Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

"Πότε το κλάμα θα είναι πιο δυνατό για το παρόν τους;"

«Και πότε οι άνθρωποι δε θα προσμετρώνται ως απώλειες;
Πότε η παρουσία τους θα είναι εν τέλει πιο δυνατή από την απουσία τους;
Πότε το κλάμα θα είναι πιο δυνατό για το παρόν τους;»

Κυριακή μεσημέρι, άνοιξη με καλοκαιρινές μυρωδιές, η τριανταφυλλιά βαρυφορτωμένη να κρέμονται τα ρόδα της στην κρεβατίνα, πράσινα κυματάκια να σχηματίζουν τη θάλασσα στο βάθος των ματιών, οι δάφνες θεριεμένες και ακλάδευτες, η μουριά επιτέλους μέστωσε και χύνει τη σκιά της στο χώμα, τα σπασμένα κεραμίδια δεν χάσκουν πια, αλλάχτηκαν, το γατί μεγάλωσε, δεν σκουνταφλάει στα αγριόχορτα της αυλής, ο σκύλος γέρασε, δεν βλέπει πια καθόλου, πηγαίνει ψάχνοντας, μα παίζει σαν κουτάβι, τα κάρβουνα καταγής περιμένουνε τη σχάρα, τα παιδικά ποδηλατάκια φρενιάζουν στις αυτοσχέδιες ράμπες, τα κοντομάνικα, τα πρόσωπα αναψοκοκκινισμένα, το κρασί κόκκινο, η τσίκνα ανακατεμένη με γέλια και τη μυρωδιά του καταβρεγμένου πεύκου, το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου ανοιχτό να φέρνει στη θύμηση τα κυριακάτικα μεσημέρια από τα μικράτα μας με τη φωνή του σπήκερ να παίζει μπάλα, τώρα δα ακούγεται ο Κεμάλ, τα πιτσιρίκια αφουγκράζονται και καβαλάνε τα σκουπόξυλα, περήφανα αραβικά άτια. Κάποιο φωνακλάδικο γλέντι κατηφορίζει την πλαγιά, χαμόγελα κατανόησης για τη φωναχτή του χαρά και η θάλασσα πράσινη όσο ποτέ.


Κοίτα, μου λες κατάματα χωρίς άλλη κουβέντα.

(Τώρα,
 που το ξέρουμε πως ζούμε το υλικό της μνήμης μας.
 Κοίτα, το παρόν
που συνειδητοποιεί εν τη τελέσει του
πως  θα μείνει ζωντανό στη μνήμη μας με κάθε λεπτομέρεια.
Κοίτα το παρόν
που θα ζωντανεύει μέσα μας όποτε το καλέσουμε
ή πιότερο όταν δεν το καλέσουμε,
αναλλοίωτο,
το παρόν που έμαθε να πετρώνει ).

Λέξεις δεν ειπώθηκαν, γιατί θα ήταν λίγες. Μα σε κατάλαβα, σε κατάλαβα, γιατί ήμουν εκεί και έβλεπα μαζί σου τον μυστικό μας θησαυρό. Άκουγα και έλεγα μαζί σου το συνένοχο «κοίτα» των κυνηγών του θησαυρού που έκθαμβοι τον ανακαλύπτουν γδαρμένοι και ματωμένοι μετά από πολλές περιπέτειες, με κόπο.

Σηκώνομαι και χύνω λίγο από το κρασί μου στο χώμα, σπονδή για τους συντρόφους που χάθηκαν καθ’οδόν στο κυνήγι του θησαυρού.

Σηκώνομαι και χύνω στο χώμα δάκρυα, που ανακάλυψα πότε το κλάμα γίνεται πιο δυνατό για το παρόν. Σου.

Δε με ρώτησες γιατί έκλαιγα. Ήξερες.


Για τη Μύρτιδα.

Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Το θεριό

Η γοργόνα της Μονής Σκαφιδιάς

Τα φοβόταν ο Γιάννης τα θεριά. Από μικρό παιδί. Άκουγε δίπλα στη χόβολη ιστορίες από τη γιαγιά του για δράκους που καταπίνανε ανθρώπους μαζί με τις ψυχές τους και φτύνανε και τα κόκκαλα, για καλικάντζαρους που σκούζανε για το μερί του γουρουνιού και μαγαρίζανε τα πάντα, για ξωθιές που κάτι αφέγγαρες νύχτες αρπάζανε τη φωνή του διαβατάρη που τον πήρε το βράδυ και δεν πρόκανε να φτάσει σπίτι του, παρά αργά, πολύ αργά, άλαλος. Και έτσι όπως τρεμόπαιζαν στο τζάκι οι φλόγες, έτσι τρεμόπαιζαν και οι σκιές, μα εκείνος σκιές δεν έβλεπε, μόνο δράκοντες χωρίς τη σκιά τους που ξεμυτίζανε από θεόρατα κάστρα και γελούσαν τόσο άγρια μέχρι που σβύνανε τ’αστέρια και αερικά που ήτανε άπιαστα, μα σε αρπάζανε δουλικό τους με το στανιό, άμα τα συναπαντούσες και γλυκόλαλες λάμιες, που σου ξεσκίζανε τις σάρκες πάνω που υπόσχονταν όμορφα νανουρίσματα. Η φωνή της μπάμπως του τρεμόπαιζε κι αυτή σιμά στις σκιές και τις έκανε ζωντανές, πιο ζωντανές, θαρρούσε πως θα ξεκολλήσουν από τον ασβεστωμένο τοίχο όλα τούτα τα θεριά και θα του χιμήξουν.

Το φυλλοκάρδι του τρεμόπαιζε κι αυτό και πα στην ταραχή του έβλεπε κι άλλα θεριά στις σκιές, που δεν τά΄λεγε η μπάμπω, δικά του. Κάτι γοργόνες με φτερά που σηκώνανε αέρηδες φοβερούς τέτοιους που παίρνανε μακριά τη θάλασσα και γκρεμοτσακίζονταν τα καράβια στους άπατους στεγνούς βυθούς. Κάτι λιοντάρια με κεφαλή γυναίκας μακρυμαλλούσας, με μάτια φιδίσια που άμα πιάνανε το βλέμμα σου σε κάνανε άγαλμα ασπρουδερό, πιο ασπρουδερό και από τα πολυκαιρισμένα κόκκαλα. Κάτι νεράιδες ψηλόλιγνες πολύ σα κυπαρίσσια που αντί να θροϊζουνε χορεύανε κάθε που φύσαγε το αγέρι, μα τα πόδια τους ήταν ρίζες και άμα έκανες πως σίμωνες, ρίζωνες και συ παραδίπλα στο δάσος με τα μαύρα κυπαρίσσια, να ψηλώνεις να ψηλώνεις μα τα αστέρια να μη τα φτάνεις καταπώς έπρεπε για να λυθούν τα μάγια.

Η μπάμπω του όμως έλεγε και για ήρωες. Κάτι παλικάρια που δε φοβόντουσαν και ορμούσαν με τα σπαθιά τους και το μυαλό τους και μακέλευαν τα τρομερά θεριά που ποτέ δε νικούσαν. Κάτι παλικάρια που αστράφτανε στον ήλιο, κάτι Γιάννηδες λεβέντες-άλλοι Γιάννηδες αυτοί, σκεφτόταν κουκουλωμένος στο τρεμάμενο φυλλοκάρδι του-, κάτι σιδεροφάδες, κάτι κοπελούδες σαν την κυρά-Βδοκιά τη βυζαντινή αρχόντισσα που είχε σκοτώσει μονάχη ούτε ένα ούτε δυο, μα σαράντα δράκους φορώντας τα μαύρα της τα ρούχα και κουβαλώντας μαζί τα χρυσά για τη χαρά. Εκείνος όμως συνέχιζε να φοβάται τις σκιές ακόμα και όταν τέλειωναν τα παραμύθια. Κουκουλωνόταν κάτω από τη βαρειά φλοκάτη και μονάχα τότε θαρρούσε πως σωζόταν και σύχαζε λιγάκι και ηρεμούσε η ανάσα του. Μα το κορμί του μια κουβάρα έμενε μέχρι που χάραζε ο ήλιος και δεν έκαναν πια σκιές οι φλόγες στους τοίχους και τα ταβάνια.

Έπειτα μεγάλωσε. Πήγε σχολειό και εκεί του λέγανε άλλα παραμύθια για κάποιον Αχιλλέα που δεν ήξερε μαθές τι θα πει φόβος, για κάποιον Οδυσσέα που δε φοβήθηκε τον Κύκλωπα μηδέ την Κίρκη, μηδέ εκατόν τόσους μνηστήρες ή την Πηνελόπη την ίδια. Για κάποιον Ερωτόκριτο που δε φοβήθηκε μήτε την Αρετούσα τη βασιλοπούλα μήτε τον Κυπρίδημο το γενναίο βασιλόπουλο, ούτε και άλλον κανένα. Και ιστορίες για κάποιον Λεωνίδα που δε νοιάστηκε για τα μιλιούνια τους οχτρούς που πέφτανε απάνω του, μονάχα τη μάνα του φοβόταν, που του άφησε ευκή και κατάρα μην τύχει και φοβηθεί μπροστά στον εχτρό και λακίσει. Και άλλους πολλούς. Παλαιολόγους και Κολοκοτρώνηδες και Αθανάσιους Διάκους που μήτε ωχ δε βγάλανε, ακόμα και γυναίκες Μπουμπουλίνες. Μα εκείνος συνέχισε να φοβάται και να χαμηλώνει το βλέμμα μπας και τύχει να δει τίποτε σκιές να τρεμοπαίζουν στους τοίχους του σχολειού πάνω από την εικόνα της Παναγιάς.

