι αν δεν είναι δρώντα πρόσωπα. Κάθονται ο καθένας στην καρέκλα του πλαισιώνοντας το γεγονός της εκάστοτε σκηνής που προωθεί το μύθο. Παρόντες πλην όμως τυφλοί για τα όσα συμβαίνουν μπροστά στα μάτια τους, κλεισμένος ο καθένας στο δικό του σύμπαν που ενίοτε αποτυπώνεται στη στάση του σώματός τους ή στις εκφράσεις του προσώπου τους. Μπροστά τους διαδραματίζονται τα πάντα, όλα όσα θα τους εμπλέξουν στην τραγωδία, τα γεγονότα αποκαλύπτονται μπροστά τους, αυτοί όμως δεν τα βλέπουν και όταν τα πληροφορούνται κατόπιν εορτής επικαλούνται την έκπληξη της άγνοιας. Δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο μπροστά τους για να ανακαλύψουν το νόημα, την αλήθεια. Αυτή είναι ορατή, ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια τους κάθε ώρα και στιγμή, αλλά αυτοί υψώνουν αόρατα τείχη και προσποιούνται ότι δεν βλέπουν. Βρίσκονται λοιπόν προ εκπλήξεως κάθε φορά που θεώνται ένα κομματάκι της πραγματικότητας, με άλλα λόγια η αλήθεια τους συλλαμβάνει ες αεί απόντες να δηλώνουν παρόντες κατόπιν εορτής όταν πια σύρονται από τα γεγονότα ως ουραγοί. Αυτή είναι άλλωστε και η ουσία του τραγικού. Η επίγνωση της άγνοιας ή μήπως καλύτερα άνοιας, που έρχεται πάντα στο τέλος να συντρίψει την αλαζονική γνώση.

 Για να τονιστεί αυτή ακριβώς η διάσταση του τραγικού του ανθρώπου, οι ήρωες περπατούν διαρκώς μέχρι τους αστραγάλους σε νερό. Αυτό τους στέλνει πίσω το είδωλό τους ή τους δείχνει τα είδωλα των προσώπων που συσχετίζονται, πάντα στρεβλωμένα από τη ρυτιδωμένη επιφάνεια του νερού. Κάθε κίνηση τους δική τους ή των άλλων ταράζει τα νερά και στρεβλώνει οποιοδήποτο είδωλο του εαυτού ή του άλλου. Ο καθένας τους δεν είχε παρά να σηκώσει το κεφάλι και να δει το πλέγμα των δράσεων σκέψεων συναισθημάτων που ολοφάνερα αποκαλύπτουν όλοι οι άλλοι μπροστά του. Αντί για αυτό κοιτάζουν τα θολά νερά. Όταν οι ήρωες και πρώτιστα ο Οθέλλος νομίζει ότι ανακαλύπτει επιτέλους την αλήθεια, τα νερά αποτραβιώνται. Νομίζει ότι πατάει σε στέρεο έδαφος πιο πολύ από κάθε άλλη φορά. Είναι ακριβώς η στιγμή που πιστεύει ολόψυχα τα λόγια του Ιάγου. Εκλαμβάνει το απόλυτο ψεύδος ως απόλυτη αλήθεια. Η πλάνη. Ο Ταρκόφσκι βάζει τον πλανημένο άνθρωπο να πετάει, τον έχοντα όμως σαφή επίγνωση της πραγματικής αλήθειας να περπατάει σκυφτός με λυγισμένα γόνατα από το βάρος της. Ο Οστερμάγιερ θέλει με ειρωνικό τρόπο τους σαιξπηρικούς του ήρωες να πατάνε σε στέρεο έδαφος όταν πλανώνται και να βαδίζουν στο υγρό και θολό στοιχείο όταν είναι λίγο πιο κοντά στην αλήθεια έστω την μισή και ασταθή. Όταν την αποκαλύπτουν στην πλήρη της διάσταση, πεθαίνουν. Είναι πολύ αργά πια. Δεν την κατακτούν παρά τη στιγμή του θανάτου τους και ταυτόχρονα του θανάτου των αγαπημένων τους.

Ο Οστερμάγιερ δίνει και μια άλλη διάσταση του τραγικού. Τη γελοιότητα του τελούντος εν αγνοία ανθρώπου. Όλη η παράσταση είναι διαποτισμένη με ένα έντονα κωμικό στοιχείο, διόλου παράταιρο και άτοπο. Ο τραγικός άνθρωπος είναι συνάμα και γελοίος, αφόρητα γελοίος. Τα πάντα είναι διάφανα και ορατά τριγύρω του αλλά αυτός με την περιορισμένη του οπτική δεν βλέπει παρά μόνον τον εαυτό του και αυτόν θολά και ατελώς στα τρεμάμενα νερά. Τους άλλους και τα πλέγματα των σκέψεων δράσεων και συναισθημάτων τους δεν τα βλέπει, παρόλο που είναι μπροστά του ολοφάνερα, αόρατοι τοίχοι τον κάνουν τυφλόν τά τ’ὥτα  τόν τε νοῦν  τ’ὄμματα. Κι όταν πια πέφτει εντελώς άοπλος μπροστά στα πυρά της δολιότητας του Ιάγου ή της αγάπης της Δεισδαιμόνας, όταν συντρίβεται, είναι τόσο τραγικός όσο και γελοίος, καραγκιόζης, μαριονέτα που καμωνόταν τον καμπόσο. Οι θεατές γελούσαμε με την καρδιά μας-αν και πικρά-σε πολλές στιγμές, αν και επρόκειτο για τραγωδία. Όμως η κατ’ εξοχήν κωμωδία είναι ακριβώς η τραγωδία του ανθρώπου, η παιδαριώδης ανικανότητα και φυγοπονία του να κοιτάξει λίγο δίπλα του, αυτά που τον οδηγούν στην αβυσσαλέα πτώση και να την ανακόψει-πράγμα αδύνατον όπως εξάλλου σαφώς κατέδειξαν ο Αισχύλος και  ο Σοφοκλής.

Από την άποψη αυτή, αυτή η διάχυτη κωμικότητα που παραγόταν από την ορατή σε εμάς τους παντογνώστες θεατές αλλά απολύτως αόρατη για τους ήρωες παιδική άγνοιά τους, θυμίζει το έργο του Pieter Bruegel, Children's Games. Ενήλικοι επιδίδονται με αυστηρή προσήλωση σε εκατοντάδες παιδικά παιγνίδια με ύφος περισπούδαστο. Την ίδια ακριβώς εντύπωση έδιναν στην παράσταση και οι ήρωες του Οθέλλου, καταδικασμένοι σε παιδική αφέλεια και άγνοια να παίζουν με αναπαραστάσεις της πραγματικότητας που τις θεωρούσαν πραγματικότητα. Ω γελοιότης!  Ο Οστερμάγιερ δεν άφησε στα σαιξπηρικά πρόσωπα ούτε καν το μεγαλείο του Οιδίποδα. Τους αφαίρεσε τη μοναδική δύναμη του αρχαιοελληνικού τραγικού ήρωα. Κανείς δεν τολμάει να γελάσει με τον Οιδίποδα, γελάσαμε όμως με αυτόν τον Οθέλλο. Γέλιο πικρό βεβαίως και καθαρτήριο, γιατί ξέρει ο θεατής ότι γελά για την εγγενή αδυναμία του ανθρώπου, την άβυσσό του. Για τον ίδιο του τον εαυτό.

Πολλά άλλα σημεία του έργου δόθηκαν με τρόπο ιδιαίτερο όσο και εύστοχο. Οι ήρωες με σύγχρονα ρούχα, έμοιαζαν καθ’όλα απλοί και καθημερινοί άνθρωποι, τα σκηνικά με στήλες από νέον και λιτές καρέκλες, η μουσική σύγχρονη. Αλλά το φόντο μιμείτο προβολή παλιάς ταινίας με την χιλιοπαιγμένη κόπια χαλασμένη με σκρατς, ως διαρκής υπόμνηση της διαχρονικότητας της ουσίας του μύθου. Ο Οθέλλος, ένας λευκός ηθοποιός, γινόταν μαύρος στην όψη, όταν ήταν βουτηγμένος στην άγνοια και την παραφορά και το συσκοτισμένου νου του μέσω της προβολής του αρνητικού του σε τεράστιες οθόνες εκατέρωθεν της σκηνής. Μαύρη και σκοτεινή είναι η ψυχή του, όχι απλά το δέρμα του.

Ο Ιάγος, ο αντεστραμμένος Οθέλλος,  ξεδιάντροπα αποκαλύπτει τη δική του ψυχή απευθυνόμενος στο συνένοχο κατ’αυτόν κοινό με έναν ύμνο στο εγώ και το... ηθικό δικαίωμά του να εκμεταλλεύεται τους πάντες για χάρη του. Κορυφαία η σκηνή με τον Ιάγο με μικρόφωνο στο χέρι ως σύγχρονος περφόμερ που εκτελεί το νούμερό του, να ζητά βοήθεια από τους θεατές στην εκπόνηση του σχεδίου του: Καμιά ιδέα; Γέλιο. Προσπαθεί να μας κάνει να συμμετέχουμε όπως στο παιδικό θέατρο. Απάντηση καμμιά. Επιμένει. Καμιά ιδέα; Αρχίζουμε να υποπτευόμαστε πως θέλει να μας πει πως σε τίποτα δε διαφέρουμε από αυτόν. Τα γέλια χαμηλώνουν. Επιμένει πιο απαιτητικά. Καμμιά ιδέα; Τα γέλια γίνονται απορημένα. Απόκριση καμμιά. Επιμένει με αγωνιώδες ουρλιαχτό. ΚΑΜΜΙΑ ΙΔΕΑ; Τα γέλια παύουν, τα μάτια των θεατών στενεύουν. Καταρέει. Εκείνη είναι η μόνη στιγμή που υψώνεται, που νιώθει βαθιά μέσα του τη μοναχική πορεία του εγώ. Και θρηνεί, απελπίζεται. Είναι αργά για να κάνει πίσω. Πάντα ήταν αργά. Σηκώνεται και συνεχίζει ήρεμος να χλευάζει ξεδιάντροπα τους Οθέλλους, τις Δεισδαιμόνες, τους πάντες. Σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Εξαιρετικές και οι σκηνές της αρχής και του τέλους με κοινό τους σημείο το κρεβάτι με τα λευκά άστρωτα σεντόνια να δεσπόζει στο κέντρο. Μια υποβλητική τελετουργία και στις δυο σκηνές λαμβάνει χώρα. Στην εναρκτήρια η τελετουργική ερωτική ένωση του Οθέλλου και της Δεισδαιμόνας. Αμίλητοι οι ηθοποιοί εν μέσω των καθήμενων γύρω τους προσώπων όλου του έργου, σηκώνονται. Πρώτος ο Οθέλλος γδύνεται, ένας συμβολικός τρόπος να δείξει το γδύσιμο της ψυχής του. Αποκαλύπτεται. Η Δεισδαιμόνα, η μόνη που το αντιλαμβάνεται, με ανάλογες αργές σχεδόν κατανυκτικές κινήσεις όσο και απλές βγάζει τα ρούχα της και αγκαλιάζει στο κρεβάτι τον Οθέλλο. Ο έρωτας. Γύρω από το ίδιο κρεβάτι βρίσκονται όλοι και στη σκηνή του τέλους. Δεν κάθονται πια. Στριφογυρνούν ταραγμένοι και ζοφεροί. Πάνω στο ίδιο αυτό κρεβάτι ο Οθέλλος σκοτώνει τη Δεισδαιμόνα. Ο θάνατος. Ο κύκλος έκλεισε. Κλείνει τελειωτικά με το θάνατο των παγιδευμένων στα δίχτυα της άγνοιας, όλων. Του Ανθρώπου που λυγίζει από την αποκάλυψη της αλήθειας. Μόνον ο Ιάγος δεν πεθαίνει επί σκηνής. Αλλά αυτή τη φορά δε ζητά τη συμμετοχή μας. Το ξέρει ότι εδώ συμμετέχουμε. Ακούσια στην τραγική μοίρα του ανθρώπου.

Παρασκευή 23 Ιουλίου 2010

Παράθυρο στο Χάος

Egon Schiele, Convertion, 1912

«Διανύουμε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας στην επιφάνεια αιχμάλωτοι επίσης των φροντίδων, των ασήμαντων ασχολιών, της διασκέδασης. Γνωρίζουμε όμως, ή πρέπει να γνωρίζουμε, ότι ζούμε στο χείλος μιας διπλής Αβύσσου ή Χάους ή απύθμενου Βαράθρου. Η Άβυσσος που είμαστε, που είμαστε εμείς οι ίδιοι, εντός του ίδιου του εαυτού μας και για τον εαυτό μας. Η Άβυσσος πίσω από τα εύθραστα φαινόμενα, το αποσαρθρωμένο κάλυμμα του οργανωμένου κόσμου και ακόμα και του κόσμου που υποτίθεται πως ερμηνεύει η επιστήμη. Άβυσσος το ίδιο μας το σώμα, μόλις απορρυθμιστεί έστω και ελάχιστα –αλλά και κατά τον υπόλοιπο χρόνο, άλλωστε, αλλά δεν το σκεφτόμαστε διόλου, το ασυνείδητο και οι σκοτεινοί μας πόθοι, το βλέμμα του άλλου, η ηδονή, επίμονα διαπεραστική και πάντοτε φευγαλέα, ο θάνατος, ο χρόνος, για τον οποίο ύστερα από εικοσιπέντε αιώνες φιλοσοφικής σκέψης, δεν είμαστε ακόμη σε θέση να πούμε κάτι. Ο χώρος επίσης, αυτή η ακατανόητη αναγκαιότητα για καθετί που υπάρχει να οριοθετηθεί μέσα σε ένα εδώ ή αλλού. Γενικότερα η αέναη δημιουργία/καταστροφή που είναι το ίδιο το είναι, δημιουργία/καταστροφή όχι μόνο των επιμέρους πραγμάτων, αλλά και των ίδιων των μορφών και των νόμων που διέπουν τα πράγματα. Άβυσσος τελικά το μη νόημα που βρίσκεται πίσω από κάθε νόημα, η ερείπωση των σημασιών με τις οποίες θέλουμε να ντύσουμε το είναι, όπως και η αδιάλειπτη ανάδυσή τους.
[...] Ο συγγραφέας σε έναν ορισμένο τύπο κοινωνίας, στον τύπο ακριβώς όπου η δημοκρατία αρχίζει να βλαστάνει-καθώς και ένας καλλιτέχνης γενικώς ή (αλλά με διαφορετικό τρόπο) ένας στοχαστής ή ένας φιλόσοφος-, αρνείται την απόκρυψη της Αβύσσου. Όταν ξεκινά έναν διάλογο με τον κόσμο και με τους άλλους [...] δεν είναι για να μετριάσει, να κρύψει, να παρηγορήσει ή να διδάξει, αλλά για να αποκαλύψει, για να σκίσει τα καλύμματα της θεσμισμένης και κατεστημένης ύπαρξής μας, για να φέρει στο φως το Χάος. Παραδόξως το κατορθώνει δίνοντας στο Χάος μια μορφή διαφορετική από αυτήν που, θεσμικά, το συγκαλύπτει, μια μορφή που πραγματοποιεί το θαυμαστό αυτό επίτευγμα να παρουσιάζει δίχως να αποκρύπτει. Η καλλιτεχνική μορφή είναι, συγχρόνως, η μορφή του Χάους και η μορφή που αντικρίζει μπροστά της το Χάος. Είναι πέρασμα και άνοιγμα στην Άβυσσο. Αυτή ακριβώς η μορφοποίηση του Χάους αποτελεί την κάθαρσιν της τέχνης.»
Κορνήλιος Καστοριάδης, Παράθυρο στο Χάος, Ύψιλον, 2007

Τρίτη 15 Ιουνίου 2010

Η κούνια


Αιωρούμαι στην κούνια.
Εκείνη την παλιά στο εγκαταλελειμμένο πέτρινο σπιτικό πλάι σε περιοδικά και βιβλία εβδομήντα και βάλε ετών. Κάποτε λίκνιζε ένα μωρό. Ένα τρυφερό νανούρισμα ακούγεται. Το ξεκοιλιασμένο μπαούλο δίπλα με τα μισολυωμένα ρούχα κάποτε έκλεινε άρωμα από πράσινο σαπούνι και μωρουδίστικη φρεσκάδα.
Αιωρούμαι στην κούνια ή τραγουδάω το νανούρισμα;
Τα χρώματα στον τοίχο στρώματα. Άσπρο, κόκκινο, γαλάζιο. Διαλέγω το γαλάζιο. Διαλέγω το άσπρο. Διαλέγω το κόκκινο. Αιωρούμαι. Στις θέσεις των ανθρώπων, στα χρώματα, στις κούνιες. Κοιτώ ανάσκελα το ταβάνι, στέρεο τη μια, πιο κοντά πιο μακριά την άλλη. Κάποιο πόδι λικνίζει την κούνια. Το πόδι μου την λικνίζει. Τώρα δε βλέπω το ταβάνι. Βλέπω τη νέα ζωή στο λίκνο. Κύκλοι αέναοι και η θέση να αιωρείται από το ένα στο άλλο.
Από το ένα στο άλλο.

