Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Ο παλιός

 Οδηγούσε στα στενά δρομάκια της γειτονιάς μέχρι να βγει στον κεντρικό δρόμο, εκεί που ήταν η μάντρα οικοδομών. Οδηγούσε και για μια στιγμή νόμισε ότι είδε τη γιαγιά της στο πεζοδρόμιο να την κρατά από το ένα χέρι και από το άλλο την αδελφή της τριάντα χρόνια πριν και βάλε. Τις ακολούθησε και είδε τη γιαγιά της να χαιρετά την κυρία Όλγα πίσω από τον πάγκο του ψιλικατζίδικου με τα Μίκυ και τα Ποπάυ και τον Τιραμόλα, τέσσερεις δραχμές το τεύχος, με ένα δεκάρικο έπαιρναν από ένα και περίσσευαν και δυο δραχμούλες για εκείνες τις καραμελίτσες που ποτέ δεν θα ξεχάσει το χρυσόχαρτο τους, το όνομά τους το έχει όμως προ πολλού λησμονήσει. Έπειτα τις έχασε, ήταν και εκείνος ο μετανάστης που έσερνε στη μέση του δρόμου το καρότσι του σούπερ-μάρκετ γεμάτο με χαρτόκουτες, σπάνια πια στην περιοχή έβλεπες παππούδες και γιαγιάδες να κρατούν από το χέρι τα εγγόνια τους, πιο πολύ μελαμψούς άντρες που σέρνανε καρότσια ή οδηγούσαν εκείνα τα τρίκυκλα που είχε να δει από παιδί. Βγάζει φλας αριστερά και βλέπει τον αδελφό της γιαγιά της πάνω σε ένα τέτοιο, γιαγιά θα μας αφήσεις να ανέβουμε λίγο στην καρότσα, πόσο πολύ το θέλανε τα δυο μικρά κορίτσια.
Σταματάει το αυτοκίνητο, κατεβαίνει, τη μάντρα τη θυμάται από παιδί, εκεί είναι ακόμα, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει από τότε, η μάντρα ίδια και απαράλλαχτη. Ψάχνει να βρει κάποιον, ένα σακί τσιμέντο, ένα άμμο, ένα ασβέστη, το σπίτι του παππού και της γιαγιάς ρήμαξε, πάνε χρόνια που δεν υπάρχουν για να το φροντίσουν, σειρά της τώρα. Το μικρό δωματιάκι άδειο. Κανείς. Εδώ, ακούει μια βαριά φωνή πίσω από κάτι σακιά. Ο εξηνταπεντάρης είχε βουλιάξει μισοκρυμμένος σε μια σπασμένη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα, σαν να βρισκόταν αλλού και άργησε να επιστρέψει, ήταν όμως τώρα εδώ με βαριά καρδιά ενοχλημένος που κάποιος διέκοψε τον ρεμβασμό του, τι θες, τη ρωτάει απότομα. Είστε παλιός εδώ, του αντιγυρίζει την ερώτηση. Ο παχύς άντρας σηκώνεται με δυσκολία, δεν είμαι, απαντά κοφτά. Λέγε. Ένα σακί τσιμέντο, ένα άμμο, ένα ασβέστη. Περιμένει να δει τι τόπο θα πιάσουν τα λόγια της. Όνομα, ακούει τον άντρα καθώς μετέφερε τα σακιά στο πόρτ μπαγκάζ. Λέει το επίθετο του παππού της. 

Βασίλης, συμπληρώνει ο άντρας και με μια πνοή συνεχίζει με φωνή αλλιώτικη, μακρινή ανάμνηση των νιάτων του, είχε δυο κόρες, την μικρή τη λέγανε Τασία, ήμασταν συμμαθητές. Η φωνή του μαλάκωσε, το βλέμμα του μαλάκωσε, αφήνει τα σακιά και κοιτάζει λίγο παραπέρα σαράντα χρόνια και βάλε πίσω, είδε τη συμμαθήτρια του να περνά κι αυτός αμούστακο στη μάντρα του πατέρα του να κοκκινίζει μέχρι τις ρίζες των μαλλιών και λίγο αργότερα εκείνη χωρίς κοτσιδάκια με τακουνάκια και τα μαλλιά να πέφτουν στους ώμους κι εκείνος να την καλημερίζει τρέμοντας, μα εκείνη να του χαμογελά διεκπεραιωτικά και να πηγαίνει παρακάτω. Είναι στην Αμερική η Τασία, γυρνά και της λέει τελεσίδικα, σάμπως να μην το ήξερε πως η θεία της εδώ και χρόνια μετά από μερικές  ακόμα τρεμουλιαστές καλημέρες του έφυγε στην ξενιτιά με τον άντρα των ονείρων της. Από τον καθρέπτη του αυτοκινήτου φεύγοντας τον είδε να μετακινεί την καρέκλα του μπροστά από τα σακιά και να ξαναβουλιάζει μέσα της. Οι ρεμβασμοί του προβάλλονταν στο μουσαμά του παρκαρισμένου φορτηγού απέναντι  σαν σινεμά. Και να ήθελε να κρυφτεί, δεν το μπορούσε πια.

Γιαγιά, παππού, ήρθα, φωνάζει ξεφορτώνοντας τα σακιά και η φωνή της αντηχεί στους άδειους τοίχους.