Έπειτα μεγάλωσε κι άλλο. Έβαλε κουστούμι, η μπάμπω είχε πεθαίνει από καιρό, στο σπίτι του είχε καλοριφέρ, το άλλο σπίτι στο χωριό είχε μισογκρεμιστεί, το ξυπνητήρι χτύπαγε κάθε μέρα πλην Σαββατοκύριακου στις επτά το πρωί, διάβαζε ανελλιπώς τα μπεστ σέλλερς, είχε φίλους που πήγαινε μαζί τους σινεμά και σε κανένα μπαράκι, είχε εργοδότη με γραβάτα, ένα ωραίο αυτοκίνητο και ένα λάπτοπ που κουβαλούσε πάντα μαζί του, έπαιζε τέννις και άκουγε καλή μουσική, πότιζε και κούρευε ανελλιπώς τα δυο τετραγωνικά γκαζόν, ξεπάτωσε τη μουριά που γέμιζε την αυλή μούρα, έκανε μεγάλα μακροβούτια στην πισίνα. Μα τα βράδυα, όταν έπεφτε να κοιμηθεί πάντα μαζευόταν κουβάρι κάτω από το πάπλωμα να μη βλέπει να τρεμοπαίζουνε οι σκιές από τις φλόγες στους τοίχους, η φωνή της μπάμπως του και τα φυλλοκάρδια του.

Έπειτα μεγάλωνε κι όλο μεγάλωνε κι όσο μεγάλωνε τόσο ξεθάρρευε και έβγαζε το κεφάλι λιγάκι έξω από τα κλινοσκεπάσματα να κρυφοκοιτάξει μπας και περάσουν τίποτε σκιές από στοιχειά στους αντικρινούς τοίχους. Μα σκιές δεν έβλεπε πια μήτε και στοιχειά και έπαιρνε θάρρος ίσαμε να ξημερώσει, τότε που ζωνόταν το ξύλινο σπαθάκι του και έκανε στο φως της μέρας πως σκοτώνει μεμιάς δράκοντες εκατό. Παιδί ζωνόταν το σπαθάκι και κάρφωνε τον αέρα της μέρας ατρόμητος, γιατί τό’ξερε πως τότε το μπορούσε, κι ας ντρεπόταν καμιά φορά μην τον πάρουν χαμπάρι τα άλλα παιδιά και τον περιγελάσουν, ε Γιάννη, τη νύχτα να σε δούμε βρε, τη νύχτα τη μαύρη κι άραχνη να τα βάζεις με τα στοιχειά.

Τώρα που παραμεγάλωσε πάλι σπαθάκι ξύλινο ζωνότανε τη μέρα να παριστάνει το νταή, άλλο σπαθάκι ετούτο, που έκανε πέρα μεμιάς ό,τι χαρχάλευε μέσα του τις νύχτες, όλες του τις αδυναμίες, όλα τα όχι που είχε πει από φόβο για την πλήξη, για τη μισή αλήθεια μέσα του-πες ψέμα καλύτερα-, για το ξεβόλεμα από την εικόνα που είχε χτίσει νύχτα τη νύχτα τόσα χρόνια, θεριό το θεριό. Όλα τα ναι που είχε πει πάλι από φόβο ότι θα χάσει τα παράσημα του γενναίου πολεμιστή, του ερωτύλου, του πολιτικοποιημένου, του δουλευταρά, του κονομημένου, του αποκαταστημένου, του ψαγμένου. Πες πες τό΄χαψε το παραμύθι του πως θεριά δεν υπάρχουν, πάει νενίκηκα σκεφτόταν, θα τεντώσω το κορμί μου και θα βγάλω το κεφάλι έξω από το πάπλωμα. Στοιχειά δεν υπάρχουν πια, τα νίκησα μονάχος, νύχτα δε με φοβίζεις κι η μπάμπω πού’λεγε τα παραμύθια δε ζει, κι εγώ έγινα ο Γιάννος, το αντρειωμένο παλικάρι. Τό’πε και τό’κανε. Ξεμύτισε με θάρρητα από τα πολλά του λόγια και στήλωσε τα μάτια στον απέναντι τοίχο, άσπρος κάτασπρος σαν το μπερντέ του Καραγκιόζη, μα παράσταση καμμιά. Το λοιπόν τα ξέκανα τα θεριά, σκέφτηκε και πήρε να γλεντάει μοναχός.

