Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Στον Μανόλη Α… 2012


Κι ήθελε  ακόμη πολύ φως να ξημερώσει στο βλέμμα μας. Σκοτάδι πηχτό κούρνιαζε στα βλέφαρα. Παλεύαμε με την ανάστροφη της παλάμης να το σκίσουμε, παλεύαμε να το ξεπλύνουμε με τις πηγές του νερού που συντηρούσαμε μέσα στις φλόγες, παλεύαμε να το ξορκίσουμε με τα τιμαλφή που φυλάγαμε στις καρδιές μας φυλαχτά και ξόρκια διαλεχτά. Παλεύαμε κι όλο παλεύαμε. Μα εκείνο ξαναγεννιόταν από τις στάχτες του και κάθε φορά μας έκαιγε λίγο το βλέμμα, το φτώχαινε, όμως εμείς εξακολουθούσαμε να βλέπουμε. Να βλέπουμε στόματα φιλιά στο φεγγάρι, χέρια φτερά στα σύννεφα, κόμες λυτές στις θάλασσες, ώτα ευήκοα στους φλοίσβους, λίγους στίχους που χτύπησαν κατάστηθα και απομείναμε ζωντανοί από νεκροί, χαμόγελα μαχαίρια γλυκά στο τραπέζι την ώρα της προσευχής, Βόηθα Θέ μου να αντέξω τα χαμόγελα, έτσι λέγαμε και ξεχνούσαμε πως το τραπέζι ήταν άδειο. Κι όταν ερχόταν η Πείνα, της στρώναμε να κάτσει μαζί μας, Εις το όνομα του Φωτός του επιούσιου, κάναμε το σταυρό μας, μοιράζαμε τον ήλιο μικρά κομμάτια αντίδωρο, δίναμε στην Πείνα το πιο μεγάλο, να την χορτάσουμε να σηκωθεί να φύγει. Έπειτα, έπειτα κρυβόταν ο καθένας στο βλέμμα του και κατάπινε ψίχουλο ψίχουλο το Φως του πλαταγίζοντας τα μάτια από ευχαρίστηση. Και όταν όλοι τελειώσαμε κοιταχτήκαμε αναμεταξύ μας και περιμέναμε με τη χαρά του μελλοθάνατου που του δόθηκε χάρη. Όμως η Πείνα δεν έλεγε να φύγει. Και τότε το αδηφάγο σκοτάδι ξανάρθε να καταπιεί τα βλέμματά μας. Ο Παναγιώτης έκλεισε τα μάτια και πήδηξε μέσα του. Δεν τον ξανάδαμε. Η Εμμανουέλα δεν κουνήθηκε, ήταν ήδη νεκρή. Ο Μίνως άνοιξε τα μάτια ορθάνοιχτα και από τις δυο πλευρές να τον τρυπήσει το σκότος και να βγει από την άλλη. Τον άκουσα που βόγκαγε, δεν κατάλαβα αν βόγκαγε ζωντανός ή νεκρός. Εσύ έβγαλες τα μάτια σου και μου τά’δωσες, πάρ’ τα, μου είπες, έτσι θα αντέξουμε περισσότερο μέχρι το ξημέρωμα, κι ατένιζες τυφλός την ανατολή σου ξαφνιασμένος για το φως σου. Εγώ στόλισα τα μάτια σου στο στήθος να κοιτάνε το σκοτάδι και να το πετρώνουν. Μα  ήταν πηχτό και δεν ένιωθα. Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει κι ο κουρνιαχτός από τις μάχες μας σκέπαζε και δεν βλέπαμε πια ο ένας τον άλλο. Περιμέναμε το ξημέρωμα να μετρηθούμε, πόσοι μείναμε.

Απόγνωση

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

Τα δικά μου Χριστούγεννα


Τα δικά μου Χριστούγεννα είναι στο διάστημα με ένα νεφέλωμα για φάτνη και βοσκούς εξωγήινους. Η Παναγία η Lacrimosa πετά πάνω από το Θείο Βρέφος και το θηλάζει δάκρυα αστραφτερά. Ο Χριστός παίζει κρυφτό με όλα τα παιδιά του κόσμου και κρύβεται κάτω από τις διαστημικές στολές των μάγων. Χίλια αστέρια τον δείχνουν με το πολύχρωμο φως τους και τα δώρα που παίρνει, αστρόσκονη, φως και πόνο. Οι άγγελοι με φτερά μεταλλικά ψάλλουν ο καθένας στην ολόδικια του ακατανόητη για τους άλλους λαλιά του: αλαρίνα, θαρέτω, μηράνι, φωτρέλαψο. Μα όλοι λένε το ίδιο, ότι  ο Χριστός θα μείνει για πάντα παιδί για να μπορεί να παίζει με όλα τα παιδιά του κόσμου.