Δευτέρα 14 Ιουνίου 2010

Σήμερα άρχισα να διαβάζω τα παραμύθια μου στα παιδιά μου

Σήμερα άρχισα να διαβάζω τα παραμύθια μου στα παιδιά μου. Δεν τους είπα πως είναι δικά μου, ούτε πως τα έγραψα για κείνα όταν ήταν μωρά της αγκαλιάς. Ντράπηκα. Και φοβήθηκα πως μπορεί να μην τους αρέσουν ή να μην τα καταλάβουν κιόλας, έτσι μικρά που είναι.
Πρώτη φορά τα είδα τόσο προσηλωμένα. Δεν πήγαιναν με κανέναν τρόπο να κοιμηθούν. Απαιτούσαν να τελειώσει το παραμύθι, όσο μεγάλο κι αν ήταν. Τα μουτράκια τους αστράφτανε, παρόλο που νυστάζανε. Με συμπληρώνανε, προσθέτανε, ρωτούσανε, φαντάζονταν τη συνέχεια, συνδέανε φράσεις με πίνακες, με στίχους, σηκώνονταν να μιμηθούν τους ήρωες, άνοιγαν διάπλατα τα ματάκια τους.
Έπαψα να φοβάμαι να τους τα διαβάσω.
Θα μάθουν άραγε ποτέ πως με την αθωότητά τους με έκαναν να πιστέψω πως αυτά τα παραμύθια πράγματι ισχύουν και για μένα, πράγματι τα αγαπώ, κι όχι μονάχη, μα μαζί τους;
Αν η ευτυχία έχει χρώμα, τότε είναι κόκκινη σαν τα αναψοκοκκινισμένα μαγουλάκια τους, όταν με ακούγανε.
Αν έχει βλέμμα, τότε έχει το βλέμμα μου την ώρα που έβλεπα να τα συνεπαίρνουν τα παραμύθια μου.
Αν έχει ήχο, τότε ευτυχία είναι οι σιωπές τους όταν βαθειά μέσα τους ένιωθαν κάποιο νόημα του παραμυθιού.
Αν η αλήθεια έχει όνομα, τότε λέγεται παραμύθι. Το παραμύθι που δεχόμαστε να παίξουμε. Και παίζουμε.
Δεν τους είπα, ούτε στο τέλος πως είναι δικά μου τούτα τα παραμύθια. Γιατί είναι δικά τους. Τα κάνανε δικά τους.

Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010

Μικρά και ακατανόητα

Όταν κοιτάς κατάματα τον ήλιο, τα χρώματα ξεθωριάζουν μέχρι που χάνουν την αξία τους, την υπόστασή τους, όλα γίνονται ένα γαλακτερό άσπρο, θαμπό να σε τυφλώνει, να μην μπορείς να διακρίνεις το διαφορετικό, πες μαύρο καλύτερα που περιέχει όλα τα χρώματα. Τα μάτια μισοκλείνουν να εμποδίσουν το παραπάνω, ανακλαστική κίνηση, επιβίωση το λοιπόν, μα παρ’όλα αυτά διακρίνεις ένα εκτυφλωτικό φως που σε εμποδίζει να δεις.
Έπειτα στρέφεις παρακεί το βλέμμα, στην αρχή βλέπεις μαύρες κηλίδες στο εκκωφαντικό άσπρο που κάνουν κύκλους σαν φράκταλς, η περιοδικότητα του ακανόνιστου. Μπερδεύεσαι και θαρρείς πως είναι βρωμιές στο λευκό σου σεντόνι, έπειτα θαρρείς πως είναι νησιά στη θάλασσα που ναυάγησες, επιτέλους στεριά, φαντάζει τυχαία η κατανομή και η ύπαρξη των σωτήριων νήσων. Και μετά σκέφτεσαι πως και τα φράκταλς αν τα δεις από πολύ κοντά δεν αντιλαμβάνεσαι αμέσως την επαναληπτικότητά τους, σου φαντάζουν εξαιρετικά μοναδικά και περίπλοκα. Και είναι, πλην όμως αυτό δεν αποτρέπει μια πανομοιότυπη επανάληψή τους στο διηνεκές.
Μετά, μετά σκέφτεσαι πως είναι θέμα οπτικής και διεσταλμένης κόρης το τι θα δεις. Μια ανεπαίσθητη κίνηση, λίγο πιο δω, λίγο πιο κει και βλέπεις κάτι τελείως διαφορετικό. Ένα ανακλαστικό πετάρισμα των βλεφάρων και η εικόνα αλλάζει.
Μετά, άλλο μετά αυτό, φαντάζεσαι πως είσαι εσύ η εικόνα, όχι πια το βλέμμα το μετατοπιζόμενο. Σκέφτεσαι πως σε σημαδεύει η διόπτρα νυχτός. Πως είσαι μέσα στο σκόπευτρο. Σταυρός κέντρο. Μπουμ. Ετυμηγορία. Μια περιορισμένη οπτική εξ ανάγκης, όπως εξάλλου ήταν και η δική σου περιορισμένη, και πώς αλλιώς; Ο σκοπευτής αλλάζει λίγο στάση, πιάστηκε, βαρέθηκε στην ίδια θέση, μετατοπίστηκε. Η ακινησία ταιριάζει στους νεκρούς. Οι ζωντανοί κουνιούνται. Μπορεί να ξαναδείς το στόχο σου, κεντράρεις στο σταυρόνημα, μα φυσάει αεράκι ή ένα κουνούπι σε ενοχλεί, αλλάζεις πάλι, νά’τος ο στόχος από άλλη οπτική γωνία ή μπορεί και να μην τον βλέπεις πια στο σκόπευτρό σου. Μπερδεύεσαι, διαβάζεις ποίηση, οι μεγάλοι ποιητές πάντα μπορούν με μαγικό τρόπο να ρίξουν λίγο φως στα όσα ακατανόητα σε τριβελίζουν ή ακούς μουσική ένα ζεστό μεσημέρι εγκλωβισμένος στην κίνηση, στο στεγανό σου κουβούκλιο με το αιρ-κοντίσιον ανοιχτό, τέρμα η ένταση, μα δεν είναι θέμα έντασης, διαπιστώνεις άμεσα, είναι θέμα πολυχρωμίας του συνθέτη, είναι θέμα γκάμας του άρρητου που θα πιάσουν οι νότες. Το βλέμμα σου λυώνει ανεστίαστο επιφανεικά κάπου ανάμεσα σε στίχους και νότες, οι μνήμες δεν εξοστρακίζονται ούτε και έτσι, μα είναι τόσο πολλές, όσες και οι άπειρες οπτικές σου.
Και να σκεφτείς ότι όλοι σχεδόν γύρω σου το ίδιο κάνουν εγκλωβισμένοι στα αυτοκίνητά τους το καλοκαιριάτικο τούτο μεσημέρι με τον ήλιο να ξεθωριάζει τα χρώματα. Χαμογελάς με κατανόηση για τον εαυτό σου και τους άλλους, μια πτήση σε περιμένει καθ΄οδόν για το αεροδρόμιο, δε σε μέλει αν θα την προλάβεις, ξέρεις ότι ένα κλικ παρακεί αλλάζεις οπτική. Κοιτάς πάλι το εκτυφλωτικό άσπρο του μεσημεριάτικου ήλιου που ισοπεδώνει όλα τα χρώματα, όλα. Ξανακοιτάς, εκτός από το κόκκινο. Κόκκινο ήταν το πουκάμισο σου αγάπη μου όταν ζούσες μέσα μου.

Κυριακή 30 Μαΐου 2010

Λαγονήσι, Σάββατο 29 Μαϊου 2010

Γυρνάω σπίτι μετά από από λίγα ποτήρια κρασί, ώρες που κάνουν τους ανθρώπους να βλέπουν πιότερο τα κοινά παρά τις διαφορές. Ώρες όμορφες, ζέστες καλοκαιριάτικες στα τέλη του Μαϊου, το φεγγάρι λίγο λείπει να μοιάζει με πανσέληνο, το αεράκι να φέρνει τα τελευταία ανοιξιάτικα αρώματα, τα μωρά κοιμούνται γαλήνια, κάτι όμορφο ανθίζει στα μάτια και στα χείλη, πάνω που ένας κόμπος το φέρνει στην άκρη του βλέμματος...πάνω στην τόσο πολύτιμη αυτή στιγμή, ο διόλου πια αστάθμητος παράγοντας, το σύνηθες που δε συνηθίζεται, οι γείτονες που εμμένουν κάθε σαββατόβραδο να προσηλυτίζουν στη μουσική τους παιδεία κάθε άλλον που τυγχάνει να ζει στα δύο χιλιόμετρα ακτινωτά, δε θέλω, δε θέλω να ακούω σκυλάδικα μέχρι τις πέντε το πρωί, ούτε τη λάιτ εκδοχή του ζεϊμπέκικου της Ευδοκίας στη διαπασών, άλλα εννοούσε ρε γaμώτο ο Δαμιανός, όχι αυτό, εκείνο είναι που πιότερο με ενοχλεί, παρά ο θόρυβος που θέλοντας και μη εισβάλλει στο μυαλό και δεν αφήνει χιλιοστό σκέψης να ανθίσει, ΔΕ θέλω να με σύρετε με το ζόρι στα τραγούδια σας, και τη μόνιμη ανά δεκάλεπτο άθλια διασκευή της καϋμένης της Ευδοκίας, της κακοχωνεμένης μαγγιάς του σύγχρονου γλεντιού, ΔΕ θέλω να με αναγκάζετε να ακούω όλη νύχτα πιάτα να σπάνε, εγώ, εγώ γύρισα σπίτι μου με τα μάτια καρφωμένα στο φεγγάρι και ήσυχα αθόρυβα και μυστικιστικά σχεδόν χάιδεψα τα γράμματα στο βιβλίο με τα ποιήματα του Σεφέρη, Raven, σελίδα 143, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρεία, και ο κόμπος στο λαιμό πάνω στον όμορφο στίχο να γίνεται στάχτη, θρύψαλα στα ουρλιαχτά και στα ψεύτικα ώπα του σαββατόβραδου που διαδηλώνει το δικαίωμά του στο νταβαντούρι, θέλω πίσω τις παιδικές ερημιές μου, το σεβασμό προς τον άλλο, προς τη γη, οι ίδιοι που τίγκαραν με μπετό κάθε χιλιοστό χώματος, οι ίδιοι τιγκάρουν με θόρυβο κάθε σπιθαμή αέρα, δεν μπορώ να στρέψω πουθενά το βλέμμα πια χωρίς να αντικρύσω μεγαθήρια από τσιμέντο, δεν μπορώ να στρέψω πουθενά τα ώτα πια χωρίς να μου τριβελίσει το μυαλό το χιτάκι της εποχής, ώρα να του δίνω, μετανάστευση για τόπους που ο άνθρωπος σέβεται τη γη που πατά και τους συνανθρώπους του, να πάω πού, άλλη μια ουτοπία στα σκαριά, ένα ανύπαρκτο ειδυλλιακό τοπίο, δεν πάω πουθενά, εδώ γεννήθηκα, εδώ πρέπει να παλέψω, λίγι χώρο αφήστε οι επήλυδες και για τους άλλους να χωρέσουμε όλοι. Γιατί τόση επίδειξη, γιατί πρέπει να επιβάλλετε το φωνακλάδικο μοντέλο σας και σε όλους τους άλλους, γιατί πρέπει με το στανιό να με σύρετε στην αισθητική σας, γιατί πρέπει μία η ώρα το βράδυ να βάλετε τόσο δυνατά τα τραγούδια σας που να μου τρυπάνε τη σκέψη, να κάνουν κομμάτια το Raven του Σεφέρη που τόσο πολύ ήθελα να διαβάσω. Θέλω να κλάψω από απογοήτευση για τη γελοιότητα του πράγματος. Αντί για αυτό γελάω νευρικά, μικρή η απόσταση από το κλάμμα μέχρι το νευρικό γέλιο.
Κουράγιο θα περάσει. Μισή ώρα διορία. Κατά κανόνα τόση ώρα περισσεύει ησυχία μέχρι να βαρέσουν οι κυριακάτικες καμπάνες της εκκλησίας στα ριζά του λόφου. Τελειώνει ο προσηλυτισμός του κλαμπατσίμπαλου τα ξημερώματα και αρχίζει της θρησκείας το πρωί. Μα εγώ, θέλω μόνο να διαβάσω το  Raven του Σεφέρη χωρίς σκυλάδικα και κωδονοκρουσίες. Προλαβαίνω άραγε;

Λαγονήσι, Σάββατο 29  Μαϊου 2010

Πέμπτη 27 Μαΐου 2010

Σχεδιάσματα καλοκαιριού

Το καλοκαίρι παφλάζει όπου νά’ναι στον ζεστό ήλιο.
Τι είναι άραγε αυτό που κάνει τη σκέψη να βρέχεται στο φθινόπωρο
ή να πισωγυρίζει στα λουλουδιάσματα της άνοιξης.
Χέρια σε έκταση, οι δείκτες να δείχνουν το πριν και το μετά,
μνήμες τετελεσμένες και μνήμες μελλοντικές,
μα το σώμα σε στάση προσοχής, ριζωμένο στον παφλασμό του καλοκαιριού.
Κι αν, αν στραφεί η κεφαλή, που θα κοιτάξει,
το βλέμμα πόσο πίσω θα φτάσει ή πόσο μπρος,
τι θα θυμηθεί με το σώμα έτσι στεριωμένο
στη λαίλαπα του πυρωμένου θέρους, αυτού,

που αχνίζει στις βλεφαρίδες, καίει τα μάτια,
ευλογεί και καταριέται, ποτίζει τη μνήμη του τώρα,
καμπυλώνει τις ηλιαχτίδες, χτίζει και γκρεμίζει κάστρα στην άμμο,
σκιάζεται κάτω από τις μουριές, σκαρφαλώνει στις κληματαριές,
κυλιέται στα φεγγαρόφωτα, κρύβεται στις αφέγγαρες νύχτες,
σε ένα ποτήρι κρασί και στο θυμάρι του Αυγούστου,
στις χαρακιές των χεριών σου και στα παιδικά τιτιβίσματα,
σε έναν πίνακα του Κλιμτ, σε μια μελωδία πρώτη φορά ακουσμένη,
μα που κάτι ακριβό σου φέρνει από τα βάθη κι ας μην ξέρεις τι,
στο μονάκριβο δάκρυ που θα βρέξει το ωχρό μάγουλο, στα κόκκινα φιλήματα.

