Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

Οι Δραπέτες της Σκακιέρας



Οι Δραπέτες της Σκακιέρας graphic novel του Ευγένιου Τριβιζά σε εικονογράφηση Ράνιας Βαρβάκη (εκδόσεις Καλέντη) είχε ανέβει το 1998-9 διασκευασμένο από το συγγραφέα σε λιμπρέτο όπερας στην Εθνική Λυρική Σκηνή με μουσική του Γιώργου Κουρουπού. Το βιβλίο κυκλοφορεί και συνοδεία του μουσικού cd.

Πρόκειται για μια θαυμάσια ιστορία απλή σχετικά στη σύλληψη, αλλά όχι απλοϊκή, πράγμα αρκετά δύσκολο σε παιδικά αναγνώσματα. Ο Τριβιζάς ξέρει αναμφισβήτητα να μαγεύει μικρούς και μεγάλους σε πολλά έργα του και να κρατά το επίπεδο πάνω του μέσου όρου ακόμα και σε κείμενά του που δεν είναι παρά γραμμή παραγωγής. Το εν λόγω ανάγνωσμα πάντως ξεχωρίζει.

Δύο πιόνια, η Λευκή Βασίλισσα και ο Μαύρος Αξιωματικός με κινητήριο δύναμη τον έρωτα αποφασίζουν να δραπετεύσουν από τη σκακιέρα αγνοώντας αν υπάρχει τίποτα άλλο έξω από αυτήν και πίσω από τα κλειστά παραθυρόφυλλα του σπιτιού. Όχημά τους το τρένο των πλήκτρων. Η μικρή Νεφέλη παίζει μουσική στο πιάνο, τα πλήκτρα του οποίου γίνονται τρένο που τους μεταφέρει πάνω σε μια φεγγαραχτίδα, που τρυπώνει ανάμεσα από τις γρίλιες. Οι δραπέτες ανακαλύπτουν έναν υπέροχο κόσμο μακριά από τη σκακιέρα, πλην όμως τα άλλα πιόνια στέλνουν το βαλσαμωμένο γεράκι που επί τούτου ζωντανεύει να τους κυνηγήσει και να τους φέρει πίσω, ώστε να αποκατασταθεί η τάξη που διασαλεύθηκε. Μόνη τους ελπίδα να ξεφύγουν ο γλάρος των μικρών απείρων, ο μόνος που γνωρίζει να τους πει πού βρίσκεται η πύλη του ουράνιου τόξου. Αν την περάσουν μαζί θα σωθούν. Μετά από πολλές περιπέτειες το γεράκι σκοτώνει το γλάρο των μικρών απείρων και τους επιστρέφει στη θέση τους στη σκακιέρα. Όμως τελικά πέφτουν στις φλόγες του τζακιού που κάτι τους ψιθυρίζουν και ανακαλύπτουν πως εκεί, μέσα στη φωτιά βρίσκεται η πύλη του ουράνιου τόξου. Την διαβαίνουν και  με μιας γίνονται πολύχρωμοι απαλλαγμένοι από το φόβο των αυλικών, του γερακιού και των εξήντα τεσσάρων κελιών της σκακιέρας.


Η πρωτοτυπία δεν έγκειται στο μήνυμα ότι το νόημα βρίσκεται στην υπέρβαση των ορίων. Αυτό λίγο πολύ, τουλάχιστον θεωρητικά, οι ενήλικοι το κατέχουν, αν και τα παιδιά, στα οποία απευθύνεται το έργο, ακόμα το αγνοούν. Η εξέλιξη, του πολιτισμού, των επιστημών, της προσωπικής διαδρομής, η δημιουργία φτάνει, ίσως, κάποτε, αν φτάσει, στα κατεστημένα όρια και εκεί σταματά. Μόνη διέξοδος η υπέρβαση των ορίων της σκακιέρας. Ο Γαλιλαίος, αν δεν είχε υπερβεί τα όρια, δε θα είχε ανακαλύψει ότι η γη γυρίζει. Οι ποιητές αν δεν υπερέβαιναν το λόγο δε θα έγραφαν ποιήματα. Το έμβρυο, αν δεν υπερέβαινε τη μήτρα, δε θα γεννιόταν. Οι Χριστοί, αν δεν υπερέβαιναν το εγώ τους, δε θα θυσιάζονταν. Οι απλοί άνθρωποι, αν δεν σπάγανε τα ζωικά τους όρια θα έμεναν δίποδα. Το κύμα, αν δεν ξεπέρναγε τα όρια της προκυμαίας δε θα ταξίδευε στη στεριά.