Τα δικά μου Χριστούγεννα είναι νερένια με μια θαλασσινή σπηλιά για φάτνη και βοσκούς με ψαρίσια ουρά. Η Παναγία είναι η μοναδική γοργόνα του κόσμου που απαρνήθηκε με πόνο τα πόδια της  και ενώνει τα δάκρυα της με το θαλασσινό νερό. Ο Χριστός εξημερώνει τους καρχαρίες και μαδά μαζί τους τετράφυλλα τριφύλλια που λένε πάντα σ΄αγαπώ. Οι τρεις μάγοι καταφθάνουν άλλος από τον ουρανό, άλλος από τη στεριά, άλλος από τα έγκατα της γης. Αήρ, χους, λάβα, τα εξωτικά τους δώρα. Κοπάδια θαλάσσιων αγγέλων με φτερωτά πτερύγια μοιάζουν να στεφανώνουν τον ήλιο που κοιτά ανάσκελα από τον άπατο πυθμένα ο Χριστός, καθώς πέφτει όλο και πιο ταπεινά, όλο και πιο βαθιά.

Τα δικά μου Χριστούγεννα είναι στο πιο ασήμαντο λουλούδι του κόσμου με ένα πέταλο άσπρο για φάτνη. Η Παναγία ραίνει το Χριστό δροσοσταλίδες του πρωινού και εκείνος τις κάνει γυάλινα τόπια που μοιράζει σε όλα τα παιδιά του κόσμου. Οι μάγοι είναι τρεις ψυχές  πεταλούδες, που αφήσαν τα καντήλια που τριγυρνούσαν για να φέρουν τα δώρα τους στο Χριστό: λάδι, αλάτι, πέτρα.  Οι άγγελοι είναι φύλλα φθινοπωριάτικα, κίτρινα, κόκκινα, καφετιά που στριφογυρίζει ο αέρας γύρω από το ταπεινό αγριολούλουδο και αυτά χορεύουν τον ψαλμό τους με συρσίματα στο ξερό χώμα.

Τα δικά μου Χριστούγεννα είναι στα μάτια του φοβισμένου παιδιού με φάτνη τη διεσταλμένη κόρη του. Η Παναγία του χαρίζει τα δάκρυά της για να επιπλέει ο μικρός Χριστός κι εκείνος κάνει την κόρη του ματιού βαρκούλα που αρμενίζει στο φόβο. Οι  μάγοι είναι τρία πουλιά πετάμενα στο γαλάζιο του ουρανού που καθρεπτίζονται στο βλέμμα του παιδιού κι αφήνουν να πέσει από το ράμφος τους μια ονειραχτίδα, ένα ψέμα κι ένα χάδι. Οι φύλακες άγγελοι αμέτρητοι πεταρίζουν τα φτερά τους κάθε που το παιδί φοβάται μέχρι που σηκώνουν άνεμο δυνατό που διαλύει το φόβο σε μικρά ψίχουλα για τα πεινασμένα σπουργίτια.

Τα δικά μου Χριστούγεννα είναι στις τσέπες ενός άστεγου με φάτνη το τελευταίο ψίχουλο αξιοπρέπειας. Η Παναγία στέρεψε από δάκρυα και ο Χριστός απόμεινε νηστικός. Τρώει το κλάμα του και θεριεύει, βγαίνει από την τσέπη και κουρνιάζει θεόρατος στο άγαλμα του Αγνώστου Συμπολίτου. Οι τρεις μάγοι έχασαν το δρόμο τους και στέλνουν με μέιλ τα δώρα τους, γράμματα ανάκατα χξαηυεηδξ, κομμένη παροχή ηλεκτρικού κι ένα ξεθωριασμένο βλέμμα. Οι άγγελοι είναι φτερωτές απαλές παιδικές κουβερτούλες που χαϊδεύουν τα αξύριστα μάγουλα των αστέγων τρυφερά στον ύπνο τους. 

Τα δικά μου Χριστούγεννα.