Τι θα θυμηθεί άραγε το βλέμμα με το σώμα το καρφωμένο στο θέρος, εκεί,
στους ξερούς χωματόδρομους τους στρωμένους από αποφόρια τζιτζικιών
που νιόβγαλτα και ξαναγεννημένα ξεκουφαίνουν,
τόσο που κάνουν μια απέραντη σιωπή να ανθίσει στο μυαλό.
Έχεις ποτέ νιώσει πόσο ο μεγάλος αχός μοιάζει με τη σιωπή;
Αυτά τα καλοκαιριάτικα καταμεσήμερα, τότε,
που οι τζίτζικες γεμίζουν εκκωφαντικά κάθε χιλιοστό του βλέμματος,
τη στιγμή εκείνη που δεν μένει στον πάτο παρά σιωπή,
πλούσια, αυτάρκης, γεμάτο από δαύτη το σώμα ως τα χείλη, τα μισάνοιχτα,
σιωπή που πετρώνει το σώμα, ζωντανός που έγινε άγαλμα.
Ο μύθος του αγάλματος που ζωντάνεψε από τον έρωτα του γλύπτη, μισός.
Ο άλλος μισός είναι για τον γλύπτη που γίνεται άγαλμα,
σιωπηλό και αύταρκες,να το πυρώνει ο ήλιος του καλοκαιριού,
το σώμα του τώρα μας με τα χέρια σε έκταση
με τους δείκτες να διαγράφουν την καμπύλη από την άνοιξη προς το φθινόπωρο.

Τι θυμάται άραγε το βλέμμα με το σώμα έτσι στεριωμένο
στη λαίλαπα του πυρωμένου θέρους
από την άνοιξη και το φθινόπωρο;

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Ο μακρόκοσμος και ο μικρόκοσμος

Ο μακρόκοσμος και ο μικρόκοσμος, Leah Palmer Preiss

Ο μακρόκοσμος εύκολα αντιληπτός με την πρώτη ματιά δίνει το γενικό περίγραμμα, ευδιάκριτο και σαφές. Το φαίνεσθαι ταυτίζεται με ασφάλεια με το είναι. Οι πράξεις των ανθρώπων εξηγούνται βάσει των ασπρόμαυρων μανιχαϊστικών μοντέλων. Οι προθέσεις τους ορατές, οι ενέργειες τους εξηγήσιμες υπακούν σε κανόνες και νόμους ηθικής, λογικής, ή οποιουδήποτε άλλου αιτιοκρατικού μοντέλου. Το τάδε αίτιο παράγει το τάδε αποτέλεσμα. Η απόκλιση από τους κανόνες που διέπουν τον μακρόκοσμο καταδικάζεται ανάλογα με το επικρατούν σύστημα δικαίου. Τα πράγματα απλά και ξεκάθαρα, οι συνειδήσεις επαναπαύονται, η τάξη ασάλευτη, κέρδος η ασφάλεια, το έδαφος δεν τρέμει κάτω από τα πόδια, είναι σταθερό. Η πορεία απρόσκοπτη, ένα και ένα κάνει δύο. Το ρητό του μακρόκοσμου, αυτού που μπορεί να λεχθεί, να εκλογικευθεί, να τιθασευτεί.
Αν κάνει όμως κανείς ζουμ στον μακρόκοσμο, θα διακρίνει έναν ολόκληρο δυσθεώρητο δια γυμνού οφθαλμού κόσμο, τον μικρόκοσμο. Χιλιάδες μικροσκέψεις, συναισθήματα, μικροοργανισμοί, που κρύβονται σε κάθε πτύχωση του μακρόκοσμου. Η εικόνα πια αλλάζει. Δεν υπάρχει μόνον το σαφές και ορατό περίγραμμα, συνυπάρχουν και χιλιάδες άλλες δυνάμεις δυσδιάκριτες και δυσεξήγητες και μη προβλέψιμες, που διαφοροποιούν τελικά συνολικά την εικόνα του μακρόκοσμου. Ο κόσμος του άδηλου και άρρητου, που κάνει το έδαφος να κλονίζεται, τον άνθρωπο να αμφισβητεί το ατράνταχτο δίκαιο του μακρόκοσμου και να εξαναγκάζεται να συμπεριλάβει στη θεώρησή του και τον μικρόκοσμο. Αυτός ο μικρόκοσμος αποδεικνύεται πάντα ισχυρότερος από τον μακρόκοσμο σε βαθμό να τον καταλύει, δεν είναι όμως πάντα ομορφότερος ή ουσιαστικότερος ή υγιέστερος. Αν για παράδειγμα στις ταινίες του Κισλόφσκι από το Δεκάλογο έως την Τριλογία των χρωμάτων, το αθέατο ανακηρύσσεται ηθικότερο από το θεατό, υπάρχουν φορές που απλά ο αθέατος μικρόκοσμος δεν είναι παρά ένα σάπιο εσωτερικό που καλύπτεται από το εξωτερικό περίβλημα του μακρόκοσμου.

Σε αυτήν την περίπτωση φαίνεται πως εντάσσεται η οικονομική και όχι μόνον κατάρρευση της Ελλάδας των τελευταίων ημερών. Ο μακρόκοσμος, το άμεσα αντιληπτό περίγραμμα της κοινωνίας μας, μέχρι πριν λίγο καιρό ήταν μια εικόνα σχετικής ευμάρειας. Μια εικόνα, όπου παρά τα επίμονα σήματα κινδύνου, έστεκε εκ πρώτης όψεως. Καταναλωτικά αγαθά, καταναλωτική νοοτροπία, επιδοτήσεις για την αγορά τζιπ, ογδοντάχρονος κύριος που ζει φτωχικά πλην όμως σπεύδει να εκμεταλλευτεί την επιδότηση, ασύλληπτα ποσά για λουλούδια σε κέντρα διασκέδασης, η κυρία που υπερηφανεύεται για την προ ετών προνοητικότητά της να εκμεταλλευτεί γνωριμίες ώστε να βολευτεί με μια θέση σε υπουργείο άμα τη αποκτήσει του πτυχίου της φιλοσοφικής, ο νεαρός κουστουμαρισμένος κύριος που επιβαίνει σε μεγάλου κυβισμού καλογυαλισμένο αυτοκίνητο και δε διστάζει να κλείσει το δρόμο για να τηλεφωνήσει ούτε να πετάξει το άδειο του πακέτο στο δρόμο. Ο μακρόκοσμος της άνεσης της ατομικής που δεν ενδιαφέρεται αν θα βρωμίσει τον χώρο που δεν του ανήκει, είτε κυριολεκτικά με σκουπίδια, είτε ηθικά. Και πάει λέγοντας. Τα παραδείγματα σίγουρα ανήκουν στην περιπτωσιολογία, είναι όμως χαρακτηριστικά για μια κοινωνία που θεοποιεί τη μόστρα και τον ατομικισμό της αδιαφορώντας για τον μικρόκοσμο: τα δανεικά που κάνουν εφικτή την κατανάλωση, τον νεποτισμό, τα ρουσφέτια και μύρια άλλα που κάποτε φάνταζαν κλισέ σε γυμνασιακή έκθεση ιδεών και κήρυγμα πλην όμως τώρα, που γύρισαν τα μέσα έξω, δε φαντάζει. Η αποφορά μιας κοινωνίας που θεώρησε νορμάλ και αποδεκτό το επιλήψιμο, την πνίγει. Ο μικρόκοσμός της γιγαντώθηκε τόσο ώστε να καταστρέψει το άψογο εξωτερικό περίβλημα του μακρόκοσμου της.

Σκέφτεται κανείς πως όλα τούτα δεν είναι καινούρια. Το καινούριο είναι η μεγάλη κλίμακα που έγιναν ορατά. Σε μικρότερη κλίμακα τα περί μακρόκοσμου και μικρόκοσμου απασχόλησαν κατά εποχές πλείστους διανοητές ή καλλιτέχνες. Θυμάται κανείς τον Ατόμ Εγκογιάν και την ταινία του Το Γλυκό Πεπρωμένο. Ένα σχολικό λεωφορείο γλιστράει και η τοπική κοινωνία θρηνεί τα θύματα. Το μέλλον της καταστρέφεται, τα παιδιά σκοτώνονται ή μένουν ανάπηρα. Βουβοί οι γονείς προσπαθούν να ανακαλύψουν το γιατί. Ο σκηνοθέτης αποκαλύπτει σταδιακά μέσα από μικρογεγονότα το σάπιο μικρόκοσμο της κοινωνίας αυτής. Κάθε ένας χωριστά έβαζε το δικό του μικρό κρίμα, το δικό του λιθαράκι, μέχρι που το κακό διογκώθηκε, έγινε σωρός από πέτρες. Το τίμημα ήταν η υποθήκευση του μέλλοντος της κοινωνίας αυτής. Τα παιδιά σκοτώθηκαν. Αν παραβλέψει κανείς το μεταφυσικό της ταινίας και τη δει αλληγορικά, δεν μπορεί παρά να βρει ομοιότητες με τη σύγχρονη οικονομική κατάρρευση, μα πρωτίστως ηθική. Το κάθε μικρό ή μεγαλύτερο λάδωμα, φακελάκι, φοροδιαφυγή, η κάθε μικρή αλαζονεία, βόλεμα, ωχαδελφισμός, η κάθε αθέτηση της σειράς στη στάση του λεωφορείου, στο φανάρι, στη δουλειά που γινόταν μάλιστα με καμάρι, σαν κατόρθωμα που έπρεπε να επιδειχθεί, όλα αυτά που έγιναν τις τελευταίες δεκαετίες πιο πολύ από ποτέ τρόπος σκέψης και καθημερινότητα, όλα αυτά που δεν άφησαν κανέναν εντελώς αλώβητο τελικά, είτε από εθισμό και μιμητισμό της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, είτε από ανάγκη επιβίωσης, συσσωρεύτηκαν. Και σκάνε συμπαρασύροντας την κοινωνία ολάκερη, και κυρίως τα παιδιά. Για ποια παιδεία να μιλήσουμε και για ποιες ανθρώπινες υποδομές, για ποιον κόσμο που καλούνται να ζήσουν;

Το πράγμα θα μπορούσε να εκληφθεί ως το τέλος μιας εποχής και η αρχή μιας νέας σε υγιέστερες βάσεις. Αν είναι έτσι, τότε θα έπρεπε να υπάρχει χαρά που έσκασε επιτέλους το απόστημα. Καιρός ήταν. Απλά αναρωτιέται κανείς πόσο το σοκ είναι αρκετό για να αλλάξει εκ βάθρων η νοοτροπία και να μην επαναληφθεί το ίδιο σφάλμα. Να μην ξαναχτιστεί το ίδιο σαθρό οικοδόμημα. Αναρωτιέται κανείς όταν μετά από όλα αυτά συνεχίζει να βλέπει τον υπερφίαλο οδηγό θηριώδους αυτοκινήτου να μην ντρέπεται που απαιτεί να εξαφανιστεί από το διάβα του οτιδήποτε μικρότερου κυβισμού, σαν να μην έχει δικαίωμα να υπάρχει, σαν να φτιάχτηκε ο δρόμος μονάχα για αυτόν. Οι άλλοι απλά δεν θα έπρεπε να υπάρχουν. Ο μικρόκοσμος μας θα έπρεπε να αλλάξει. Να γκρεμίζει το μακρόκοσμο όχι επειδή είναι σάπιος, αλλά επειδή είναι πιο στέρεος από αυτόν. Όπως στις ταινίες του Κισλόφσκι. 

Κυριακή 2 Μαΐου 2010

Η έρημος της Ζαχάρας: Πώς γεννιούνται τα ωραιότερα παραμύθια

Τα ωραιότερα παραμύθια είναι αυτά που πλάθονται συλλογικά και απροσχεδίαστα και αβίαστα. Αυτά που συμμετέχουν όλα τα συμβαλλόμενα μέρη χωρίς παρότρυνση άλλη πέραν της αυθόρμητης θέλησης να συνεχίσουν ή να μεταπλάσουν το κομματάκι της ιστορίας που αρχίνησε κάποιος άλλος. Λίθο το λίθο προκύπτει καμμιά φορά οικοδόμημα ολόκληρο και είναι να απορεί κανείς, όταν το δει ολοκληρωμένο, πόσο καλά συνεργάστηκαν οι πέτρες μεταξύ τους χωρίς να αλλάξει κάθε μια ξέχωρα το σχήμα της, αλλά όλες μαζί να δίνουν ένα νέο σχήμα, μια νέα ιστορία που στέκεται στέρεα. Η ξερολιθιά στέκει χωρίς κανένας λιθοξόος να κουτσουρέψει τις σκόρπιες πέτρες του χωραφιού. Σε τέτοιου είδους ιστορίες χωράνε οι ιστοριούλες και οι ιδέες με το χρώμα του καθενός και δε χρειάζεται να καλυφθεί ή να σβύσει κάποιο από τα χρώματα. Ασφαλώς απαιτείται τέχνη για το όλο οικοδόμημα, κυρίως η τέχνη του αυθορμητισμού, των ερμηνευτών που διόλου τυχαίοι ξέρουν πότε να λαλήσουν το δικό τους, κατάδικό τους παραμύθι.

Εκτός από την πλοκή που όλοι συμβάλλουν, για να είναι απολαυστική πραγματικά μία ιστορία, απαιτείται θεατρικοποίηση. Τα παιδιά ιδίως-συμπεριλαμβάνω και αυτά που κρύβονται στους ενηλίκους-, λατρεύουν να εκφράζουν με το σώμα τους, τις ιστορίες που επινοούν. Απολαμβάνουν να ενσαρκώνουν τους ήρωες που φαντάστηκαν και να κάνουν τα χάρτινα λόγια πράξη. Μόνον τότε, στο τρισδιάστατο σύμπαν της αναπαράστασης,  ζωντανεύουν οι ιστορίες τους, διαφορετικά μένουν λειψές και ανεπαρκείς στο δισδιάστατο λόγο.