Μοναχός ήταν κι όταν τον είδε. Το δράκοντα τον πελώριο, πιο μεγάλο δεν είχε ματαδεί, με μάτια κόκκινα από την ξαγρύπνια, σερνάμενο πίσω από το μπερντέ, γίγαντα σωστό που χιμούσε να τον φάει με τα δόντια ξέσκεπα και τα νύχια γαμψά και γένια μέχρι τη μεγάλη του κοιλιά γιομάτα ξερά φύλλα και χαλίκια και μαλλιά άγρια και μπλεγμένα και μακριά μέχρι την πλάτη τη γυμνή και ρουθούνια που παίζανε από θυμό και πείνα. Τον είδε τον εαυτό του καθαρά, πιο καθαρά δε γινόταν. Το μεγαλύτερο απ’όλα τα θεριά του. Πού’σαι μπάαααμπω μου να  μου πεις για τα στοιχειά σου τα άκακα... Απόκριση καμιά. Η μπάμπω δε ζούσε πια και τζάκι στο σπίτι του δεν υπήρχε να κάνει τις σκιές από τα παραμύθια της να τρεμοπαίξουν.

Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

Ο συγγραφέας και ο αναγνώστης

Συνέχεια του παιγνιδιού «Πες μου μια ιστορία δίχως τέλος» από το blog Αστροπίνα με καταληκτική φράση: «Μην κρίνετε ένα βιβλίο από το εξώφυλλό του»

Σκοπός και οδηγίες του παιγνιδιού

Ένα βιβλίο. Και ένας αναγνώστης. Ένας υποψήφιος αναγνώστης. Η στιγμή που παίρνει το βιβλίο στα χέρια του. Το στριφογυρίζει ταλαντευόμενος. Περιεργάζεται το εξώφυλλο. Ίσως, αν κρίνει κανείς από αυτό, να μην είναι κακό το ανάγνωσμα. Αρχίζει να το ξεφυλλίζει. Προβλέψιμο. Επιμένει ο αναγνώστης. Θέλει να έχει τη χαρά πως κάνει λάθος. Πως το προσφερόμενο ανάγνωσμα που ξεδιάλεξε από το σωρό δεν είναι προβλέψιμο. Ηδονίζεται στη σκέψη πως έχει πέσει έξω αυτή τη φορά. Βαρέθηκε να έχει πάντα δίκιο και να αναγκάζεται να προσπερνά τα βιβλία με μια ματιά. Έχει αρχίσει να του δίνει στα νεύρα η αλαζονεία του που ποτέ δεν του τρίβεται στη μούρη. Δυστυχώς για τον αναγνώστη, αρκεί να δει το εξώφυλλο, αρκεί να φυλλομετρήσει έστω τις πρώτες σελίδες για να επιβεβαιωθεί η άποψή του. Το παίρνει αποφασισμένος να αποκαθηλώσει την αλαζονεία του παρά τις αντίθετες ενδείξεις. Το κουβαλάει με αποφασιστικό βήμα μέχρι το ταμείο. Εύχεται να είναι καλό ή κακό το βιβλίο, αλλά πάντως το αντίθετο από αυτό που ήδη είχε καταλάβει.

Έπειτα, έπειτα, σκέφτεται με το βιβλίο προσεκτικά τοποθετημένο και κρυμμένο στη νάυλον σακούλα του βιβλιοπωλείου, υπάρχει και ο συγγραφέας. Μπορεί να είναι δολερός, να χρησιμοποιεί το εξώφυλλο για να πουλήσει. Όχι, όχι τέτοιους, παραείναι βαρετοί. Αυτούς τους απορρίπτει χωρίς δεύτερη σκέψη, δεν πρόκειται να χαλαλίσει την ωραία του θέση στην πολυθρόνα και την όμορφη ώρα που βυθίζεται στην ανάγνωση για τέτοιες περιπτώσεις, όση διαφήμιση και αν τους έχει κάνει ο εκδοτικός οίκος. Τους άλλους συγγραφείς σκεφτόταν, καθώς περπατούσε προς τη στάση του λεωφορείου και ζύγιζε το βάρος του αθέατου βιβλίου στη σακούλα. Αυτούς που πιστεύουν πως τα γραπτά τους είναι σημαντικά. Για τους ίδιους έστω. Αυτούς που μπορεί από την οπτική του αναγνώστη να είναι μικροί, προβλέψιμοι, μπερδεμένοι, ελλιπείς, αισχροί, αλλά είναι ικανοποιημένοι και συνεπείς με τον εαυτό τους. Δεν αξίζουν αυτοί οι ειλικρινείς μια δεύτερη ευκαιρία, μια ευκαιρία σωτήριο πλήγμα για την αλαζονεία του αναγνώστη που βαρέθηκε επιτέλους να προβλέπει το βιβλίο από το εξώφυλλο, άντε και τις πρώτες σελίδες και να πέφτει μέσα;