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

Μα τόσο λαμπερή

Το τσιγάρο βαριαναστέναζε το στόμα σιωπούσε μια κηλίδα αίμα απλώθηκε στο ταβάνι ουρανό, τα παιδιά γελούσαν, οι γελοίοι δεν πέθαιναν ποτέ από γέλια για τον εαυτό τους, οι αχνοί θλιμμένοι μυρμήγκια πλημμύρα, τίναξε από πάνω σου τη θλίψη, νησάκια αντικατοπτρισμοί αχνοχαράζουν στο σύδεντρο, αιώνιοι ναυαγοί τα κυνηγάμε, κι εγώ, κι εσύ, λουλούδια που θα μείνουν για πάντα μπουμπούκια, που ποτέ δε θ’ ανθίσουν, άκου, γλυκά που κελαηδάνε τα αηδόνια στα σωθικά μας, πουλιά μηχανικά σε σάρκινο κλουβί, να πετάξω, έλα, κάθε πτήση και πτώση  λένε, ποιος νοιάζεται, σαράντα ζευγάρια σιδερένια παπούτσια λιώσαμε τάμα στον άγιο κι ακόμα να πετάξουμε, μόνον στιγμές απλώσαμε φτερά στο βουητό του ποταμού, στο σπίτι του παιδιού, στις πλάτες του πατέρα, στο φλοίσβο της θαλάσσης κάθε δύση κατάδυση στο βλέμμα της ντροπιασμένης που ψάχνει δουλειά καθαρίστριας, μα πιο πολύ στην αγωνία της αν θα την κοιτάξω, κρύβει τα φτερά της κάτω από την αξιοπρέπειά  της, κάθε δύση ζωντανεύουν, παππού γιαγιά, ψάχνετε στα σκουπίδια της λαϊκής, πού πήγε το ρολόι με την καδένα που στόλιζες τις Κυριακές το γιλέκο σου παππού κι ας είχε σταματήσει, βγάζω τα φτερά από την πλάτη, τα διπλώνω αργά και τελετουργικά, τα ραίνω με λεβάντα και τα φυλάω μαζί με όνειρα πτήσεις πτώσεις, τα λυτά μου μαλλιά στην κόψη της μέρας με τη νύχτα, παλιές φωτογραφίες κελαρύσματα σπασμένα παιδικά παιγνίδια ένα κλωνάρι δυόσμο, το γέλιο σου το κλάμα σου το γέλιο μου τον αναστεναγμό μου, αστέρια καρφωμένα στην καρδιά, τον ίσκιο της μουριάς, δες μικρύναμε, χωράμε σε μια δαχτυλήθρα δάκρυα, ασήκωτη θα λένε οι επερχόμενες γενιές, μα τόσο λαμπερή, αγαπημένε.

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

Ο Εφιάλτης

Τ' όνομά της ήταν Ακτή και Κυριακή. Είχε μαύρα μάτια μαύρα μαλλιά μαύρα φορέματα μαύρα μεσοφόρια κι ένα άλογο κατάμαυρο. Όμως τη λέγαν Ακτή και Κυριακή. Το σπίτι της ήταν σ' 'ενα νησί κι ήταν γεμάτο πιστόλια πορφύρες σημαίες άστρα στα δίχτυα πυροβόλα σκάφανδρα αγκίστρια κιβώτια με όνειρα, κιβώτια με σφαίρες νησιώτικες φορεσιές λάμπες με γυαλιά χρωματιστά μαντίλια χρωματιστά κι ένα παλιό σκουριασμένο κανόνι. Σα  βράδιαζε στο παράθυρο άναβε ένα φανάρι. Άναβε-έσβηνε άναβε-έσβηνε κι αμέσως μια έρημη βάρκα άραζε πλάι στη σιδερένια πόρτα του σπιτιού κι ένας-ένας πέντε άντρες γλιστρούσαν μέσα στο σπίτι. Σε λίγο από ένα κρυφό πορτόνι σκεπασμένο από τ' αθάνατα ο Πρώτος άντρας έβγαινε νεκρός. Ο Δεύτερος με το πρόσωπο γεμάτο αίματα κρατώντας ένα πεντάμορφο βρέφος σφιχτά στην αγκαλιά του. Ο Τρίτος κι αυτός γεμάτος αίματα κρατώντας ένα αυτόματο σφιχτά στην αγκαλιά του. Ο Τέταρτος σερνάμενος τυλιγμένος από την κορφή ως τα νύχια σ' ένα βαρύ σκούρο πράσινο ύφασμα. Ο Πέμπτος κι αυτός νεκρός. Όμως η πιο εξαίσια νεκρή ήταν η κοπέλα μέσα στο κάτασπρό της φόρεμα κατάχαμα ξαπλωμένη στη μέση του δωματίου πλάι στο σκοτωμένο μαύρο άλογό της πλημμυρισμένη κι αυτή στο αίμα τα χέρια σταυρωτά ψηλά στο στήθος και μ' ένα χαμόγελο και μ' ένα πράσινο κλωνί στο στόμα ενώ οι πέντε γερμανοί αδύναμοι μπροστά της χαιρετούσαν σε στάση προσοχής.
      