Το παραμύθι που θα προκύψει μπορεί να μην είναι το πιο πρωτότυπο ή έξυπνο που έχει ποτέ ειπωθεί -και δη από επαγγελματίες παραμυθάδες-, είναι σίγουρα όμως προσωπικό και με άμεση συμμετοχή και εμπλοκή των δημιουργών του. Αυτό είναι που το κάνει ουσιαστικό και όμορφο, ομορφότερο από οποιαδήποτε άλλη ιστορία, που όσο τέλεια και να είναι, δεν προκύπτει από εμάς, δεν είναι δική.

Να ένα μικρό δείγμα δημιουργίας ενός τέτοιου παραμυθιού:

-Πού είναι η έρημος της Σαχάρας;
-Σαχάρας ή Ζαχάρας είπες;
-Ζαχάρας, απαντά το πιτσιρίκι πονηρεμένο, που αντί για άμμο έχει ζάχαρη.
-Και όταν φυσάει σηκώνεται ζαχαροθύελλα που μαστιγώνει τα καραβάνια;

Η αρχή είχε γίνει. Το απόγευμα στην παραλία όλοι βλέπαμε ζάχαρη αντί για άμμο. Ένα θαλάσσιο ποδήλατο παρατημένο, χωρίς δεύτερη σκέψη χρίστηκε ιπτάμενο όχημα και αφού επιβιβάστηκαν όλοι, άρχισε η εξερεύνηση.

-Εγώ θα είμαι ο πλοηγός!
-Και εγώ ο πηδαλιούχος!
-Εγώ ο κυβερνήτης!
-Και εγώ ο χαρτογράφος!
-Και ο Φουρφουρούλης, ο σκύλος μας;
-Μα θα γίνει το καραβόσκυλο!

Για όλους υπήρχε ένας ρόλος. Υλικά άφθονα. Πυξίδα από ένα βότσαλο που πάνω του ζωγραφίστηκαν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα με ένα καρβουνάκι, λίγη άμμος που πάνω της σχεδιάστηκε με ένα ξυλάκι ο χάρτης της άγνωστης περιοχής που κατακτούσαν οι εξερευνητές, πηδάλιο έτοιμο του θαλάσσιου ποδηλάτου.

-Κοιτάτε, σμήνη από παράξενα πουλιά μας πλησιάζουν!
-Δεν είναι πουλιά, είναι ανεμόψαρα. Ας ψαρέψουμε μερικά, μας τελεώνουν οι προμήθειες.

Καλάμια μετατράπηκαν σε φοβερά καμάκια, μπουφάν σε δίχτυα που εκτοξεύονταν για να πιάσουν τα νοστιμότατα ανεμόψαρα που νόμιζαν ότι, αν παρίσταναν τα πουλιά, θα γλίτωναν από τους ψαράδες. Τα αμπάρια του εξερευνητικού οχήματος γεμίσαν και το ταξίδι συνεχίστηκε απρόσκοπτα.

-Φτάσαμε! Ω, παντού λεπτή ζάχαρη!
-Και αυτά τι είναι; Ρωτάει κάποιος από τους εξερευνητές δείχνοντας τα βότσαλα.
-Μα καραμέλες! Στην έρημο της Ζαχάρας αντί για πέτρες υπάρχουν καραμέλες! Ελάτε να μαζέψουμε μερικές να έχουμε για την επιστροφή!

Τα μαύρα βότσαλα γίνανε γλυκίσματα από μαύρη ζάχαρη, ξυλάκια με καρφωμένα φύκια μεταμορφώθηκαν σε γλειφυτζούρια που φυτρώνανε στην έρημο της Ζαχάρας ως σπάνια λουλούδια, σκάφτηκε στην άμμο η κοίτη ενός ποταμού από σιρόπι, θαλασσόξυλα έγιναν τα κουπιά του κανώ που επιβιβάστηκαν οι εξερευνητές για να πλεύσουν στο παράξενο ποτάμι. Όσο για τους κατοίκους της ερήμου, που έκαναν την εμφάνισή τους λίγο παρακάτω, αυτοί ήταν φτερωτοί γλυκόσαυροι, μεταξύ των οποίων και ο γνωστός γλυκόσαυρος της Λιλιπούπολης. Πάντα περνούν γλάροι από μία παραλία που μπορούν να χριστούν ως τέτοιοι. Πρόβλημα συνενόησης δεν υπήρχε, γιατί όλα τα παιδιά ασφαλώς μιλούν άπταιστα γλυκοσαυρικά. Ανακάλυψαν δε πως πρόκειται για φιλικά πλάσματα που ζουν ειρηνικά και ευτυχισμένα, αν και απειλούνται από τους φοβερούς και τρομερούς πικρόσαυρους που θέλουν να πικρίσουν τη χώρα τους. (Ναι, δεν άντεξα, πέρασα το οικολογικό μηνυματάκι περί καταστροφής του περιβάλλοντος). Πάνω στην ώρα εφορμούν οι εχθροί (ξαφνικές ριπές του αέρα κάνουν μια χαρά για πικρόσαυροι). Τα θαλασσόξυλα από κουπιά μετατράπηκαν σε φοβερά όπλα που εκτόξευαν ζάχαρη για να γλυκάνουν οι πικρόσαυροι και να ξεπικρίσουν. Όταν μετά από ώρα ξεθύμανε το αγωνιστικό μένος των παιδιών και αφοπλίστηκαν όλοι οι επιδρομείς πικρόσαυροι, οι γλυκόσαυροι στήσαν ένα γλέντι τρικούβερτο με σοκολάτα από τα ορυχεία (δηλαδή τις τσέπες των μεγάλων...), εξαιρετικά σπάνια στην έρημο της Ζαχάρας και για αυτό ελάχιστη για τον καθένα, μα για αυτό ακριβώς πολύτιμη. Η εξερευνητική αποστολή έλαβε τέλος, η ώρα έχει περάσει και το ιπτάμενο...θαλάσσιο ποδήλατο γεμάτο εφόδια περιμένει το πλήρωμα. Γλυκόσαυροι και ξεπικρισμένοι πικρόσαυροι αποχαιρετούν τους εξερευνητές και τους διαβεβαιώνουν για άλλη μία φορά πως στέρεψαν τα κοιτάσματα της σοκολάτας στα ορυχεία...

Κυριακή 25 Απριλίου 2010

"Πότε το κλάμα θα είναι πιο δυνατό για το παρόν τους;"

«Και πότε οι άνθρωποι δε θα προσμετρώνται ως απώλειες;
Πότε η παρουσία τους θα είναι εν τέλει πιο δυνατή από την απουσία τους;
Πότε το κλάμα θα είναι πιο δυνατό για το παρόν τους;»

Κυριακή μεσημέρι, άνοιξη με καλοκαιρινές μυρωδιές, η τριανταφυλλιά βαρυφορτωμένη να κρέμονται τα ρόδα της στην κρεβατίνα, πράσινα κυματάκια να σχηματίζουν τη θάλασσα στο βάθος των ματιών, οι δάφνες θεριεμένες και ακλάδευτες, η μουριά επιτέλους μέστωσε και χύνει τη σκιά της στο χώμα, τα σπασμένα κεραμίδια δεν χάσκουν πια, αλλάχτηκαν, το γατί μεγάλωσε, δεν σκουνταφλάει στα αγριόχορτα της αυλής, ο σκύλος γέρασε, δεν βλέπει πια καθόλου, πηγαίνει ψάχνοντας, μα παίζει σαν κουτάβι, τα κάρβουνα καταγής περιμένουνε τη σχάρα, τα παιδικά ποδηλατάκια φρενιάζουν στις αυτοσχέδιες ράμπες, τα κοντομάνικα, τα πρόσωπα αναψοκοκκινισμένα, το κρασί κόκκινο, η τσίκνα ανακατεμένη με γέλια και τη μυρωδιά του καταβρεγμένου πεύκου, το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου ανοιχτό να φέρνει στη θύμηση τα κυριακάτικα μεσημέρια από τα μικράτα μας με τη φωνή του σπήκερ να παίζει μπάλα, τώρα δα ακούγεται ο Κεμάλ, τα πιτσιρίκια αφουγκράζονται και καβαλάνε τα σκουπόξυλα, περήφανα αραβικά άτια. Κάποιο φωνακλάδικο γλέντι κατηφορίζει την πλαγιά, χαμόγελα κατανόησης για τη φωναχτή του χαρά και η θάλασσα πράσινη όσο ποτέ.


Κοίτα, μου λες κατάματα χωρίς άλλη κουβέντα.

(Τώρα,
 που το ξέρουμε πως ζούμε το υλικό της μνήμης μας.
 Κοίτα, το παρόν
που συνειδητοποιεί εν τη τελέσει του
πως  θα μείνει ζωντανό στη μνήμη μας με κάθε λεπτομέρεια.
Κοίτα το παρόν
που θα ζωντανεύει μέσα μας όποτε το καλέσουμε
ή πιότερο όταν δεν το καλέσουμε,
αναλλοίωτο,
το παρόν που έμαθε να πετρώνει ).

Λέξεις δεν ειπώθηκαν, γιατί θα ήταν λίγες. Μα σε κατάλαβα, σε κατάλαβα, γιατί ήμουν εκεί και έβλεπα μαζί σου τον μυστικό μας θησαυρό. Άκουγα και έλεγα μαζί σου το συνένοχο «κοίτα» των κυνηγών του θησαυρού που έκθαμβοι τον ανακαλύπτουν γδαρμένοι και ματωμένοι μετά από πολλές περιπέτειες, με κόπο.

Σηκώνομαι και χύνω λίγο από το κρασί μου στο χώμα, σπονδή για τους συντρόφους που χάθηκαν καθ’οδόν στο κυνήγι του θησαυρού.

Σηκώνομαι και χύνω στο χώμα δάκρυα, που ανακάλυψα πότε το κλάμα γίνεται πιο δυνατό για το παρόν. Σου.

Δε με ρώτησες γιατί έκλαιγα. Ήξερες.


Για τη Μύρτιδα.

Δευτέρα 12 Απριλίου 2010

Το θεριό

Η γοργόνα της Μονής Σκαφιδιάς

Τα φοβόταν ο Γιάννης τα θεριά. Από μικρό παιδί. Άκουγε δίπλα στη χόβολη ιστορίες από τη γιαγιά του για δράκους που καταπίνανε ανθρώπους μαζί με τις ψυχές τους και φτύνανε και τα κόκκαλα, για καλικάντζαρους που σκούζανε για το μερί του γουρουνιού και μαγαρίζανε τα πάντα, για ξωθιές που κάτι αφέγγαρες νύχτες αρπάζανε τη φωνή του διαβατάρη που τον πήρε το βράδυ και δεν πρόκανε να φτάσει σπίτι του, παρά αργά, πολύ αργά, άλαλος. Και έτσι όπως τρεμόπαιζαν στο τζάκι οι φλόγες, έτσι τρεμόπαιζαν και οι σκιές, μα εκείνος σκιές δεν έβλεπε, μόνο δράκοντες χωρίς τη σκιά τους που ξεμυτίζανε από θεόρατα κάστρα και γελούσαν τόσο άγρια μέχρι που σβύνανε τ’αστέρια και αερικά που ήτανε άπιαστα, μα σε αρπάζανε δουλικό τους με το στανιό, άμα τα συναπαντούσες και γλυκόλαλες λάμιες, που σου ξεσκίζανε τις σάρκες πάνω που υπόσχονταν όμορφα νανουρίσματα. Η φωνή της μπάμπως του τρεμόπαιζε κι αυτή σιμά στις σκιές και τις έκανε ζωντανές, πιο ζωντανές, θαρρούσε πως θα ξεκολλήσουν από τον ασβεστωμένο τοίχο όλα τούτα τα θεριά και θα του χιμήξουν.

Το φυλλοκάρδι του τρεμόπαιζε κι αυτό και πα στην ταραχή του έβλεπε κι άλλα θεριά στις σκιές, που δεν τά΄λεγε η μπάμπω, δικά του. Κάτι γοργόνες με φτερά που σηκώνανε αέρηδες φοβερούς τέτοιους που παίρνανε μακριά τη θάλασσα και γκρεμοτσακίζονταν τα καράβια στους άπατους στεγνούς βυθούς. Κάτι λιοντάρια με κεφαλή γυναίκας μακρυμαλλούσας, με μάτια φιδίσια που άμα πιάνανε το βλέμμα σου σε κάνανε άγαλμα ασπρουδερό, πιο ασπρουδερό και από τα πολυκαιρισμένα κόκκαλα. Κάτι νεράιδες ψηλόλιγνες πολύ σα κυπαρίσσια που αντί να θροϊζουνε χορεύανε κάθε που φύσαγε το αγέρι, μα τα πόδια τους ήταν ρίζες και άμα έκανες πως σίμωνες, ρίζωνες και συ παραδίπλα στο δάσος με τα μαύρα κυπαρίσσια, να ψηλώνεις να ψηλώνεις μα τα αστέρια να μη τα φτάνεις καταπώς έπρεπε για να λυθούν τα μάγια.

Η μπάμπω του όμως έλεγε και για ήρωες. Κάτι παλικάρια που δε φοβόντουσαν και ορμούσαν με τα σπαθιά τους και το μυαλό τους και μακέλευαν τα τρομερά θεριά που ποτέ δε νικούσαν. Κάτι παλικάρια που αστράφτανε στον ήλιο, κάτι Γιάννηδες λεβέντες-άλλοι Γιάννηδες αυτοί, σκεφτόταν κουκουλωμένος στο τρεμάμενο φυλλοκάρδι του-, κάτι σιδεροφάδες, κάτι κοπελούδες σαν την κυρά-Βδοκιά τη βυζαντινή αρχόντισσα που είχε σκοτώσει μονάχη ούτε ένα ούτε δυο, μα σαράντα δράκους φορώντας τα μαύρα της τα ρούχα και κουβαλώντας μαζί τα χρυσά για τη χαρά. Εκείνος όμως συνέχιζε να φοβάται τις σκιές ακόμα και όταν τέλειωναν τα παραμύθια. Κουκουλωνόταν κάτω από τη βαρειά φλοκάτη και μονάχα τότε θαρρούσε πως σωζόταν και σύχαζε λιγάκι και ηρεμούσε η ανάσα του. Μα το κορμί του μια κουβάρα έμενε μέχρι που χάραζε ο ήλιος και δεν έκαναν πια σκιές οι φλόγες στους τοίχους και τα ταβάνια.

Έπειτα μεγάλωσε. Πήγε σχολειό και εκεί του λέγανε άλλα παραμύθια για κάποιον Αχιλλέα που δεν ήξερε μαθές τι θα πει φόβος, για κάποιον Οδυσσέα που δε φοβήθηκε τον Κύκλωπα μηδέ την Κίρκη, μηδέ εκατόν τόσους μνηστήρες ή την Πηνελόπη την ίδια. Για κάποιον Ερωτόκριτο που δε φοβήθηκε μήτε την Αρετούσα τη βασιλοπούλα μήτε τον Κυπρίδημο το γενναίο βασιλόπουλο, ούτε και άλλον κανένα. Και ιστορίες για κάποιον Λεωνίδα που δε νοιάστηκε για τα μιλιούνια τους οχτρούς που πέφτανε απάνω του, μονάχα τη μάνα του φοβόταν, που του άφησε ευκή και κατάρα μην τύχει και φοβηθεί μπροστά στον εχτρό και λακίσει. Και άλλους πολλούς. Παλαιολόγους και Κολοκοτρώνηδες και Αθανάσιους Διάκους που μήτε ωχ δε βγάλανε, ακόμα και γυναίκες Μπουμπουλίνες. Μα εκείνος συνέχισε να φοβάται και να χαμηλώνει το βλέμμα μπας και τύχει να δει τίποτε σκιές να τρεμοπαίζουν στους τοίχους του σχολειού πάνω από την εικόνα της Παναγιάς.