Κόσμος πολύς τον έσπρωχνε για να μπεί στο λεωφορείο κι αυτόν και την σακούλα με το πολύτιμο βιβλίο, την ελπίδα του για ανατροπή της αλαζονικής προβλεψιμότητας. Άλλα εξώφυλλα κι αυτοί, σκεφτόταν, ποιο να πρωτοκοιτάξει κανείς. Έκανε τον κόπο και κοίταξε μερικά από τα εξώφυλλα των ανθρώπων στο λεωφορείο, λιγότερο προβλέψιμα αυτά από τα βιβλία. Πρόλαβε να αντιληφθεί ότι το ίδιο τον κοιτούσαν μερικοί και από τους στριμωγμένους συνεπιβάτες. Ναι, εδώ, στο λεωφορείο γίνομαι και εγώ εξώφυλλο, περιέχω μια πορεία ζωής, το παρελθόν μου, το παρόν μου και τη δυναμική του προβλέψιμου για κάποιους, απρόβλεπτου κάποτε για μένα μέλλοντός μου, όλα γραμμένα στο εξώφυλλό μου, στη φάτσα μου, στο πρόσωπό μου, στις κινήσεις μου, στον τρόπο που κοιτάζω. Οι ελάχιστοι αναγνώστες μου, με θεωρούν προβλέψιμο άραγε, κι αν ναι πόσο δίκιο έχουν από την οπτική τους;

«Εξαρτάται από την οπτική», πιάνει μια μισοσβυσμένη φράση από κάποιο ζωντανό βιβλίο, έναν επιβάτη στριμωγμένο όπως και ο ίδιος. Μα δεν κατάλαβε ποιον. Οιωνός, μεταφυσική, τι στο καλό, τέτοια σύμπτωση να λάβω απάντηση χωρίς να ρωτήσω φωναχτά, αναρωτήθηκε εκστασιασμένος ο αναγνώστης. Τέτοια σύμπτωση, σκέφτεται αμέσως και χαμογελά, σαν και μένα πόσοι κάνουν παρόμοιες σκέψεις. Αυτό ανακούφισε λιγάκι την οδύνη του για την έπαρσή του, που όλο να τη γκρεμίσει προσπαθεί και όλο με γεμάτα τρόμο και απογοήτευση μάτια αποτύγχανε, όλο επιβεβαιωνόταν. Κρυφοκοίταξε με ελπίδα το βιβλίο που τον βάραινε πια τόση ώρα όρθιος στη σακούλα. Μπορεί και το εξώφυλλο να τον διέψευδε επιτέλους. Μπορεί να έλεγε διαβάζοντας την τελευταία γραμμή του, Μην Κρίνετε το Βιβλίο από το Εξώφυλλο. Αμήν.

Πλησιάζει στον προορισμό του. Αφήνει τους ανθρώπους εξώφυλλα, εξώφυλλο κι ο ίδιος, αδιαφορεί, και κατεβαίνει από το λεωφορείο. Δε βλέπει την ώρα να θρονιαστεί στην πολυθρόνα του και να αρχίσει την ανάγνωση. Την προβλέψιμη. Που ποθεί να είναι απρόβλεπτη. Για να μην λυπάται το συγγραφέα, που θεωρεί για τον εαυτό του ότι είναι απρόβλεπτος. Όπως και κάθε ειλικρινής συγγραφέας. Θυμήθηκε τις φάτσες στο λεωφορείο, μια φάτσα και ο ίδιος. Πρόσωπα καλύτερα, χαμογέλασε με ανθρωπισμό για τους άλλους και τον εαυτό του. Συγγραφείς και αναγνώστες όλοι σε εναλλάξιμους ρόλους. Για να μη λυπάται τον εαυτό του που πέφτει πάντα αλαζονικά μέσα στις προβλέψεις του.