Μίλτος Σαχτούρης, Παραλογαίς (1948)

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Μίλαγες πατέρα

Μίλαγες πατέρα, μίλαγες κι εγώ σε άκουγα σε έβλεπα δε σε χόρταινα, παρακάλαγα να μην τελειώσει το απομεσήμερο, αργά, πολύ αργά, η τελετή του νιπτήρος είχε συντελεστεί προ πολλού, τριάντα χρόνια πάνε, όμως τώρα είσαι εδώ κάτω από την πέργολα του δικού μου σπιτιού, όλα δικά μου ένα γύρω, τα παιδιά μου τα σκυλιά μου τα γατιά μου, οι σκέψεις μου, η ζωή μου, όλα δικά μου τα κατάκτησα πολεμώντας βήμα το βήμα κραυγή την κραυγή, όλα δικά μου. Εκτός από σένα.
Μίλαγες με το τσιγάρο να κρέμεται από τo στόμα  άναφτο όλη την ώρα, σε είχε καταπιεί το παρελθόν σου, ιστορίες για τα θαυμαστά που είδες, που έζησες, για τον καϊκτζή που του κόλλησες το κυνηγετικό στον κρόταφο να περάσει με μπουρίνι απέναντι τον φαρμακωμένο από την οχιά, ή όλοι ή κανείς κρoτάλιζες, για το φούρνο της γειτόνισσας που κρύφτηκες πιτσιρικάς  δυο μέρες μη  σε βρουν οι φρίτσηδες που σου΄δωσαν να πιάσεις το όπλο τους και συ πυροβόλησες το άλογό τους, όλες διαλεχτές, ηρωικές, τις άλλες σε ευχαριστώ τώρα πια που τις ξέχασες.
Μίλαγες κι εγώ με έβλεπα μικρό παιδί δίπλα σου να πετάμε μαζί χαρταετό, εγώ πάντα μικρό παιδί, εσύ μεγάλωνες, πάλι δίπλα σου να σε κοιτώ να λες ή όλοι ή κανείς, εσύ τώρα γέρος, εγώ ακόμα μικρό παιδί, κάθεσαι επιτέλους στ’ αλήθεια δίπλα μου, σε ακούω να μιλάς, να μιλάς για μια ζωή που πέρασε κι εγώ δεν ήμουν μαζί σου.
 Ή όλοι ή κανείς.
Δεν με πήρες ούτε μια φορά μαζί σου. Κι εγώ σε παρακάλαγα κι εσύ έφευγες μόνος.
Μίλαγες πατέρα, μίλαγες κι εγώ έβλεπα επιτέλους να ξεδιπλώνονται μπροστά μου όλα αυτά που δεν ζήσαμε μαζί, μια πλάτη πάντα έβλεπα με σβυστό τον ήχο να με οδηγεί στο σχολείο, να τρώει στο τραπέζι, να πίνει τον απογευματινό καφέ. Μια πλάτη, ούτε μάτια, ούτε στόμα, την μορφή σου μόλις έστρεφες το κεφάλι την ξέχναγα.
Μίλαγες πατέρα κι εγώ έκλεινα τα μάτια και ανακάλυπτα μέσα μου την μορφή σου, επιτέλους τη θυμήθηκα, τη θυμάμαι, κι όσο πιο πολύ μιλάς τόσο ζωντανεύουν τα χρώματά της, μίλα πατέρα, μίλα όσο μπορείς. Δε θέλω να ξαναφύγει η μορφή σου από μέσα μου.

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

Έρημος , Κάρλο Μικελστέτερ, Πάολο Μουζίο, Θεόδωρος Τερζόπουλος

Έρημος του Κάρλο Μικελστέτερ, Θ. Τερζόπουλος, Ελευσίνα 2011
 
Έρημος, Κάρλο Μικελστέτερ (1887-1910)

 Μιλάς, μιλάς και πολεμάς
Τις λέξεις με τις λέξεις
Και  ο πόνος στάζει
Τη φωνή σου
Και η φωνή σου δεν είναι
η φωνή σου.
Κι εσύ μιλάς, μιλάς
Και κανείς δεν σ’ ακούει
Δε θα πείσεις κανέναν

Μιλάς, μιλάς σαν θαμμένος
ζωντανός
στη μέση της ερήμου
 και περιγράφεις την ταφή σου