Έπειτα μεγάλωσε κι άλλο. Έβαλε κουστούμι, η μπάμπω είχε πεθαίνει από καιρό, στο σπίτι του είχε καλοριφέρ, το άλλο σπίτι στο χωριό είχε μισογκρεμιστεί, το ξυπνητήρι χτύπαγε κάθε μέρα πλην Σαββατοκύριακου στις επτά το πρωί, διάβαζε ανελλιπώς τα μπεστ σέλλερς, είχε φίλους που πήγαινε μαζί τους σινεμά και σε κανένα μπαράκι, είχε εργοδότη με γραβάτα, ένα ωραίο αυτοκίνητο και ένα λάπτοπ που κουβαλούσε πάντα μαζί του, έπαιζε τέννις και άκουγε καλή μουσική, πότιζε και κούρευε ανελλιπώς τα δυο τετραγωνικά γκαζόν, ξεπάτωσε τη μουριά που γέμιζε την αυλή μούρα, έκανε μεγάλα μακροβούτια στην πισίνα. Μα τα βράδυα, όταν έπεφτε να κοιμηθεί πάντα μαζευόταν κουβάρι κάτω από το πάπλωμα να μη βλέπει να τρεμοπαίζουνε οι σκιές από τις φλόγες στους τοίχους, η φωνή της μπάμπως του και τα φυλλοκάρδια του.

Έπειτα μεγάλωνε κι όλο μεγάλωνε κι όσο μεγάλωνε τόσο ξεθάρρευε και έβγαζε το κεφάλι λιγάκι έξω από τα κλινοσκεπάσματα να κρυφοκοιτάξει μπας και περάσουν τίποτε σκιές από στοιχειά στους αντικρινούς τοίχους. Μα σκιές δεν έβλεπε πια μήτε και στοιχειά και έπαιρνε θάρρος ίσαμε να ξημερώσει, τότε που ζωνόταν το ξύλινο σπαθάκι του και έκανε στο φως της μέρας πως σκοτώνει μεμιάς δράκοντες εκατό. Παιδί ζωνόταν το σπαθάκι και κάρφωνε τον αέρα της μέρας ατρόμητος, γιατί τό’ξερε πως τότε το μπορούσε, κι ας ντρεπόταν καμιά φορά μην τον πάρουν χαμπάρι τα άλλα παιδιά και τον περιγελάσουν, ε Γιάννη, τη νύχτα να σε δούμε βρε, τη νύχτα τη μαύρη κι άραχνη να τα βάζεις με τα στοιχειά.

Τώρα που παραμεγάλωσε πάλι σπαθάκι ξύλινο ζωνότανε τη μέρα να παριστάνει το νταή, άλλο σπαθάκι ετούτο, που έκανε πέρα μεμιάς ό,τι χαρχάλευε μέσα του τις νύχτες, όλες του τις αδυναμίες, όλα τα όχι που είχε πει από φόβο για την πλήξη, για τη μισή αλήθεια μέσα του-πες ψέμα καλύτερα-, για το ξεβόλεμα από την εικόνα που είχε χτίσει νύχτα τη νύχτα τόσα χρόνια, θεριό το θεριό. Όλα τα ναι που είχε πει πάλι από φόβο ότι θα χάσει τα παράσημα του γενναίου πολεμιστή, του ερωτύλου, του πολιτικοποιημένου, του δουλευταρά, του κονομημένου, του αποκαταστημένου, του ψαγμένου. Πες πες τό΄χαψε το παραμύθι του πως θεριά δεν υπάρχουν, πάει νενίκηκα σκεφτόταν, θα τεντώσω το κορμί μου και θα βγάλω το κεφάλι έξω από το πάπλωμα. Στοιχειά δεν υπάρχουν πια, τα νίκησα μονάχος, νύχτα δε με φοβίζεις κι η μπάμπω πού’λεγε τα παραμύθια δε ζει, κι εγώ έγινα ο Γιάννος, το αντρειωμένο παλικάρι. Τό’πε και τό’κανε. Ξεμύτισε με θάρρητα από τα πολλά του λόγια και στήλωσε τα μάτια στον απέναντι τοίχο, άσπρος κάτασπρος σαν το μπερντέ του Καραγκιόζη, μα παράσταση καμμιά. Το λοιπόν τα ξέκανα τα θεριά, σκέφτηκε και πήρε να γλεντάει μοναχός.

Μοναχός ήταν κι όταν τον είδε. Το δράκοντα τον πελώριο, πιο μεγάλο δεν είχε ματαδεί, με μάτια κόκκινα από την ξαγρύπνια, σερνάμενο πίσω από το μπερντέ, γίγαντα σωστό που χιμούσε να τον φάει με τα δόντια ξέσκεπα και τα νύχια γαμψά και γένια μέχρι τη μεγάλη του κοιλιά γιομάτα ξερά φύλλα και χαλίκια και μαλλιά άγρια και μπλεγμένα και μακριά μέχρι την πλάτη τη γυμνή και ρουθούνια που παίζανε από θυμό και πείνα. Τον είδε τον εαυτό του καθαρά, πιο καθαρά δε γινόταν. Το μεγαλύτερο απ’όλα τα θεριά του. Πού’σαι μπάαααμπω μου να  μου πεις για τα στοιχειά σου τα άκακα... Απόκριση καμιά. Η μπάμπω δε ζούσε πια και τζάκι στο σπίτι του δεν υπήρχε να κάνει τις σκιές από τα παραμύθια της να τρεμοπαίξουν.

Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

Ο συγγραφέας και ο αναγνώστης

Συνέχεια του παιγνιδιού «Πες μου μια ιστορία δίχως τέλος» από το blog Αστροπίνα με καταληκτική φράση: «Μην κρίνετε ένα βιβλίο από το εξώφυλλό του»

Σκοπός και οδηγίες του παιγνιδιού

Ένα βιβλίο. Και ένας αναγνώστης. Ένας υποψήφιος αναγνώστης. Η στιγμή που παίρνει το βιβλίο στα χέρια του. Το στριφογυρίζει ταλαντευόμενος. Περιεργάζεται το εξώφυλλο. Ίσως, αν κρίνει κανείς από αυτό, να μην είναι κακό το ανάγνωσμα. Αρχίζει να το ξεφυλλίζει. Προβλέψιμο. Επιμένει ο αναγνώστης. Θέλει να έχει τη χαρά πως κάνει λάθος. Πως το προσφερόμενο ανάγνωσμα που ξεδιάλεξε από το σωρό δεν είναι προβλέψιμο. Ηδονίζεται στη σκέψη πως έχει πέσει έξω αυτή τη φορά. Βαρέθηκε να έχει πάντα δίκιο και να αναγκάζεται να προσπερνά τα βιβλία με μια ματιά. Έχει αρχίσει να του δίνει στα νεύρα η αλαζονεία του που ποτέ δεν του τρίβεται στη μούρη. Δυστυχώς για τον αναγνώστη, αρκεί να δει το εξώφυλλο, αρκεί να φυλλομετρήσει έστω τις πρώτες σελίδες για να επιβεβαιωθεί η άποψή του. Το παίρνει αποφασισμένος να αποκαθηλώσει την αλαζονεία του παρά τις αντίθετες ενδείξεις. Το κουβαλάει με αποφασιστικό βήμα μέχρι το ταμείο. Εύχεται να είναι καλό ή κακό το βιβλίο, αλλά πάντως το αντίθετο από αυτό που ήδη είχε καταλάβει.

Έπειτα, έπειτα, σκέφτεται με το βιβλίο προσεκτικά τοποθετημένο και κρυμμένο στη νάυλον σακούλα του βιβλιοπωλείου, υπάρχει και ο συγγραφέας. Μπορεί να είναι δολερός, να χρησιμοποιεί το εξώφυλλο για να πουλήσει. Όχι, όχι τέτοιους, παραείναι βαρετοί. Αυτούς τους απορρίπτει χωρίς δεύτερη σκέψη, δεν πρόκειται να χαλαλίσει την ωραία του θέση στην πολυθρόνα και την όμορφη ώρα που βυθίζεται στην ανάγνωση για τέτοιες περιπτώσεις, όση διαφήμιση και αν τους έχει κάνει ο εκδοτικός οίκος. Τους άλλους συγγραφείς σκεφτόταν, καθώς περπατούσε προς τη στάση του λεωφορείου και ζύγιζε το βάρος του αθέατου βιβλίου στη σακούλα. Αυτούς που πιστεύουν πως τα γραπτά τους είναι σημαντικά. Για τους ίδιους έστω. Αυτούς που μπορεί από την οπτική του αναγνώστη να είναι μικροί, προβλέψιμοι, μπερδεμένοι, ελλιπείς, αισχροί, αλλά είναι ικανοποιημένοι και συνεπείς με τον εαυτό τους. Δεν αξίζουν αυτοί οι ειλικρινείς μια δεύτερη ευκαιρία, μια ευκαιρία σωτήριο πλήγμα για την αλαζονεία του αναγνώστη που βαρέθηκε επιτέλους να προβλέπει το βιβλίο από το εξώφυλλο, άντε και τις πρώτες σελίδες και να πέφτει μέσα;

Κόσμος πολύς τον έσπρωχνε για να μπεί στο λεωφορείο κι αυτόν και την σακούλα με το πολύτιμο βιβλίο, την ελπίδα του για ανατροπή της αλαζονικής προβλεψιμότητας. Άλλα εξώφυλλα κι αυτοί, σκεφτόταν, ποιο να πρωτοκοιτάξει κανείς. Έκανε τον κόπο και κοίταξε μερικά από τα εξώφυλλα των ανθρώπων στο λεωφορείο, λιγότερο προβλέψιμα αυτά από τα βιβλία. Πρόλαβε να αντιληφθεί ότι το ίδιο τον κοιτούσαν μερικοί και από τους στριμωγμένους συνεπιβάτες. Ναι, εδώ, στο λεωφορείο γίνομαι και εγώ εξώφυλλο, περιέχω μια πορεία ζωής, το παρελθόν μου, το παρόν μου και τη δυναμική του προβλέψιμου για κάποιους, απρόβλεπτου κάποτε για μένα μέλλοντός μου, όλα γραμμένα στο εξώφυλλό μου, στη φάτσα μου, στο πρόσωπό μου, στις κινήσεις μου, στον τρόπο που κοιτάζω. Οι ελάχιστοι αναγνώστες μου, με θεωρούν προβλέψιμο άραγε, κι αν ναι πόσο δίκιο έχουν από την οπτική τους;

«Εξαρτάται από την οπτική», πιάνει μια μισοσβυσμένη φράση από κάποιο ζωντανό βιβλίο, έναν επιβάτη στριμωγμένο όπως και ο ίδιος. Μα δεν κατάλαβε ποιον. Οιωνός, μεταφυσική, τι στο καλό, τέτοια σύμπτωση να λάβω απάντηση χωρίς να ρωτήσω φωναχτά, αναρωτήθηκε εκστασιασμένος ο αναγνώστης. Τέτοια σύμπτωση, σκέφτεται αμέσως και χαμογελά, σαν και μένα πόσοι κάνουν παρόμοιες σκέψεις. Αυτό ανακούφισε λιγάκι την οδύνη του για την έπαρσή του, που όλο να τη γκρεμίσει προσπαθεί και όλο με γεμάτα τρόμο και απογοήτευση μάτια αποτύγχανε, όλο επιβεβαιωνόταν. Κρυφοκοίταξε με ελπίδα το βιβλίο που τον βάραινε πια τόση ώρα όρθιος στη σακούλα. Μπορεί και το εξώφυλλο να τον διέψευδε επιτέλους. Μπορεί να έλεγε διαβάζοντας την τελευταία γραμμή του, Μην Κρίνετε το Βιβλίο από το Εξώφυλλο. Αμήν.

Πλησιάζει στον προορισμό του. Αφήνει τους ανθρώπους εξώφυλλα, εξώφυλλο κι ο ίδιος, αδιαφορεί, και κατεβαίνει από το λεωφορείο. Δε βλέπει την ώρα να θρονιαστεί στην πολυθρόνα του και να αρχίσει την ανάγνωση. Την προβλέψιμη. Που ποθεί να είναι απρόβλεπτη. Για να μην λυπάται το συγγραφέα, που θεωρεί για τον εαυτό του ότι είναι απρόβλεπτος. Όπως και κάθε ειλικρινής συγγραφέας. Θυμήθηκε τις φάτσες στο λεωφορείο, μια φάτσα και ο ίδιος. Πρόσωπα καλύτερα, χαμογέλασε με ανθρωπισμό για τους άλλους και τον εαυτό του. Συγγραφείς και αναγνώστες όλοι σε εναλλάξιμους ρόλους. Για να μη λυπάται τον εαυτό του που πέφτει πάντα αλαζονικά μέσα στις προβλέψεις του.

Βάζει τις αναπαυτικές του παντόφλες και βυθίζεται στην αναπαυτική του πολυθρόνα, μη νιώθοντας καθόλου αναπαυτικά με το προβλέψιμο βιβλίο στα χέρια που επιμένει να καταστήσει απρόβλεπτο. Αρχίζει να το διαβάζει, οι πρώτες σελίδες πρωτότυπες. Χμ, κουβαριάζεται στην πολυθρόνα του, δεν είναι πια αναπαυτική όπως πρώτα, κι όμως χαίρεται. Μην ξεχνάς, μην ξεχνάς ψιθυρίζει στον εαυτό του ο αναγνώστης, ο συγγραφέας είναι αυθύπαρκτος και ευτυχής ή δυστυχής, είναι ειλικρινής, πιστεύει πως είναι μοναδικός, πως ανακαλύπτει τον τροχό, και πράγματι τον ανακαλύπτει για τον εαυτό του, σεβάσου τον, μην κλείνεις το βιβλίο, είναι συγκινητικός στην άγνοιά του, αναρριχάται σε ύψη, καταβυθίζεται σε βάθη, προχωράει με αγώνα, μην κλείσεις ακόμα το βιβλίο, μην του πεις πως είναι ό,τι δείχνει το εξώφυλλο.

Ο αναγνώστης συνέχισε τελικά το βιβλίο. Στο τέλος δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν το έκανε επειδή ήθελε να καταφέρει πλήγμα στην αλαζονεία της γνώσης του ή από λύπηση για την άγνοια του συγγραφέα. Συνέχισε και το επόμενο βράδυ, και το μεθεπόμενο. Παραλίγο να ξεχάσει τη γνώση του για το ποιόν του αναγνώσματος, γιατί είδε λίγο τον εαυτό του στη θέση του τελούντος εν αγνοία της κατάστάσής του συγγραφέα. Δέχτηκε να παίξει για λίγο το παιγνίδι του. Παγιδεύτηκε σε αυτό. Διψούσε, αλλά δε σηκώθηκε από την πολυθρόνα να πιεί νερό. Ρούφαγε άπληστα τις σελίδες μέχρι που έχασε καθηλωμένος την κρίση του. Η δίψα του τον έκαιγε. Να σηκωθεί ή να γυρίσει σελίδα; Και αν στην επόμενη σελίδα επιτέλους το βιβλίο τον εκπλήξει; Κι αν αποδειχτεί ότι πράγματι δεν πρέπει να κρίνει το βιβλίο από το εξώφυλλό του; Κι αν επιτέλους, σκέφτηκε με ανακούφιση, η αλαζονική μου γνώση γκρεμιστεί; Γύρισε μερικές σελίδες ακόμα ενώ είχε ήδη αρχίσει να κρυφοκοιτάζει τους κλασσικούς στη βιβλιοθήκη, που όσες φορές και να διάβαζε, πάντα θα του έλεγαν κάτι καινούριο, κάτι που δεν γνώριζε.

