Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011

Θέατρο Μικρή Πόρτα Ξένιας Καλογεροπούλου-Ο τυχερός στρατιώτης


Η Ξένια Καλογεροπούλου μαζί με το Θωμά Μοσχόπουλο διασκεύασαν και δραματοποίησαν ένα ρώσικο παραμύθι με αποτελέσματα τουλάχιστον αντάξια της εδραιωμένης εδώ και χρόνια φήμης τους. Το εγχείρημα από κάθε άποψη είναι εξαιρετικό.

Θεματικά εκτυλλίσσεται η πορεία του ρώσου στρατιώτη που επιστρέφει από τον πόλεμο και δε βρίσκει το σπίτι του (οι δημιουργοί μας κλείνουν συνωμοτικά τα μάτι με πολλούς τρόπους αφήνοντας ασαφές το αν αν έχει γκρεμιστεί το σπίτι του ή υπάρχει αλλά δεν το νιώθει πια ως τέτοιο και όλα αυτά με λίγες κομμένες στη μέση λέξεις, με σιωπές και εκφράσεις). Αποκτά τώρα ένα «άδειο μέσα του» κυριολεκτικά και μεταφορικά, πρώτη φορά παρά τις δύσκολες μάχες του πολέμου που βίωσε. Συνεχίζει την πορεία του για να βρει σπίτι, να πάψει  να νιώθει το κενό, ανταμοίβεται για τη φιλάνθρωπη γενναιοδωρία του με σπουδαία δώρα, που όμως η σημασία τους δε θα φανεί παρά πολύ αργότερα: μια παλιά τράπουλα που πάντα κερδίζει, ένα μουσικό όργανο ( -Μα δεν ξέρω να παίζω, -Δεν ξέρεις τι ξέρεις..., έρχεται η απάντηση) και ένα μαγικό σακί που ό,τι ονοματίζεις μπαίνει μέσα). Τα τρία δώρα λοιπόν κατά τα πρότυπα του λαϊκού παραμυθιού, τα οποία θα χρησιμοποιήσει δεόντως όταν φτάσει στην πολιτεία. Κατεστραμμένη γεμάτη τυχοδιώκτες, το παλάτι του τσάρου κατοικημένο από διαβόλους, ο τσάρος άφαντος, ο στρατιώτης όμως χρησιμοποίησε τα δώρα και έκανε δικό του το παλάτι, πλούτη πολλά, «φίλοι» πολλοί, το άδειο μέσα του συνεχίζει. Αρχίζει να γεμίζει όταν ερωτεύεται και τελικά παντρεύεται την κόρη του τσάρου. Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα; Όχι απλοϊκότητες για τα παιδιά, η παράσταση συνεχίζεται, ο θάνατος κτυπά την πόρτα, τρόπος ανάλαφρος στην αρχή, ο τυχερός στρατιώτης παίρνει από τον διάβολο που έχει κλεισμένο στο σακί, ένα μαγικό ποτήρι και βλέπεις μέσα από αυτό ποιος ετοιμοθάνατος μπορεί να σωθεί και ποιος όχι. Όλα καλά, ο φιλάνθρωπος στρατιώτης που έχει εν τω μεταξύ γίνει τσάρος ραντίζει με το νερό του ποτηριού όσους μπορούν να σωθούν, μια κοινή δουλειά καταντάει στην επαναληπτικότητά της, όταν όμως βλέπει πως το παιδί του δεν σώζεται, πίνει όλο το περιεχόμενο του ποτηριού, ρουφάει όλο το θανατικό, γέμισε για τα καλά το άδειο μέσα του, το παιδί σώζεται, όχι όμως ο ίδιος. Βρίσκει τρόπο να γλιτώσει και τον εαυτό του και την ανθρωπότητα όλη από το θάνατο, τον βγάζει από μέσα του και τον κλείνει στο μαγικό σακί, οι άνθρωποι πέφτουν από γκρεμούς μα δεν πεθαίνουν, μόνον υποφέρουν και γερνάνε στο διηνεκές του χρόνου. Φτάνει πια κραυγάζουν, ο τυχερός στρατιώτης ανοίγει το σακί, βγαίνει ο θάνατος και αποκαθίσταται η τάξη και οι φόβοι των παιδιών.