Δεν μπορείς να κρατηθείς
όρθιος
Ο Θεός που σε κρατούσε όρθιο
που σου έκανε τη μέρα
φωτεινή
και την τροφή γλυκιά
που σου έδινε την οικογένεια
την πατρίδα, τον παράδεισο
τώρα σε προδίδει σ’ εγκαταλείπει

Δεν υπάρχει για σένα ψωμί
Δεν υπάρχει νερό
Δεν υπάρχει πατρίδα
Δεν υπάρχει Θεός
Δεν υπάρχει αρχή και τέλος
Κι εσύ μιλάς, μιλάς στη μέση
της ερήμου
και πολεμάς τις λέξεις με τις
λέξεις
και δεν θα πείσεις κανέναν

Αύριο θα πεθάνεις
η μνήμη πεθαίνει μαζί σου
μαζί σου πεθαίνει όλη η
οικογένεια όλοι οι άνθρωποι πεθαίνουν
μαζί σου
κι ο Θεός πεθαίνει μαζί σου
το βασίλειο των ουρανών
γκρεμίζεται μαζί σου,
αύριο θα είσαι νεκρός  νεκρός
αύριο όλα τελειώνουν το σώμα σου, η οικογένειά
σου,
οι φίλοι σου, η πατρίδα σου,
ό, τι κάνεις, ό, τι μπορείς ακόμα
να κάνεις,
το καλό, το κακό,
το αληθινό, το ψεύτικο,
οι ιδέες σου, ο ρόλος σου
ο παράδεισος, η κόλαση, όλα.
Όλα αύριο τέλειωσαν, όλα
Κι εσύ μιλάς, μιλάς 
και κανείς δε σ’ ακούει

Μόνος στη μέση της ερήμου
στον ίλιγγο του βάθους  της
ζωής
μιλάς, μιλάς και κανείς δε σ’
ακούει.

Κάθε στιγμή σου
ένας αιώνας από τη ζωή των
άλλων
των άλλων που συνεχίζουν να
ζουν, για να ζουν 
για να μην πεθάνουν
Η ζωή τους δεν είναι
παρά ο φόβος του θανάτου
όποιος φοβάται το θάνατο
είναι ήδη νεκρός.

Και συ μιλάς, μιλάς
και ο πόνος 
στάζει τη φωνή σου
και η φωνή σου
δεν είναι η φωνή σου.

Μιλάς, μιλάς
και οι λέξεις σου πλέκουν
ένα καινούριο πέπλο
που γεννιέται απ’ το σκοτάδι.

Τέντωσε τ’ αυτί σου
θ’ ακούσεις φωνές διαταγής
φωνές βλαστήμιας
φωνές χωρίς σκοπό
θα δεις σ’ όλους το φόβο
και το άγχος του κυνηγημένου
κτήνους
Κοίταξέ τους πώς βιάζονται,
σπρώχνονται, εμπορεύονται
Πού πηγαίνουν και τι θέλουν
γιατί υπερασπίζονται ο ένας
τον άλλον.
Φοβούνται περισσότερο τη
ζωή από το θάνατο.
Και σφάζουν
ο ένας τον άλλο
Κι εσύ μιλάς, μιλάς
Και κανείς δεν σ’ ακούει
Συνεχίζεις κουφός
και ο πόνος στάζει τη φωνή
σου και η φωνή σου, δεν είναι
η φωνή σου.

Και γύρω σου οι ιστορικοί,
οι μεταρρυθμιστές,
οι λογοτέχνες, οι δημαγωγοί,
οι άνθρωποι του κράτους
όλοι λίγο πολύ
με τις αποσκευές των
προκαταλήψεων
και των δεισιδαιμονιών
Σίγουροι σα θεοί

Ο εκφυλισμός τους
ονομάστηκε
πολιτική αγωγή
ο φόβος τους 
το νέο ήθος
η βία τους
το σπαθί της δικαιοσύνης
και με τα λόγια τους
εκμεταλλεύονται τις τρέχουσες
ιδέες και καταστροφές
και ωθούν την κοινωνία
σε σταδιακή προσαρμογή
στην οργάνωση
των εχθρικών δυνάμεων
Κι εσύ μιλάς, μιλάς
και κανείς δεν σ’ ακούει

Μόνος στη μέση της ερήμου
στον ίλιγγο του βάθους της
ζωής
μιλάς, μιλάς και κανείς δεν σ’
ακούει

Όταν φτάσεις στη σιωπή
τότε η κάθε πράξη
θα έχει την απόλυτη αιτία της.
Πριν φτάσει κάθε λέξη στο
βασίλειο  της σιωπής
θα είναι κόσμημα
στο απέραντο σκοτάδι
η λέξη δεν θα έχει πια
περιεχόμενο
παρά μόνο το ελάχιστο
σκοτεινό ένστικτο της ζωής.