Γύρισε άλλη μια σελίδα με τεταμένη την προσμονή. Σηκώνεται από την πολυθρόνα. Κλείνει με θλίψη το βιβλίο. Ήταν και αυτό προβλέψιμο. Το ξανανοίγει πηδώντας μερικές σελίδες. Το ξανακλείνει με οργή. Όχι για τον συγγραφέα. Για τον εαυτό του. Που ηλιθιωδώς επέμενε να δίνει μια ακόμα σελίδα ευκαιρία στο προβλέψιμο ανάγνωσμα.

Έκανε μερικά βήματα προς το σκουπιδοντενεκέ, καθώς σκεφτόταν, τι είναι τελικά προτιμότερο, η αισχρότητα της άγνοιας του συγγραφέα ή η ηλιθιότητα της γνώσης του αναγνώστη;

Κοντοστάθηκε. Δε βαριέσαι, σκέφτηκε με επίγνωση της ηλιθιότητας της γνώσης του αυτή τη φορά, όσο και της αισχρότητας της άγνοιας του συγγραφέα. Όλοι εναλλάξ συγγραφείς και αναγνώστες είμαστε, όλοι. Τράβηξε προς τη βιβλιοθήκη, στα πιο ψηλά ράφια.

Ναι, ξανασκέφτηκε, αλλά όχι όλοι καταναλωτές συγγραφείς και αναγνώστες.
Καταναλωτές. Τoν κατανάλωσε το βιβλίο. Τoν χρησιμοποίησε για να αποκτήσει αναγνώστες. Εν αγνοία του, σίγουρα. Ε, και, αυτό θα το σώσει από τα σκουπίδια;
Καταναλωτές. Το κατανάλωσε το βιβλίο; Κι όμως προσπάθησε, μέχρι ηλιθιότητας για το αντίθετο κι ας ήξερε από το εξώφυλλο το τέλος.

Έξαλλος ο αναγνώστης, δεν άντεξε, γύρισε πάνω από τον κάδο στην τελευταία σελίδα. Είδε το τέλος. Ακριβώς όπως το είχε προβλέψει.

Χαλάρωσε. Τουλάχιστον δεν το διάβασε όλο...

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Σίσσυφος

Αναδημοσίευση από το blog Astropina, 15-3-2009
 
"Ποτέ ένα κομμάτι του παζλ, δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα και αλήθεια και ψέμα.

Ναι καλά! Φαντάζομαι πως θεωρητικά θα ισχύει και μάλιστα θα μπορούσες να στήσεις ατελείωτες φιλοσοφικές συζητήσεις επί του θέματος. Πρακτικά όμως;

Κάθομαι στο αμπάρι ενός παλιού φαλαινοθηρικού στο Όσλο, πίνω ούζο και χαζεύω μέσα από τη τζαμαρία το παιχνίδισμα του φεγγαριού στη θάλασσα. Το αξιοσημείωτο είναι πως αυτά είναι τα λιγότερο παράξενα που μου συμβαίνουν.

Το φαλαινοθηρικό είναι ένα παμπάλαιο σκαρί, άψογα συντηρημένο και μετασκευασμένο σε μπαρ. Ο ιδιοκτήτης, άνθρωπος διορατικός, πρόλαβε και το έκανε μπαρ πριν το βάλουν σε κάποιο μουσείο. Η ιδιότητα του μπαρ δικαιολογεί και τη τζαμαρία που δύσκολα θα την είχαν προβλέψει οι αρχικοί "συμπαθείς" χρήστες του πλοίου. Οι συχνές διακοπές των Σκανδιναυών στη Μεσόγειο εξηγούν και το ούζο.

Μακάρι να μπορούσες να εξηγήσεις το ίδιο εύκολα έστω και εκ των υστέρων τα όσα παράξενα συνέβησαν ή το χειρότερο πρόκειται να συμβούν.

Το χέρι μου ψάχνει κάτι στη δεξιά μου τσέπη. Μόλις το βρίσκει το σφίγγει για να βεβαιωθεί ότι δε θα του φύγει. Αμέσως νοιώθω λίγο κουτός και στριφογυρίζω νευρικά και με ενοχές το αντικείμενο. Μετά το ακουμπάω πάνω στο τραπέζι. Είναι μια μικρή σταχτιά αχοιβάδα ή κάποιο άλλο είδος οστράκου. Πού να ξέρω. Δείχνει ασήμαντη και σίγουρα θα την πατούσες και θα την έσπαγες χωρίς να το σκεφτείς. Κι όμως γύρω από αυτή περιστρέφεται όλη η ύπαρξή μου, όλο το σύμπαν μου, αν το θέλετε.

Παραγγέλνω άλλο ένα ούζο. Αισθάνομαι πολύ όμορφα και ζεστά εδώ. Ταιριάζω σε αυτή τη ζωή, σε αυτό το κόσμο, σε αυτό το μπαρ τέλος πάντων. Δεν τρέφω όμως αυταπάτες. Έξω περιμένει η Δοκιμασία. Γαλήνια, μαγευτική και γεμάτη υποσχέσεις για καινούργιες ανείπωτες φρίκες.

Όσο κι αν σας ξαφνιάσει, με ξέρετε πολύ καλά. Ή μάλλον ξέρετε την ιστορία μου. Εδώ και κάμποσα χρόνια, στάσου να τα μετρήσω... αμέτρητα, οι Θεοί ή ο Θεός ή όπως τον πιστεύει ο καθένας σας, με βασανίζουν. Αρχικά οι δοκιμασίες ήταν επίπονες βέβαια αλλά αρκετά απλές. Να κουβαλήσω για παράδειγμα έναν τεράστιο βράχο στη κορυφή ενός βουνού και μόλις φτάσω αυτός να κυλήσει κάτω και να πρέπει να τον ανεβάσω ξανά και ξανά.

Αποδείχτηκε ότι έχοντας άπειρες ευκαιρίες επανάληψης αργά ή γρήγορα πετύχαινα το σκοπό μου όσο δύσκολος κι αν ήταν. Εύρισκα τότε τη λύτρωση; Όχι. Αυτόματα έπρεπε να περάσω ένα νέο, δυσκολότερο και όλο και πιο ευφάνταστο μαρτύριο. Η πραγματική μου καταδίκη ήταν ο αιώνιος κύκλος των δοκιμασιών και όχι ο αιώνιος κύκλος μιας και μόνο απλοϊκής δοκιμασίας όπως μάθατε στο σχολείο. Το όνομά μου, Σίσσυφος.

Η τελευταία απαίτηση ήταν να φτιάξω ένα παζλ μιας παραλίας. Μόνο που δεν πρόκειται για μια εικόνα παραλίας κομμένη σε μικρά μικρά κομματάκια ως συνήθως. Μιλάμε για μια πραγματική παραλία με τα αμέτρητα βοτσαλάκια της και τις αμέτρητες, τι άλλο, αχοιβάδες. Για να υπάρχει και λίγο ενδιαφέρον, πρέπει να τη φτιάξω μάλιστα στη μορφή που ήταν στις εικοσιδύο Σεπτεμβρίου του δύο χιλίαδες τρία. Η εν λόγω παραλία στέκεται έτοιμη λίγα μέτρα μπροστά μου από την άλλη μεριά της βιτρίνας του μπαρ. Έτοιμη; Όχι ακόμη. Το τελευταίο κομμάτι του παζλ, μια σταχτιά αχοιβάδα, κάθεται ανέμελα πάνω στο τραπέζι μου. Κάποιος τουρίστας από την Ελλάδα την είχε πάρει μαζί του για να τη χαρίσει στην αγαπημένη του. Μπράβο! Δε μπορούσες να της αγοράσεις της κοπέλας ένα άρωμα ή ένα ρούχο;

Τίποτε δε μαρτυρά τον τιτάνιο κόπο που έχει καταβληθεί, για να βρίσκεται αυτή η παραλία εκεί και απλά να περιμένει την τελευταία της αχοιβάδα. Το μόνο που έχω να κάνω είναι να σηκωθώ, να κάνω καμμιά δεκαριά, πολύ-πολύ προσεκτικά βήματα και να ολοκληρώσω το παζλ. Και μετά τι; Μου έχει δοθεί η ελπίδα ότι κάποια μέρα θα λυτρωθώ. Λες να είναι αυτός ο τελευταίος κύκλος; Κι αν δεν είναι; Φτου κι απ’ την αρχή! Πρέπει να συνεχίζω να παλεύω. Αυτό κάνω αμέτρητα χρόνια.

Είναι όμορφα όμως εδώ. Παντού όμορφο σκαλισμένο ξύλο, γλυκιά μουσική, ζεστούλα, καλό ποτό και ακόμη καλύτεροι φίλοι, ένα πανέμορφο φεγγάρι πάνω από τη πάντα θεϊκή θάλασσα και μια κοπέλα να με περιμένει. Μια ολόκληρη ζωή. Όλα αυτά θα χαθούν, αν βάλω το τελευταίο κομμάτι. Θα αντικατασταθούν από κάτι ξένο, ένα νέο σκληρό, απάνθρωπο μαρτύριο. Πόση αλήθεια μπορεί να έχει το τελευταίο κομματάκι ενός παζλ, όσο σωστά κι αν τοποθετήθηκε, όταν αυτό το ίδιο το παζλ θα αναιρεθεί και θα γίνει ένα ψέμα τη στιγμή της ολοκλήρωσής του;

Περίεργες σκέψεις γυρνούν στο κεφάλι μου. Σκέψεις που θα ήταν αδιανόητες, όσο μοχθούσα να ολοκληρώσω το έργο μου. Τότε είχα βάλει κάτω το κεφάλι και απλά δούλευα. Σκέψου όμως να φύγω απόψε χωρίς να βάλω την αχοιβαδούλα εκεί που πρέπει. Τώρα μάλιστα που κοιτάω, σαν να σηκώνεται και κυματάκι. Σίγουρα θα μου ανακατέψει βοτσαλάκια και αχοιβάδες. Αύριο θα πρέπει να ξεκινήσω σχεδόν από την αρχή. Όμως θα βρίσκομαι ακόμη εδώ.

Παύω να σκέφτομαι. Αφήνω τον εαυτό μου να κάνει όπως νομίζει. Τελειώνω το ποτό μου. Μετά σηκώνομαι και φεύγω. Φεύγω από τη μεριά της παραλίας σέρνοντας τα βήματά μου, όχι επειδή διστάζω, αλλά για να κάνω όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ζημιά.

Αν αποφασίσεις να μην πολεμήσεις, σημαίνει ότι ηττήθηκες;"

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Μήδεια, Ζαν Ανούιγ


Μήδεια του Ζαν Ανούιγ, από το θεατρικό σχήμα Altera Pars


Ο μύθος της Μήδειας, της βασιλοπούλας της Κολχίδας, της μάγισσας, της παιδοκτόνου, έχει δραματοποιηθεί από τον Ευριπίδη, τον Ανούιγ, τον Παζολίνι, τον Λαρς Φον Τρίερ, ίσως και άλλους ακόμα. Καθένας από όσους ασχολήθηκαν με το μύθο δίνει ένα διαφορετικό περιεχόμενο, μία διάστασή του συχνά διαμετρικά αντίθετη ως προς τα κίνητρα, την ψυχολογία των ηρώων, τις κορυφώσεις, το ορατό και αόρατο πλέγμα που συνιστά το έργο. Περαιτέρω οι ίδιοι οι ηθοποιοί δίνουν τη δική τους ερμηνεία στο κείμενο του δραματουργού διαφοροποιώντας το, και αυτή με τη σειρά της φωτίζεται από κάθε έναν θεατή ξεχωριστά που προσθέτει τη δική του οπτική. Ένας μύθος, χίλιοι διαφορετικοί τρόποι πρόσληψης. Δεν τίθεται θέμα σωστής ή λάθος οπτικής. Τίθεται θέμα αλληλεπίδρασης και γόνιμης διασταύρωσης οπτικών, με άλλα λόγια θέμα διεύρυνσης της ενίοτε προσωπικής οπτικής.

Η Μήδεια του Ανούιγ παραστάθηκε από τη θεατρική ομάδα Altera Pars στον ομώνυμο πολυχώρο τέχνης με βασικούς ερμηνευτές τη Μίνα Χειμώνα και τον Πέτρο Νάκο σε μία οπωσδήποτε ενδιαφέρουσα εικαστική σύλληψη. Ο λόγος εδώ δεν αφορά στην παρουσίαση της παράστασης παρά σε μια ακόμα περιορισμένη οπτική από τη θέση ενός θεατή, μια ματιά πάνω στο κείμενο του Ανούιγ, το ήδη διαφοροποιημένο από τη ματιά των συντελεστών της παράστασης και επιπλέον από τους ανθρώπους που αυτός ο θεατής διάλεξε να δει και να συζητήσει μαζί τους το έργο. Στρώματα και υπερθέσεις βλεμμάτων λοιπόν που πατούν το ένα πάνω στο άλλο σε μια περισσότερο ή λιγότερο γόνιμη διασταύρωση.

Εδώ η Μήδεια συνταυτίζεται με το απόλυτο, το ασυμβίβαστο με την πραγματικότητα. Ίσως γι’αυτό αποκαλείται τρελή. Ερωτεύεται με πάθος τον Ιάσονα και θυσιάζει τα πάντα, την Κολχίδα της, τον πατέρα της, τον αδελφό της, πάμπολλους άλλους που στυγνά δολοφονεί, όλα για χάρη του εραστή της. Μαζί οι δυο τους, σαν «δυο μικρά αδελφάκια» πατούν επί πτωμάτων και πορεύονται σε μια διαρκή φυγή από την έλλογη πραγματικότητα την οποία αποκαλούν συμβιβασμό. Σε κανένα μέρος δεν μπορούν να στεριώσουν ή καλύτερα δε θέλουν, αφού αρνούνται να αποδεχτούν τους νόμους του και προσπαθούν με τις στυγνές δολοφονίες να τους ανατρέψουν. Κάθε τόπος τους αποβάλλει και αυτοί συνεχίζουν την πορεία τους αναζητώντας νέο μέρος να ριζώσουν. Κυνηγάνε τον ου τόπο λοιπόν, την ουτοπία. Κινητήριος δύναμή τους το εγώ τους. Η Μήδεια ερωτεύεται παράφορα τον Ιάσονα, θέλει λοιπόν να ικανοποιήσει το εγώ της, τον πόθο της για αυτόν θυσιάζοντας οτιδήποτε μπορεί να σταθεί εμπόδιο. Ο Ιάσονας ερωτεύεται ομοίως τη Μήδεια και δε διστάζει προκειμένου να την κατέχει να την ακολουθήσει στην ξέφρενη πορεία της υποκινώντας τους φόνους. Καμμία ταπεινότητα από κανέναν από τους δυο, καμμία υποχώρηση, καμμία θυσία για χάρη των άλλων, όλα για χάρη του ανυποχώρητου ερωτευμένου εγώ. Το απόλυτο παράγει μια διαρκή ένταση, όπως ταιριάζει στους φυγάδες από την πραγματικότητα. Φυγάδες, γιατί η πραγματικότητα περιλαμβάνει εκτός από το εγώ και τους άλλους, το ευρύτερο εμείς στο οποίο οι δυο εραστές δεν αφήνουν καθόλου χώρο. Δεν μπορούν να δουν τίποτε άλλο εκτός από την απόλυτη ικανοποίηση του εαυτού και του έρωτά τους. Η πραγματικότητα λοιπόν εξ ορισμού τους αποβάλλει. Μόνο τους καταφύγιο η ουτοπική πορεία του μοναχικού ονείρου.