Οι επιρροές πολλές παρελαύνουν αξιοθαύμαστα αφομοιωμένες, εδραιώνονται και αποκαθηλώνονται ταυτοχρόνως μέσα από την κωμικότητα: ο Μπέκετ (σε όλη τη διάρκεια της παράστασης οι ηθοποιοί περιμένουν «αυτόν», έναν άλλο Γκοντό) να τους πει τι να κάνουν, μα ποτέ δεν έρχεται), ο Φάουστ (ο τυχερός στρατιώτης στοιχηματίζει την ψυχή του σε μια παρτίδα χαρτιά με το διάβολο), ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα (η κόρη του τσάρου στο μπαλκόνι της ερωτεύεται τον ήρωα από τη μουσική που παίζει), ο παπαγάλος της Λιλιπούλης ( το παιδί του τυχερού στρατιώτη), τα λαϊκά παραμύθια (το μαγικό στοιχείο, τα τρία δώρα, το φτωχό παλικάρι που παντρεύεται βασιλοπούλα), τα τηλεοπτικά παιγνίδια (κάθε φορά που πετυχαίνει κάτι ο ήρωας ανάβει μια φωτεινή επιγραφή που λέει «ο τυχερός στρατιώτης» και όλοι επευφημούν κατά τα πρότυπα τηλεπαιγνιδιού). Το κωμικό στοιχείο διαποτίζει όλα σχεδόν τα μέρη της παράστασης κατά τρόπο ώστε να προωθείται η αποκαθήλωση των κλισέ, των στερεοτύπων περί πορείας, περί εγώ, περί ευδαιμονισμού, περί έρωτος, περί θανάτου.

Τα σκηνικά εξαιρετικά αφαιρετικά εν πολλοίς, μία στεφάνη γίνεται φεγγάρι, ήλιος, λίμνη, σακί και χίλια δυο άλλα πράγματα, οι ηθοποιοί, όλοι τους εξαιρετικοί, αλλάζουν ρόλους επί σκηνής, ο πρωταγωνιστής, ο τυχερός στρατιώτης είναι μία συρμάτινη μαριονέττα που τη ζωντανεύουν τουλάχιστον τρεις διαφορετικοί ηθοποιοί, με λίγα λόγια εδώ απουσιάζουν τα φανταχτερά σκηνικά και κουστούμια που αποπροσανατολίζουν, εδώ η σκηνογραφία και η ενδυματολογία είναι τέτοια που να ωθούν τη φαντασία του παιδιού να συμπληρώσει, να τροποποιήσει να επέμβει, δεν υπάρχει μασημένη τροφή σε κανένα επίπεδο. Το ίδιο συμβαίνει και με το λόγο. Απλός, απλούστατος, κατανοητός ακόμα και από τρίχρονο, αλλά όχι απλοϊκός.

Ένα μόνον αρνητικό. Φαντάζει αρκετά δύσκολο μετά από όλα αυτά να βρεθεί κάποια άλλη παράσταση τόσο ολοκληρωμένη σαν προσπάθεια. Είναι βαρύ δυστυχώς για τους θεατρόφιλους το μέτρο σύγκρισης.

Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

Το βλέμμα σου θα μου δώσει όνομα;

-Κυνηγάς τη ζωή;
-Κυνηγώ τη λέξη.
-Είναι η λέξη ζωή; Τότε το βλέμμα μου τι είναι;
-Κυνηγώ τον ανυπόκριτο θαυμασμό του βλέμματός σου για τη λέξη μου.
-Κι αν δεν στον δώσω;
-Κι αν δεν μου τον δώσεις το θαυμασμό του βλέμματος σου, θα κάψω τη λέξη μου, θα γίνω αιρετικός.
-Οι αιρετικοί γίναν τέτοιοι γιατί δεν τους χώραγε ούτε η ζωή ούτε η λέξη. Εσένα δε σε χωρά το βλέμμα μου. Δε σε χωρά όταν δε σε θαυμάζω. Είσαι αιρετικός;
-Είσαι πιστός; Σε τι πιστεύεις; Στη ζωή; Τι είναι ζωή; Μήπως ο ήλιος, αυτός που δεν χώρεσε ούτε τον ποιητή και τον έκανε με τη λέξη του ηλιάτορα, μπας και τον χωρέσει;
-Ο ποιητής δεν τον έκαψε τον ήλιο με τη λέξη του, τον μεγάλωσε να μας χωρέσει όλους. Ο ποιητής δεν διώχνει το τρέμουλο του χεριού σου, ούτε τη θαλασσινή σπηλιά που φωλιάζουν νεράιδες και γαλάζιοι πρίγκηπες, ούτε το  πιο μικρό σκουλήκι, ούτε το πιο μεγάλο θεριό, αυτά είναι η ποίηση και η ζωή του, αυτά είναι η ποίηση της ζωής του.
-Είσαι ποιητής;
-Ο ποιητής δεν καίγεται ποτέ από τον ήλιο. Καίγεται από την αλαζονεία της μοναξιάς του. Και τότε παύει να είναι ποιητής.
-Είσαι ποιητής;
-Αν ποιητής είναι αυτός που δεν κυνηγά τις λέξεις, αλλά τα βλέμματα, μόνον τότε είμαστε όλοι ποιητές.
-Εγώ τι είμαι;
-Ένας ποιητής με καμένο βλέμμα. Ένας ευνούχος ποιητής.
-Είσαι σκληρός.
-Σκληρή είναι ζωή. Όχι οι λέξεις. Ούτε εγώ.
-Πώς σε λένε;
-Για σένα Ούτις, για τους άλλους τρέμουλο του χεριού, θαλασσινή σπηλιά, σκουλήκι ή θεριό. Το βλέμμα σου θα μου δώσει όνομα.