Στάζει μέσα στην καρδιά σου,
ο πόνος της τύψης
και γεννιέται η Σοφία
και συ δεν την θέλεις.

Μετάφραση: Φλώρα Κονταράτου

Θα παρέθετα μονάχα το μεταφρασμένο απόσπασμα του Κάρλο Μικελστέτερ-είναι από μόνο του αρκετά δυνατό, ώστε να μην χρειάζεται συμπληρωματικά…λόγια-, αν δεν άξιζε ιδιαίτερα μνεία η θεατρική αναπαράστασή του από το Θεόδωρο Τερζόπουλο, ο οποίος το ανέσυρε και μας έδωσε μια ιδιαίτερη και καθοριστική οπτική διττή:και με το σαφές επίκαιρο πολιτικό μήνυμα που είδε σε αυτό και με τη στάση του γενικότερα ως πνευματικού ανθρώπου.
Πρώτα το άμεσα ορατό: «Μιλάς, μιλάς και πολεμάς
     τις λέξεις με τις λέξεις».
Ο εξαιρετικός ηθοποιός Πάολο Μουζίο αποδίδει στη γλώσσα του μισοκαταληπτά μισοακατάληπτα μάλλον το πλήρες κείμενο του Μικελστέτερ. Ο Τερζόπουλος δεν θέλει να τον βάλει να το πει στη δική μας γλώσσα, γιατί αυτόματα θα αναιρούσε το ίδιο το νόημα του κειμένου. Δε θέλει να πολεμήσει τις λέξεις με άλλες λέξεις. Θέλει να μας κάνει να βιώσουμε το μήνυμα μέσα από την ερμηνεία του ηθοποιού του, μέσα από την αποδόμηση του λόγου και την ανάδυση ενός άλλου τρόπου επικοινωνίας καίριου άμεσου, βιωματικού, πανανθρώπινου που ξεπερνά το Εγώ και σκάβει ως τα μύχια του αρχέγονου Εμείς. Το προσωπικό βίωμα του Μικελστέτερ γίνεται έτσι δικό μας βίωμα ομαδικό. Ο δημιουργός όμως του κειμένου περιχαρακώνεται γύρω από την «μοναδικότητά» του, εντάσσει τον εαυτό του σε μία ελίτ, είναι ο ένας ο εκλεκτός, που ξέρει την αλήθεια αλλά κανείς δεν τον ακούει παρόλο που τη διατυμπανίζει: «Κι εσύ μιλάς, μιλάς
                                                  Και κανείς δεν σ’ ακούει».
Και πληρώνει το τίμημα της γνώσης του, της Σοφίας του, με μοναξιά, θάνατο, δυστυχία, πόνο, τρέλα .  Δεν την θέλει αυτή τη Σοφία, το αδιέξοδο της ύπαρξης, «την επίγνωση της απόγνωσης του να υπάρχεις»: "Και γεννιέται η Σοφία
                   και συ δεν τη θέλεις".
(την επόμενη μέρα που παρέδωσε το κείμενο Έρημος μαζί με συναφή στα πλαίσια της πτυχιακής του εργασίας για την Πειθώ, αυτοκτόνησε σε ηλικία 23 ετών, απόλυτα συνεπής(;) στην αυθεντικότητα των λόγων του).
Είναι πολύ εύκολο για τον κάθε θεατή χωριστά να ταυτιστεί με τον δημιουργό και να θεωρήσει τον εαυτό του ως τον έναν «που έγραψε τη μια και μόνη λέξη του κόσμου, που δεν το πήρε κανείς είδηση». Από την κυρία στην μπροστινή θέση που αναφώνησε στο τέλος της παράστασης επιτιμητικά για κάποιον που αποχώρησε ξεχνώντας στις κερκίδες το μπουκάλι με το νερό: «Πράγματι ζούμε στη μέση της ερήμου!» ως τον πραγματικό άγνωστο Μικελστέτερ της διπλανής πόρτας που αποκαλύπτεται απροσδόκητα σε μια αστραπή. Παρά το αγεφύρωτο επί της ουσίας χάσμα που χωρίζει τους δυο τους, ωστόσο υπάρχει ένα κοινό. Αμφότεροι δεν είδαν αυτό που μας έδειξε ο Τερζόπουλος στην παράστασή του. Η Σοφία αυτή (με μικρό σ για την κυρία, με κεφαλαίο για τον πολύτιμο άγνωστο Μικελστέτερ της διπλανής πόρτας) είναι πράγματι καταδικασμένη σε θάνατο (μας το επιβεβαιώνει ο δημιουργός της Ερήμου: «Αύριο θα πεθάνεις
               η μνήμη πεθαίνει μαζί σου»),
αν δεν καταφέρουμε να δούμε ότι ΟΛΟΙ την έχουμε μέσα μας είτε εν δυνάμει, είτε εκπεφρασμένη, και ότι αυτό που πραγματικά  λείπει είναι ο τρόπος να την ανασύρουμε από τον Άλλον, να του την δείξουμε, να’την, κοίτα, είμαστε όλοι κοινωνοί του ίδιου και του αυτού πράγματος, της ίδιας λέξης, δεν είσαι μόνος σου, μπορεί να μην σε ξέρω, αλλά ξέρω ότι νιώθεις τα ίδια, δεν είσαι μόνος σου, δεν είμαι μόνος μου, και ας μην σε ξέρω, κι ας μην με ξέρεις, κι ας μην έχω ποτέ την ευκαιρία να σε δω, κι ας μην έχεις ποτέ την ευκαιρία να με δεις, υπάρχεις όσο υπάρχω, ούτε λιγότερο, ούτε περισσότερο, η λέξη σου πολύτιμη, η σοφία σου πολύτιμη, θα σου πω μπράβο  αν την ακούσω και την έχεις γράψει με Σ κεφαλαίο, και αν δεν την ακούσω, μην νοιάζεσαι, γιατί ήδη υπάρχει μέσα μου, δεν είσαι μόνος, δεν είμαι μόνος κι ας μην βρεθήκαμε ποτέ.
Αυτό δεν είδε ο Μικελστέτερ και για αυτό ένιωσε απέραντη μοναξιά βαθιά ως τα τρίσβαθα, βαθιά ως την αυτοκτονία. Αυτό είδε ο Τερζόπουλος ξεπερνώντας τον Μικελστέτερ και δίνοντας του μεταθανάτια παρηγόρια και χείρα βοηθείας: 
«Αλησμονώ και χαίρομαι
Θυμούμαι και λυπούμαι
Ωχ θυμήθηκα την ξενιτειά
 Και θέλω να πηγαίνω»
Ένα ηπειρώτικο δημοτικό.
Η αυτοκτονία του Μικελστέτερ, ο ξενιτεμός του στο επέκεινα της ζωής, (επειδή ακριβώς ποθούσε τη Ζωή μέχρι την εσχατιά της, αυτήν την πραγματική που επειδή δεν μοιραζόταν όπως το εννοούσε, δεν άντεξε την απώλειά της),  εδώ γίνεται ομαδικό συναίσθημα εκπεφρασμένο όχι από το άτομο, τον ένα, αλλά από όλους. Ξενιτεμός και για τους δυο-αυτό να το αρνηθεί κανείς δεν μπορεί-, πόσο αδιέξοδος όμως για τον Έναν, πόσο λυτρωτικός για τα ενοποιημένα Εγώ των πολλών (όπως μόνον σε ένα δημοτικό μπορεί να φανεί τόσο άρτια), που ξέρουν ότι δεν είναι μόνοι. Είναι χιλιάδες, εκατομμύρια, είμαστε όλοι.