Βάζει τις αναπαυτικές του παντόφλες και βυθίζεται στην αναπαυτική του πολυθρόνα, μη νιώθοντας καθόλου αναπαυτικά με το προβλέψιμο βιβλίο στα χέρια που επιμένει να καταστήσει απρόβλεπτο. Αρχίζει να το διαβάζει, οι πρώτες σελίδες πρωτότυπες. Χμ, κουβαριάζεται στην πολυθρόνα του, δεν είναι πια αναπαυτική όπως πρώτα, κι όμως χαίρεται. Μην ξεχνάς, μην ξεχνάς ψιθυρίζει στον εαυτό του ο αναγνώστης, ο συγγραφέας είναι αυθύπαρκτος και ευτυχής ή δυστυχής, είναι ειλικρινής, πιστεύει πως είναι μοναδικός, πως ανακαλύπτει τον τροχό, και πράγματι τον ανακαλύπτει για τον εαυτό του, σεβάσου τον, μην κλείνεις το βιβλίο, είναι συγκινητικός στην άγνοιά του, αναρριχάται σε ύψη, καταβυθίζεται σε βάθη, προχωράει με αγώνα, μην κλείσεις ακόμα το βιβλίο, μην του πεις πως είναι ό,τι δείχνει το εξώφυλλο.

Ο αναγνώστης συνέχισε τελικά το βιβλίο. Στο τέλος δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν το έκανε επειδή ήθελε να καταφέρει πλήγμα στην αλαζονεία της γνώσης του ή από λύπηση για την άγνοια του συγγραφέα. Συνέχισε και το επόμενο βράδυ, και το μεθεπόμενο. Παραλίγο να ξεχάσει τη γνώση του για το ποιόν του αναγνώσματος, γιατί είδε λίγο τον εαυτό του στη θέση του τελούντος εν αγνοία της κατάστάσής του συγγραφέα. Δέχτηκε να παίξει για λίγο το παιγνίδι του. Παγιδεύτηκε σε αυτό. Διψούσε, αλλά δε σηκώθηκε από την πολυθρόνα να πιεί νερό. Ρούφαγε άπληστα τις σελίδες μέχρι που έχασε καθηλωμένος την κρίση του. Η δίψα του τον έκαιγε. Να σηκωθεί ή να γυρίσει σελίδα; Και αν στην επόμενη σελίδα επιτέλους το βιβλίο τον εκπλήξει; Κι αν αποδειχτεί ότι πράγματι δεν πρέπει να κρίνει το βιβλίο από το εξώφυλλό του; Κι αν επιτέλους, σκέφτηκε με ανακούφιση, η αλαζονική μου γνώση γκρεμιστεί; Γύρισε μερικές σελίδες ακόμα ενώ είχε ήδη αρχίσει να κρυφοκοιτάζει τους κλασσικούς στη βιβλιοθήκη, που όσες φορές και να διάβαζε, πάντα θα του έλεγαν κάτι καινούριο, κάτι που δεν γνώριζε.

Γύρισε άλλη μια σελίδα με τεταμένη την προσμονή. Σηκώνεται από την πολυθρόνα. Κλείνει με θλίψη το βιβλίο. Ήταν και αυτό προβλέψιμο. Το ξανανοίγει πηδώντας μερικές σελίδες. Το ξανακλείνει με οργή. Όχι για τον συγγραφέα. Για τον εαυτό του. Που ηλιθιωδώς επέμενε να δίνει μια ακόμα σελίδα ευκαιρία στο προβλέψιμο ανάγνωσμα.

Έκανε μερικά βήματα προς το σκουπιδοντενεκέ, καθώς σκεφτόταν, τι είναι τελικά προτιμότερο, η αισχρότητα της άγνοιας του συγγραφέα ή η ηλιθιότητα της γνώσης του αναγνώστη;

Κοντοστάθηκε. Δε βαριέσαι, σκέφτηκε με επίγνωση της ηλιθιότητας της γνώσης του αυτή τη φορά, όσο και της αισχρότητας της άγνοιας του συγγραφέα. Όλοι εναλλάξ συγγραφείς και αναγνώστες είμαστε, όλοι. Τράβηξε προς τη βιβλιοθήκη, στα πιο ψηλά ράφια.

Ναι, ξανασκέφτηκε, αλλά όχι όλοι καταναλωτές συγγραφείς και αναγνώστες.
Καταναλωτές. Τoν κατανάλωσε το βιβλίο. Τoν χρησιμοποίησε για να αποκτήσει αναγνώστες. Εν αγνοία του, σίγουρα. Ε, και, αυτό θα το σώσει από τα σκουπίδια;
Καταναλωτές. Το κατανάλωσε το βιβλίο; Κι όμως προσπάθησε, μέχρι ηλιθιότητας για το αντίθετο κι ας ήξερε από το εξώφυλλο το τέλος.