Κάποια στιγμή όμως, ένα βράδυ, η Μήδεια αποκοιμιέται στον ώμο του Ιάσονα σαν παιδί. Ο Ιάσονας αποποιείται το αχαλίνωτο και αδηφάγο εγώ του, το κυνήγι της παραφοράς, των αλλεπάλληλων κορυφώσεων και συναισθηματικών εντάσεων, αποποιείται τον απόλυτο έρωτά του και τον μετασχηματίζει σε αγάπη. Ο έφηβος Ιάσονας, ο εγωιστής Ιάσονας εκείνη τη στιγμή πεθαίνει. Γίνεται ο πατέρας της, η μάνα της, αυτός που κουβαλά με προσοχή και τρυφερότητα την αποκοισμένη σαν μικρό κοριτσάκι Μήδεια για να την αποθέσει μαλακά στο κρεβάτι. Εκείνη τη στιγμή είδε την πραγματικότητα. Η Μήδεια για αυτόν δεν είναι πια το αντικείμενο του ερωτικού πόθου του, δεν είναι η ερωμένη που το εγώ του μπορεί ακόμα και να τη θυσιάσει αν τον αρνηθεί, είναι ένα μικρό κοριτσάκι που θέλει να προστατεύσει έτσι απλά όπως μια μάνα και ένας πατέρας προστατεύουν και φροντίζουν ανιδιοτελώς το παιδί τους. Ο Ιάσονας εγκατέλειψε την ουτοπία και τη μαγεία της και εισήλθε στην ενήλικη πραγματικότητα. Όχι τη συμβιβασμένη. Δεν συμβιβάζεται, εξελλίσσεται . Θυσιάζει το εγώ για να κερδίσει το εμείς. Δεν μπορεί πια να βλάψει τη Μήδεια, αν τυχόν εκείνη τον αρνιόταν, κατά τα γλαφυρά και αποκαλυπτικά πρότυπα των αρχαίων κατάδεσμων, των τρομερών κατάρων που χάρασσαν οι ερωτευμένοι για το αντικείμενο του πόθου τους που τους αρνήθηκε. Για το λόγο αυτό εμποδίζει τον Κρέοντα να τη σκοτώσει παρόλο που πολύ καλά ξέρει ότι εκείνη θα καταφέρει να τον βλάψει ανεπανόρθωτα, αν την αφήσει να ζήσει. Δεν την σκοτώνει όμως. Την αγαπά πραγματικά ακόμα και θυσιάζοντας το εγώ του.

Η Μήδεια όμως είναι η Μήδεια. Εκλαμβάνει την υπέρβαση του Ιάσονα ως συμβιβασμό, την ενηλικίωσή του ως φόβο για το απόλυτο, την στροφή του προς μια ήρεμη καθημερινότητα που αρκείται στην ομορφιά του απλού ως απόρριψή της. Εκλαμβάνει την αλλάγή της στάσης του ως προδοσία απόδίδοντας του όχι ταπεινότητα αλλά ταπεινά κίνητρα. Πιστεύει ότι τη χρησιμοποίησε, ότι την αφήνει για κάποια νεώτερη και ομορφώτερη, την κόρη του Κρέοντα. Το μίσος της προδομένης ερωμένης θεριεύει μέσα της. Ο απόλυτος έρωτάς της για αυτόν την κάνει να παραφέρεται σε κάθε στιγμή της, να έχει χάσει περισσότερο από κάθε άλλη φορά την επαφή της με την πραγματικότητα, να είναι διαρκώς υπερβολική και ταραγμένη σαν τρελή, όπως εύστοχα αποδίδει το ρόλο η ηθοποιός της παράστασης. Το ερωτευμένο μα ανεξέλικτο και ανήλικο εγώ της διεκδικεί τον έρωτά του. Και αν δεν βρεί ισότιμη ανταπόκριση τον καταστρέφει. Η Μήδεια δεν αγαπά. Η Μήδεια ερωτεύεται. Και δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Οφείλει να είναι από τη φύση της συνεπής με την αρχετυπική μορφή της, για να είναι η Μήδεια.

Γι’αυτό και όταν καταφεύγει σε ένα ύστατο τέχνασμα προκειμένου να κρατήσει κοντά της τον Ιάσονα και του λέει πως θα αλλάξει, πως θα τον αγαπήσει, πως θα του προσφέρει την ήρεμη ζωή που θέλει, εκείνος δεν την πιστεύει-και πώς γίνεται να την πιστέψει-. Φεύγει ξέροντας πως η νέα του ζωή θα υπολείπεται. Η νέα του γυναίκα, όπως δηλώνει, δεν είναι τόσο όμορφη όσο η Μήδεια, ούτε την αγαπά ή πρόκειται να την αγαπήσει όσο εκείνην. Ο Ιάσονας πονά για την απώλεια της Μήδειας. Το τίμημα για την ταπεινή και ανθρώπινη αγάπη είναι η οδύνη της απώλειας. Ο Ιάσονας γυρίζει συντετριμμένος την πλάτη εξαιτίας της αναγκαστικής επιλογής της εξέλιξής του, της ήμερης πάταξης του εγώ, της πίστης του στην ανθρωπιά, και η Μήδεια εκδικείται ακραία σαν Μήδεια καταστρέφοντας ό,τι αγαπά ο Ιάσονας: τη μελλοντική του σύζυγο και τον Κρέοντα-τους τυχαίους εκφραστές της εξημερωμένης πραγματικότητας-, τα παιδιά τους, τον εαυτό της, μιας και αυτοκτονεί. Τώρα είναι βέβαιη ότι ο Ιάσονας δε θα έχει κανένα αποκούμπι, ούτε κάν την ίδια, που πολύ καλά γνωρίζει πόσο πολύ την αγαπά, ίσως περισσότερο από τους άλλους που θυσίασε. Η Μήδεια δε φείδεται ούτε και τη ζωή της για να εκδικηθεί τον Ιάσονα. Ξέρει ότι αυτό θα τον πονέσει πιο πολύ από όλα.

Όμως εκείνος είναι πιστός στη νέα του πορεία. Όταν αντικρύζει την απόλυτη καταστροφή που ήξερε εκ των προτέρων ότι είναι αναπόφευκτη, δε σταματά, η προσωπική του οδύνη δεν τον ακινητοποιεί. Λέει απλά: «Πρέπει να ζήσουμε τώρα...να ξαναχτίσουμε χωρίς αυταπάτες έναν κόσμο στα δικά μας μέτρα, και μέσα στον κόσμο αυτό να περιμένουμε το θάνατό μας.» Η δούλα, η παραμάνα της τρελής, της γεμάτης αυταπάτες Μήδειας που αρνείται να εγκλωβιστεί στην προσγειωμένη πραγματικότητα, έρχεται πολύ πιο δυνατά να κλείσει το έργο υπογραμμίζοντας με τον καίρια συναισθηματικό όσο και απλό -όπως ταιριάζει στο πνεύμα του έργου- τρόπο της, το δικαίωμα στην ήμερη ανθρωπιά: «Δεν είχε πια καιρό να μ’ακούσει. Κι όμως είχα κάτι να πω. Ύστερα από τη νύχτα έρχεται το πρωί κι υπάρχει καφές που πρέπει να φτιάξεις, κι υπάρχουνε μετά τα κρεβάτια. Κι όταν σκουπίσεις, χαίρεσαι μια ήρεμη στιγμή στον ήλιο, πριν αρχίσεις να καθαρίζεις τα χόρτα...Για το απόγευμα μένουν τα ασπρόρουχα ή τα μπακίρια...και φτάνει αργά-αργά το δείπνο... Ξαπλώνεις τότε και κοιμάσαι.»

Μένει κάτι ακόμα, μια λεπτομέρεια, που μοιάζει χαρακτηριστική για το ρόλο της Μήδειας. Ώρες μετά το τέλος της παράστασης, στο μπαράκι που λειτουργεί εντός του θεάτρου έτυχε να συνομιλήσω με την εξαιρετική κατ’εμέ ερμηνεύτρια με μια έντονα βιωματική απόδοση του ρόλου της, μια οπωσδήποτε υποψιασμένη γυναίκα που είχε εντρυφήσει στο κείμενο και το είχε καταλάβει πολύ καλά. Ο Ιάσονας, έλεγε η ηθοποιός, είναι συμβιβασμένος. Η Μήδεια εκπροσωπεί το απόλυτο, το ασυμβίβαστο, τα πάντα, το ακέραιο. Ξεκινάω να της αντιγυρίσω ένα μα..και όλα τα άλλα περί υπέρβασης του εγώ και ταπεινότητας του Ιάσονα, αλλά σταμάτησα. Κατάλαβα ότι ο ρόλος την είχε ρουφήξει. Είπα μονάχα παραιτημένη, ναι βέβαια, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, εσύ είσαι η Μήδεια. Ναι, απαντάει, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Εγώ, είμαι η Μήδεια. Κοιταχτήκαμε με κατανόηση στα μάτια. Η συνομιλία είχε λάβει τέλος.

Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

Μια ακόμα διάσταση του χρόνου


Μαύρη τρύπα

Λέω, τα χρόνια περάσανε, όταν βλέπω μία τρύπα στο ρου του χρόνου.

Όταν βλέπω ή θα δω ή θα φανταστώ παλιούς φίλους μετά από χρόνια αλλαγμένους τόσο μέσα κι έξω, που να μην τους γνωρίζω.
Όταν βλέπω ή θα δω ή θα φανταστώ τα παιδιά που άφησα κάποτε να έχουν γίνει τώρα άντρες ή γυναίκες.
 Όταν γυρνάω ή φαντάζομαι πως γυρνάω μετά από χρόνια σε ένα τοπίο και βλέπω τα δέντρα να έχουν μεγαλώσει.
 Όταν γυρνάω στους νεκρούς και σκέφτομαι πως, αν ζούσαν, θα ήταν τόσο χρονώ.

Η μαύρη τρύπα στο διάβα του καιρού, αυτή που δεν βιώσαμε, επειδή λείπαμε, επειδή είμασταν εξαφανισμένοι, επειδή κάποιοι άλλοι έλειπαν ή εξαφανίστηκαν δια παντός. Από τύχη, σύμπτωση, επιλογή, αναγκαιότητα.

Τότε δημιουργείται κενό στη ροή του χρόνου, που δεν εγγράφει μνήμη.
Τότε πρέπει να πιάσω το νήμα από τις άκρες της περασμένης παρουσίας του, πρέπει λοιπόν να το εγγράψω ως ανάμνηση. Όχι ως μνήμη ζωντανή, ζωογόνο, εν τη τελέσει της, στην αδιάλλειπτη χρονική ροή.

Και όταν βγω στην άλλη άκρη παρακάμπτοντας την μαύρη τρύπα της απουσίας, ξανασυναντώντας την ανάμνηση, το δέντρο, τον άνθρωπο, το παιδί, τον νεκρό, τα βλέπω αλλαγμένα ή προσπαθώ να φανταστώ τις αλλαγές τους στο διάστημα της απουσίας τους ή της απουσίας μου.

Τότε διαπιστώνω πως το άθροισμα των αναμνήσεων δεν φτιάχνει μνήμη.
Τότε λέω, τα χρόνια περάσανε.
Γερνάω.

Γιατί το άθροισμα των αναμνήσεων ή της πρόσκαιρης μνήμης που επίκειται να γίνει ανάμνηση μέσα από την επανάληψη της διαδικασίας, παράγει απώλεια.
Αν η απώλεια αυτή, ό,τι έπεσε στη μαύρη τρύπα του χρόνου, η μη παραγωγή ενσωματωμένης στο γίγνεσθαι μνήμης, δεν παράγει γήρας,
τότε τι παράγει;

Αυτή η αίσθηση του διάτρητου χρόνου, των κενών του που μας διέφυγαν, που δεν αδράξαμε, που δεν ζήσαμε, αυτή η αίσθηση που μετατρέπει τον άνθρωπο σε συλλέκτη αναμνήσεων, αυτή, που αντιμάχεται τη μνήμη.

Οι μαύρες τρύπες καταπίνουν το φως. Ακόμα και τα αστέρια.

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

The Hurt Locker

The Hurt Locker

-Τι είναι αυτό που σε κάνει να ρισκάρεις;
-Δεν ξέρω.
-Θέλω ένα γιο. Αν πεθάνω, κανείς δε θα δώσει δεκάρα. Εκτός από τους γονείς, αλλά αυτοί δεν πιάνονται, δεν υπάρχει κανείς άλλος.
-Ξέρεις τι είναι αυτό που με κάνει να ρισκάρω;
-Όχι δεν ξέρω.

Ο ριψοκίνδυνος πυροτεχνουργός είχε γιο. Ο άλλος νόμιζε πως αυτό ήταν που τον έκανε να μην υπολογίζει τη ζωή του προκειμένου  να αφοπλίσει έναν εκρηκτικό μηχανισμό που θα σκότωνε αδιακρίτως παιδιά και μεγάλους. Ότι αν χανόταν, δεν πείραζε, κάποιος έχει μείνει πίσω, το παιδί του, που τον αγαπάει. Είναι έτοιμος λοιπόν να πεθάνει. Ο στόχος της ζωής, ο κύκλος του εγώ, επιτεύχθηκε.

Γύρισε από τον πόλεμο ο γενναίος. Στο παιδί του. Μετά από λίγο το άφησε και ξαναγύρισε εθελοντικά για να αφοπλίσει και άλλες βόμβες. Γιατί καταλάβαινε ότι δεν έχει σημασία αν σκοτώνεται από βόμβες το δικό του παιδί ή άλλα. Είναι το ίδιο. Άφησε λιγάκι πίσω το εγώ του. Άπλωσε το χέρι στον κόσμο.

-Τι είναι αυτό που σε κάνει να ρισκάρεις;
-Ξέρω, αλλά δεν στο λέω. Πρέπει από μόνος σου να το καταλάβεις για να έχει για σένα αξία.

Τρίτη 16 Μαρτίου 2010

Τα ορνιθοσκαλίσματα της κοτούλας-μικρό παραμύθι


 Κότες

Κάποτε ήταν μία κοτούλα που όπως όλες οι κότες περνούσε τον καιρό της σκαλίζοντας το χώμα. Έφτιαχνε σχεδιάκια ορνιθοσκαλίσματα που μόνον κατά τύχη φαίνονταν ωραία ή με κάτι μοιάζανε. Και βαριόταν, πόσο βαριόταν τα ορνιθοσκαλίσματα! Μια μέρα ανέβηκε με πολύ κόπο στη στέγη του κοτετσιού μπας και της φύγει η ανία. Σήκωσε το κεφάλι της ψηλά στον ουρανό και κοίταζε. Στην αρχή δεν έβλεπε τίποτα ενδιαφέρον. Μετά όμως άρχισε να παρατηρεί καλύτερα.