Αξίζει να συμπληρώσω ότι το δημοτικό «Αλησμονώ και χαίρομαι» το τραγουδούσαν Ηπειρώτες ανώνυμοι, απλοί άνθρωποι δίχως όνομα και επίθετο, έτσι ώστε να έρχονται σε σαφή αντίθεση με τον «επώνυμο» δημιουργό της Ερήμου. 

Επιπλέον ο Τερζόπουλος έδωσε την παράσταση στην Ελευσίνα, στα πλαίσια του τοπικού φεστιβάλ Αισχύλεια. Ήθελε να υμνήσει την Σοφία των πολλών ανωνύμων ντόπιων, σε αντίστιξη με αυτήν του Ενός, του Μικελστέτερ, τον οποίο βεβαίως δεν απέρριψε, αλλά οπωσδήποτε με τον τρόπο του συμπλήρωσε, επέκτεινε, ξεπέρασε. Οι «γνώστες» του Τερζόπουλου (ανάμεσά τους και η κυρία που θεωρώντας ότι είναι ξεχωριστή επιτίμησε και υποτίμησε το δυστυχή που ξέχασε το μπουκάλι) βρισκόμασταν με απλό εισιτήριο στη δεξιά πλευρά του θεάτρου. Οι ντόπιοι οι έχοντες κάρτα για όλα τα δρώμενα του φεστιβάλ (και που εν πολλοίς δεν θα είχαν γνώση του σκηνοθέτη και της κουλτούρας του), στην αριστερή. Αυτοί που καταχειροκρότησαν στο τέλος της παράστασης δεν ήταν τα κατά μόνας Εγώ της δεξιάς πλευράς, αλλά τα ενοποιημένα Εγώ της αριστερής. Σε ποιον αλήθεια ταιριάζει η Σοφία με σ κεφαλαίο και σε ποιον με μικρό;