Έξαλλος ο αναγνώστης, δεν άντεξε, γύρισε πάνω από τον κάδο στην τελευταία σελίδα. Είδε το τέλος. Ακριβώς όπως το είχε προβλέψει.

Χαλάρωσε. Τουλάχιστον δεν το διάβασε όλο...

Τρίτη, 6 Απριλίου 2010

Σίσσυφος

Αναδημοσίευση από το blog Astropina, 15-3-2009
 
"Ποτέ ένα κομμάτι του παζλ, δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα και αλήθεια και ψέμα.

Ναι καλά! Φαντάζομαι πως θεωρητικά θα ισχύει και μάλιστα θα μπορούσες να στήσεις ατελείωτες φιλοσοφικές συζητήσεις επί του θέματος. Πρακτικά όμως;

Κάθομαι στο αμπάρι ενός παλιού φαλαινοθηρικού στο Όσλο, πίνω ούζο και χαζεύω μέσα από τη τζαμαρία το παιχνίδισμα του φεγγαριού στη θάλασσα. Το αξιοσημείωτο είναι πως αυτά είναι τα λιγότερο παράξενα που μου συμβαίνουν.

Το φαλαινοθηρικό είναι ένα παμπάλαιο σκαρί, άψογα συντηρημένο και μετασκευασμένο σε μπαρ. Ο ιδιοκτήτης, άνθρωπος διορατικός, πρόλαβε και το έκανε μπαρ πριν το βάλουν σε κάποιο μουσείο. Η ιδιότητα του μπαρ δικαιολογεί και τη τζαμαρία που δύσκολα θα την είχαν προβλέψει οι αρχικοί "συμπαθείς" χρήστες του πλοίου. Οι συχνές διακοπές των Σκανδιναυών στη Μεσόγειο εξηγούν και το ούζο.

Μακάρι να μπορούσες να εξηγήσεις το ίδιο εύκολα έστω και εκ των υστέρων τα όσα παράξενα συνέβησαν ή το χειρότερο πρόκειται να συμβούν.

Το χέρι μου ψάχνει κάτι στη δεξιά μου τσέπη. Μόλις το βρίσκει το σφίγγει για να βεβαιωθεί ότι δε θα του φύγει. Αμέσως νοιώθω λίγο κουτός και στριφογυρίζω νευρικά και με ενοχές το αντικείμενο. Μετά το ακουμπάω πάνω στο τραπέζι. Είναι μια μικρή σταχτιά αχοιβάδα ή κάποιο άλλο είδος οστράκου. Πού να ξέρω. Δείχνει ασήμαντη και σίγουρα θα την πατούσες και θα την έσπαγες χωρίς να το σκεφτείς. Κι όμως γύρω από αυτή περιστρέφεται όλη η ύπαρξή μου, όλο το σύμπαν μου, αν το θέλετε.

Παραγγέλνω άλλο ένα ούζο. Αισθάνομαι πολύ όμορφα και ζεστά εδώ. Ταιριάζω σε αυτή τη ζωή, σε αυτό το κόσμο, σε αυτό το μπαρ τέλος πάντων. Δεν τρέφω όμως αυταπάτες. Έξω περιμένει η Δοκιμασία. Γαλήνια, μαγευτική και γεμάτη υποσχέσεις για καινούργιες ανείπωτες φρίκες.

Όσο κι αν σας ξαφνιάσει, με ξέρετε πολύ καλά. Ή μάλλον ξέρετε την ιστορία μου. Εδώ και κάμποσα χρόνια, στάσου να τα μετρήσω... αμέτρητα, οι Θεοί ή ο Θεός ή όπως τον πιστεύει ο καθένας σας, με βασανίζουν. Αρχικά οι δοκιμασίες ήταν επίπονες βέβαια αλλά αρκετά απλές. Να κουβαλήσω για παράδειγμα έναν τεράστιο βράχο στη κορυφή ενός βουνού και μόλις φτάσω αυτός να κυλήσει κάτω και να πρέπει να τον ανεβάσω ξανά και ξανά.