-«Για στάσου!», κακάρισε κάπως πιο μελωδικά από άλλες φορές, «τι είναι τούτο που περνάει; Ένα καράβι, σαν εκείνο το ξεχασμένο παιγνίδι στην αυλή, που τσιμπολογάω. Μόνο που αυτό εδώ είναι κάτασπρο και αφράτο! Ε, πάρε με μαζί σου», κακάριζε όλο και πιο δυνατά η κοτούλα στο σύννεφο που της έμοιαζε με καράβι, αλλά εκείνο ούτε που άκουσε. Έσκιζε τον ουρανό με φόρα και έφευγε για μέρη μακρινά.
-«Κρίμα», ξανακάκαρισε η κοτούλα και πάνω που πήγε να κατεβάσει το κεφάλι, βλέπει το καράβι της να αλλάζει.
-«Μα αυτό είναι ένα ροζ τριαντάφυλλο, το πιο ωραίο που έχω δει ποτέ!» σκέφτηκε κακαριστά η κοτούλα και κοίταξε την τριανταφυλλιά που φύτρωνε πιο μακριά από το κοτέτσι, για να βεβαιωθεί πως δεν έκανε λάθος.
-«Ε, στάσου να σε τσιμπολογήσω», κακάρισε με πάθος η κοτούλα, που δεν ήξερε πως τα τριαντάφυλλα τα μυρίζουμε και δεν τα τρώμε, ούτε έτυχε να ακούσει μέχρι τώρα για τα τριανταφυλλιά σύννεφα της αυγής.
-«Τι κρίμα», σκέφτηκε όπως πάντα κακαριστά η κοτούλα, «δεν σταμάτησε...».
-«Ει, δεν είναι πια τριαντάφυλλο, είναι, είναι, πουλί!», είπε φωναχτά η κοτούλα, που επειδή δεν πέταγε, ούτε κελάηδαγε, δεν ήξερε ότι είναι και αυτή πουλί.
-«Στάσου πουλάκι», κακάρισε κελαηδιστά αυτή τη φορά, «μάθε με να τραγουδώ!»
Μα τότε φύσηξε άνεμος δυνατός και χάθηκε και το πουλί.
-«Τι ωραία που είναι να κοιτάω τον ουρανό, και καθόλου βαρετό!», συμπλήρωσε από μέσα της.
-«Μόνο που πια δεν περνάει τίποτα...», κακάρισε θλιμμένα και χαμήλωσε το κεφάλι στη γη.

Έτσι όμως όπως είχε ανέβει στη στέγη του κοτετσιού, μπορούσε να βλέπει από ψηλά τα ορνιθοσκαλίσματά της.
-«Μα αυτά δεν δείχνουν τίποτα, ούτε καράβια, ούτε λουλούδια, ούτε πουλιά. Θέλω να φτάξω άλλα!»
Πηδάει με βιάση από τη στέγη, τόσο που ξέχασε πως δεν μπορεί να πετάει και ούτε που της φάνηκε, ήταν άλλωστε σαν να πετούσε. Βρίσκει ένα κομμάτι γης άγραφο και αρχίζει ορεξάτα να το σκαλίζει. Στην αρχή τα ορνιθοσκαλίσματά της της έμοιαζαν ορνιθοσκαλίσματα. Λίγο-λίγο όμως άρχισαν να σχηματίζονται αστέρια, φεγγάρια, οι μυρωδιές από την κουζίνα του αγροτόσπιτου, παιδικά γελάκια και καβγάδες, τα κύματα της θάλασσας που έβλεπε από μακριά, τα γαβγίσματα του σκύλου, δέλτα που ανέμιζαν στον αέρα σαν πανιά βαρκούλας, λάμδα ψηλά σαν το βουνό που έβλεπε κάθε ξημέρωμα, όμικρον με το φως της πανσέληνου, γιώτα ψηλά σαν κυπαρίσσια, ψι που καμάκωναν σύννεφα, ρω που ερωτεύονταν. Και μετά τα ορνιθοσκαλίσματα τα έκανε λέξεις που μυρίζαν σαν τριαντάφυλλα, χρώματα που ζωγράφιζαν δειλινά και παράξενα πλάσματα, ήχους που κουδούνιζαν σαν τα φύλλα της λεύκας την Άνοιξη. Σκάλιζε, σκάλιζε αδιάκοπα η κοτούλα, τόσο που ξέχναγε να τσιμπολογήσει ενώ έφτιαχνε τα ορνιθοσκαλίσματά της. Και όταν κάποτε γέμισε εκείνο το άγραφο κομμάτι γης, ανέβηκε στη στέγη του κοτετσιού, βράδυ πια. Απόρρησε που δεν κοιμόταν νωρίς σαν κότα μα τώρα δεν είχε καιρό για τέτοια παρά μόνο για ορνιθοσκαλίσματα. Κοιτάζει κάτω, βλέπει πια έναν πίνακα με γράμματα, χρώματα, μυρωδιές και ήχους. Κοιτάζει πάνω βλέπει τον ουρανό με τ’άστρα.

Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε στη στέγη για να ονειρεύεται καλύτερα τα αυριανά της ορνιθοσκαλίσματα και τα μακρινά αστέρια.
 

Αυτό το παραμυθάκι γράφτηκε σε μια προσπάθεια ενθάρρυνσης παιδιών στα πρώτα βήματα γραφής. Ένα σκέτο Δ, Λ, ή Ο που πρέπει να αναπαραχθούν πανομοιότυπα μέχρι να γεμίσει η κόλλα προκαλούσε αφόρητη ανία. Η ανάγκη επέτασσε τη δημιουργία μιας ιστορίας, ώστε να μπορέσει το παιδί να δει ότι τα γράμματα είναι σημαντικά εργαλεία και όχι απλές γραμμούλες.

Δευτέρα 15 Μαρτίου 2010

Η Αλίκη του Λούις Κάρολ και η Αλίκη του Τιμ Μπάρτον


Alice in Wonderland, Tim Burton

Θεωρητικά ο σκηνοθέτης, αν πιστεύει ότι μπορεί να δώσει μια άλλη οπτική του όποιου κειμένου, επεμβαίνει κατά τρόπο ώστε να το εμπλουτίζει ή να το φτωχαίνει. Και στις δύο περιπτώσεις προϋποτίθεται ότι ο σκηνοθέτης έχει στέρεο εγώ με μία σαφή οπτική που τουλάχιστον πιστεύει ότι μπορεί να συνδιαλλαγεί με το κείμενο. Διαφορετικά, εξαφανίζει το σκηνοθετικό εγώ του στο μέτρο του δυνατού, ώστε να δώσει προτεραιότητα στο συγγραφέα.

Φαίνεται ότι ο Τιμ Μπάρτον ανήκει στις περιπτώσεις που χρησιμοποιούν το κείμενο προσχηματικά αλλοιώνοντάς το επί της ουσίας και επί των τύπων, πιστεύοντας ότι η οπτική του (υπερτονισμένου εδώ) εγώ του είναι απαραίτητη για να ανανεώσει το λογοτέχνημα και τις ιδέες του σε μία πιο «διαχρονική» εκδοχή. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η έκπτωση της Αλίκης προς μία κατεύθυνση που θέλει την ηρωίδα σε μια πορεία αυτογνωσίας κομμένη και ραμμένη στα προσωπικά μέτρα και αξίες του σκηνοθέτη, κάτι που γειώνει το κείμενο αποδομητικά σε βαθμό να καθίσταται μη αναγνωρίσιμο. Η θεμιτή συνδιαλλαγή με το λογοτέχνημα και οι αποστάσεις από αυτό ώστε να διατηρείται και η αυτονομία του καθενός δίνουν τη θέση τους στο υπερφίαλο σκηνοθετικό βλέμμα που όχι μόνον αγνοεί την υπερτονισμένη και διαλυτική μάτια του, αλλά επιπλέον θεωρεί ότι το έργο του αναφέρεται στο εμείς που πραγματεύεται ο Λούις Κάρολ μέσα από το βλέμμα της ηρωίδας του με έναν δραματικό, σύγχρονο και ανανεωμένο τρόπο.

Ο Κάρολ θέλει την Αλίκη σε μία πορεία αυτογνωσίας στη Χώρα των Θαυμάτων, όπου σαφώς μετατοπίζεται εξαιτίας της συνάντησής της με κάθε ένα από τα πλάσματα που συναντά. Μεγαλώνει, μικραίνει, γίνεται δυσαρμονική, βρίσκει το αληθινό της μέγεθος. Αυτά ειπωμένα και αλλού. Αλλά, η μεταμόρφωσή της ακολουθεί έναν βασικό, βαθιά ανθρώπινο άξονα, το κίνητρό της να επικοινωνήσει με τους κατοίκους της Χώρας των Θαυμάτων. Το εγώ της ναι μεν υφίσταται, αλλά δεν εγκλωβίζεται σε έναν αυτοαναφορικό χαρακτήρα. Λαμβάνει υπόψιν της τον άλλο, αφού σκοπός της είναι η επικοινωνία, αλλά δεν εξαϋλώνεται. Θαυμαστή ισορροπία του εγώ και του εσύ, εν ολίγοις της προϋπόθεσης του εμείς. Από εκεί και πέρα η επικοινωνία μπορεί να επιτευχθεί ή να αποτύχει, το εμείς να παραμείνει στη σφαίρα του ποθητού, όπως συνέβη στην Αλίκη του Κάρολ. Όμως συνεχίζει να παραμένει όρθιο το αξιακό της σύστημα και κινητήριος δύναμή της: σκοπός το εμείς και όχι το εγώ ως αυτοσκοπός παρά μόνον ως συστατικό του εμείς. Ο χώρος για το εσύ ανοιχτός.

Αντίθετα ο Μπάρτον παρουσιάζει μια Αλίκη, οπωσδήποτε με παρρησία, θαρραλέα και με αγωνιστική διάθεση, αλλά τα όντα που συναντά είναι κατά βάση μανιχαϊστικά. Ή κακά ή καλά σε βαθμό υπέρμετρο. Γι’ αυτό και παρελαύνουν στην ταινία τρομαχτικά απειλητικά τέρατα που την κυνηγούν να την σκοτώσουν, βασίλισσες κακές που προχωρούν πράγματι στον αποκεφαλισμό όσων καταδικάζουν-εν αντιθέσει με την κακιά Ντάμα Κούπα του Κάρολ που είναι αρκετά έξυπνη ώστε να παραμείνει στην απειλή-, λευκές αφελείς και γλυκερές βασίλισσες κούκλες που αρνούνται να αγωνιστούν και περιμένουν μια Αλίκη να σώσει το βασίλειό τους και το αποκορύφωμα, ένας ασπόνδυλος δράκος που η ηρωίδα αποκεφαλίζει και ξεμπερδεύει μια και έξω για τη λοιπή της ζήση με το θέμα αυτογνωσία. Το εσύ λοιπόν, τα πλάσματα που συναντά, υφίστανται μόνον ως εχθροί που πρέπει να παλέψει και να εξαφανίσει ή να υποτάξει. Οι φίλοι, όπως ο Τρελοκαπελαδούρας-Τζόνυ Ντεπ, χρησιμεύουν για να ανακαλύψει το εγώ της, πλην όμως όταν της ζητά να μείνει στη Χώρα των Θαυμάτων, εκείνη αρνείται γιατί πρέπει να συνεχίσει. Το πράγμα αποκτά κάποια βαρύτητα γιατί ο Μπάρτον επινόησε ένα γιαλαντζί ερωτικό στοιχείο μεταξύ Αλίκης και Τρελοκαπελαδούρα, οπότε η άρνηση της Άλικης γεννά ερωτήματα περί του εμείς. Ο Κάρολ βεβαίως δεν υπόπεσε σε ένα τόσο ξεκάθαρο σφάλμα που δυναμιτίζει την καθαρότητα του έργου. Ο Κάπελας είναι ένα πλάσμα όπως τα άλλα, γι’αυτό και η Αλίκη παρά τις ευρύτερες προσπάθειές της για επικοινωνία, φεύγει. Δεν την βρήκε εκεί. Κέρδισε πολλά, αλλά όχι το εμείς. Ο Μπάρτον όμως απτόητος, μιας και αξία της ηρωίδας του δεν είναι το εμείς το περιέχον το εγώ και το εσύ, αλλά το εγωιστικό εγώ, εκμεταλλεύεται τα πλάσματα και αποχωρεί. Για πού; Μα για το επόμενο στάδιο, μια ζοφερή πραγματικότητα που απορρίπτει (αν και εμφανώς το ίδιο θα έκανε και χωρίς να περάσει από τη Χώρα των Θαυμάτων) και φεύγει. Για πού; Μα για το επόμενο στάδιο, την αναζήτηση μέσα από το ταξίδι (ω, ναι, μπαρκάρει για την Κίνα ως έμπορος!). Ακόμα και αν παραβλέψουμε το θέμα αναζήτηση του χρήματος, μένει δυσεπίλυτο, με τον τρόπο που το θέτει ο Μπάρτον, το βασικό θέμα. Τι αναζητά η Αλίκη και μας χαμογελά από την οθόνη έτσι γαλήνια και σίγουρη; Το ταξίδι στο πλατύ εσύ του «κόσμου», πιστεύοντας μάλιστα ότι έτσι υποτάσσει ή περιορίζει το εγώ της διαχέοντάς το στο γενικό εσύ, ενώ η αλήθεια είναι πως την κινεί το υπέρμετρο εγώ της που δέχεται αυτάρεσκα να το «θυσιάσει» στο σχήμα (αυτόνομο, άρα με αυτοπροσδιορισμό) εγώ+(αυτόνομο, άρα με αυτοπροσδιορισμό) εσύ=εμείς. Κέρδος η απροσδιοριστία και του εγώ και του εσύ και όλων. Και η ρετσινιά του διογκωμένου εγώ.

Από εκεί και πέρα, η αισθητική και η μορφή ακολουθούν το περιεχόμενο. Ασάφεια και απροσδιοριστία στο σχεδιασμό των μορφών, λίγο από μεσαιωνικό δράκο και ιππότες, λίγο από πριγκήπισσες του παραμυθιού, λίγο από ζόφο για το ζόφο και βεβιασμένο χιούμορ, λίγος ψευτοερωτισμός για να αξιοποιηθεί και ο Τζόνυ Ντεπ... Οπωσδήποτε, ακόμα κι αν μεμονωμένα κάτι είναι επιτυχημένο, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει οργανική σύνδεση μεταξύ των μερών, καταρρέει. Κακοχωνεμένη Αλίκη το αποτέλεσμα. Για το μόνο που δεν μπορεί κανείς να κατηγορήσει τον Μπάρτον είναι η συνέπεια. Περιεχόμενο και μορφή βρίσκονται σε αγαστή σύμπλευση. Δεν κοροϊδεύει. Δείχνει ξεκάθαρα αυτό που πιστεύει. Έλα όμως που ο θεατής πήγε να δει τη δική του Αλίκη και νιώθει εξαπατημένος από τον κράχτη του ονόματός της. Να προσθέσω και απογοητευμένος;