Θα ήταν τέλος παράλειψη να μην αναφερθεί κανείς στο σαφέστατα και έντονα πολιτικό μήνυμα της παράστασης. Μετά το εξόδιο άσμα «Αλησμονώ και χαίρομαι», ο σκηνοθέτης που διαλεγόταν με τον ηθοποιό Πάολο Μουζίο, το alter ego του Μικελστέτερ, φώναξε πετώντας στον αέρα τα χαρτιά που κρατούσε: «Η Ρωμανία επάρθη!»

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2011

Η γυναίκα της ζωής του


Μ΄αγαπά  δε μ’αγαπά, μού’δωσε τη μαργαρίτα που λέει πάντα σ’αγαπώ, είσαι η γυναίκα της ζωής μου, είμαι, είμαι άραγε, χαμηλώνει τα μάτια και σκύβει το κεφάλι όταν μου λέει σ’αγαπώ, έτσι ταιριάζει στην αλήθεια, δε μαδώ πια μαργαρίτες, τα μάτια του είναι κολλημένα πάνω μου κάθε ώρα και στιγμή, νομίζω πως χιλιάδες από αυτά είναι πάνω μου ζωγραφισμένα, πως αντιγράφουν το σώμα μου με κάθε λεπτομέρεια, εκτός όταν μου λέει σ’αγαπάω, πόσο σ’αγαπώ αλήθεια όταν το λες σα να ντρέπεσαι ή σα να φοβάσαι μην πάρει ο αέρας τα α και ξεραθεί η λέξη σου.

Έχεις ψιλά για τον καφέ, έχω, ανοίγω το τσαντάκι μου, πάταγος εκκωφαντικός από τα βιβλία που μου πέφτουν από τα χέρια, σαν πούπουλο το σελοφάν που πέφτει από το καλαμάκι της διπλανής, το βλέπω, το βλέπω να αιωρείται αργά βασανιστικά μέχρι να πέσει κάτω, σκύβει αυτός που είμαι η γυναίκα της ζωής του, της αρπάζει το σελοφάν να το πετάξει εκείνος, τίποτε άλλο δεν βλέπει, τίποτε άλλο δεν περιμένει εκτός από το χαμόγελο του ευχαριστώ της, όλα τα άλλα άσπρο γαλακτερό κενό, εγώ έγινα άσπρο γαλακτερό κενό, δε με βλέπει, δε με βλέπει, ούτε εμένα, ούτε τα πεσμένα με πάταγο βιβλία μου στα πόδια του, το χαμόγελό της κολλάει στη ματιά του, μοιάζει από αυτά που δε φεύγουν ούτε με το βραδυνό βούρτσισμα, περνά δίπλα μου να πετάξει το σελοφάν στα σκουπίδια ο άντρας, που είμαι η γυναίκα της ζωής του, τα χιλιάδες μάτια του που με έντυναν ξεκόλλησαν από πάνω μου, νιώθω γυμνή, περνούν από μέσα μου και συνεχίζουν το δρόμο τους, είμαι διάφανη, δεν υπάρχω, δεν υπάρχω, είμαι εδώ κραυγάζω κλαίγοντας, ε τι, τα βιβλία μου ψελλίζω, κάναν τόσο ησυχία όταν πέσανε, το σελοφάν έκανε τόσο θόρυβο, θέλεις να κάνεις τώρα σκηνή, δε σκύβει το κεφάλι με κοιτάει κατάματα, όχι αγάπη μου, να κλάψω θέλω για την κηδεία του για πάντα, λα λι λα μόνον ο θάνατος υπάρχει για πάντα, τι κρίμα, τι κρίμα, ακόμα και τα παιδιά το ξέρουν, μα εμείς  δεν είμαστε πια παιδιά, ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος, δε ζει γοργόνα μου, τίποτα δε ζει για πάντα.

Mόνο το σελοφάν στη ματιά μου καθώς θα πέφτει αργά και ηχηρά πλάι στα αθόρυβα βιβλία μου.