Αποδείχτηκε ότι έχοντας άπειρες ευκαιρίες επανάληψης αργά ή γρήγορα πετύχαινα το σκοπό μου όσο δύσκολος κι αν ήταν. Εύρισκα τότε τη λύτρωση; Όχι. Αυτόματα έπρεπε να περάσω ένα νέο, δυσκολότερο και όλο και πιο ευφάνταστο μαρτύριο. Η πραγματική μου καταδίκη ήταν ο αιώνιος κύκλος των δοκιμασιών και όχι ο αιώνιος κύκλος μιας και μόνο απλοϊκής δοκιμασίας όπως μάθατε στο σχολείο. Το όνομά μου, Σίσσυφος.

Η τελευταία απαίτηση ήταν να φτιάξω ένα παζλ μιας παραλίας. Μόνο που δεν πρόκειται για μια εικόνα παραλίας κομμένη σε μικρά μικρά κομματάκια ως συνήθως. Μιλάμε για μια πραγματική παραλία με τα αμέτρητα βοτσαλάκια της και τις αμέτρητες, τι άλλο, αχοιβάδες. Για να υπάρχει και λίγο ενδιαφέρον, πρέπει να τη φτιάξω μάλιστα στη μορφή που ήταν στις εικοσιδύο Σεπτεμβρίου του δύο χιλίαδες τρία. Η εν λόγω παραλία στέκεται έτοιμη λίγα μέτρα μπροστά μου από την άλλη μεριά της βιτρίνας του μπαρ. Έτοιμη; Όχι ακόμη. Το τελευταίο κομμάτι του παζλ, μια σταχτιά αχοιβάδα, κάθεται ανέμελα πάνω στο τραπέζι μου. Κάποιος τουρίστας από την Ελλάδα την είχε πάρει μαζί του για να τη χαρίσει στην αγαπημένη του. Μπράβο! Δε μπορούσες να της αγοράσεις της κοπέλας ένα άρωμα ή ένα ρούχο;

Τίποτε δε μαρτυρά τον τιτάνιο κόπο που έχει καταβληθεί, για να βρίσκεται αυτή η παραλία εκεί και απλά να περιμένει την τελευταία της αχοιβάδα. Το μόνο που έχω να κάνω είναι να σηκωθώ, να κάνω καμμιά δεκαριά, πολύ-πολύ προσεκτικά βήματα και να ολοκληρώσω το παζλ. Και μετά τι; Μου έχει δοθεί η ελπίδα ότι κάποια μέρα θα λυτρωθώ. Λες να είναι αυτός ο τελευταίος κύκλος; Κι αν δεν είναι; Φτου κι απ’ την αρχή! Πρέπει να συνεχίζω να παλεύω. Αυτό κάνω αμέτρητα χρόνια.

Είναι όμορφα όμως εδώ. Παντού όμορφο σκαλισμένο ξύλο, γλυκιά μουσική, ζεστούλα, καλό ποτό και ακόμη καλύτεροι φίλοι, ένα πανέμορφο φεγγάρι πάνω από τη πάντα θεϊκή θάλασσα και μια κοπέλα να με περιμένει. Μια ολόκληρη ζωή. Όλα αυτά θα χαθούν, αν βάλω το τελευταίο κομμάτι. Θα αντικατασταθούν από κάτι ξένο, ένα νέο σκληρό, απάνθρωπο μαρτύριο. Πόση αλήθεια μπορεί να έχει το τελευταίο κομματάκι ενός παζλ, όσο σωστά κι αν τοποθετήθηκε, όταν αυτό το ίδιο το παζλ θα αναιρεθεί και θα γίνει ένα ψέμα τη στιγμή της ολοκλήρωσής του;

Περίεργες σκέψεις γυρνούν στο κεφάλι μου. Σκέψεις που θα ήταν αδιανόητες, όσο μοχθούσα να ολοκληρώσω το έργο μου. Τότε είχα βάλει κάτω το κεφάλι και απλά δούλευα. Σκέψου όμως να φύγω απόψε χωρίς να βάλω την αχοιβαδούλα εκεί που πρέπει. Τώρα μάλιστα που κοιτάω, σαν να σηκώνεται και κυματάκι. Σίγουρα θα μου ανακατέψει βοτσαλάκια και αχοιβάδες. Αύριο θα πρέπει να ξεκινήσω σχεδόν από την αρχή. Όμως θα βρίσκομαι ακόμη εδώ.

Παύω να σκέφτομαι. Αφήνω τον εαυτό μου να κάνει όπως νομίζει. Τελειώνω το ποτό μου. Μετά σηκώνομαι και φεύγω. Φεύγω από τη μεριά της παραλίας σέρνοντας τα βήματά μου, όχι επειδή διστάζω, αλλά για να κάνω όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ζημιά.

Αν αποφασίσεις να μην πολεμήσεις, σημαίνει ότι ηττήθηκες;"