Η πρωτοτυπία δεν βρίσκεται καν στο γεγονός ότι ο συγγραφέας αναγνωρίζει το τίμημα για αυτήν την υπέρβαση. Οι αυλικοί, οι εναπομείναντες στη σκακιέρα απαιτούν τη σύλληψη και την τιμωρία των φυγάδων. Ο Τριβιζάς ως εγκληματολόγος εξάλλου γνωρίζει καλά ότι η υπέρβαση των ορίων όχι μόνον τιμωρείται από τους εγκλωβισμένους, αλλά όταν δε στοχεύει στην ελευθερία εσωτερική και εξωτερική, μα στην ασυδοσία θεωρείται και είναι έγκλημα. Εδώ όμως δεν μιλάει για εγκλήματα. Μιλάει για απόπειρα ανάτασης. Το γεράκι, φρουρός της ηθικής ή όποιας άλλης τάξης που έχουμε θέσει εαυτούς ή μας έχουν θέσει, επαγρυπνεί. Γεράκια υπάρχουν πολλά. Γεράκια που έρχονται από έξω.Ορατά. Γεράκια που έρχονται από μέσα μας. Τα πιο αρπακτικά, αυτά. Τα πιο επίμονα, τα αθέατα.

Η  πρωτοτυπία βρίσκεται στην έλλειψη αφέλειας. Οι δραπέτες τολμούν, ναι, κι αυτό ακόμα εύκολο δεν είναι. Φόβος τους κατατρύχει και θλίψη. Αλλά το γεράκι τους γραπώνει. Αλλά το γεράκι σκοτώνει το γλάρο των μικρών απείρων, αυτόν που περιμένουν στην ακτή να τους πει το μεγάλο μυστικό. Αυτόν που κανείς δεν ξέρει πότε μπορεί να έρθει, κάθε τρία δειλινά, κάθε χίλια χρόνια, κάθε είκοσι λεπτά. Αλλά το γεράκι τους ξαναγυρίζει στη σκακιέρα. Εκεί που δύο χέρια τους στήνουν, τους πιάνουν τους αφήνουν. Η Λέσχη του Στρατή Τσίρκα σε παιδική έκδοση. Ούτε κι εκεί τα ζωντανά «πιόνια» ξέφυγαν από τις προβλέψεις μίας λέσχης που στοιχημάτιζε εν αγνοία τους για τα επόμενα βήματα της ζωής τους. Βεβαίως εδώ τα πιόνια της σκακιέρας δεν έχουν τη φρεναπάτη της ελεύθερης βούλησης. Οι σκακιστές είναι ορατοί. Βεβαίως εδώ τα πιόνια όντως δραπετεύουν έστω και για λίγο. Δεν μένουν εγκλωβισμένα. Τολμούν. Ελπίζουν. Παλεύουν. Ηττώνται.

Πρόκειται όμως για παιδικό έργο. Εδώ δεν έχει θέση η τραγική ήττα. Ο συγγραφέας το γνωρίζει. Ξέρει ότι ο Γέρος του Χεμινγουέυ πρέπει να αποπειραθεί να βγάλει στην ακτή το τεράστιο ψάρι όνειρο ζωής, ακόμα κι αν κατέχει καλά πως είναι μάταιο, καθ’οδόν θα το κατασπαράξουν οι καρχαρίες. Προχωράει όμως και λίγο παραπέρα. Η Λευκή βασίλισσα και ο Μαύρος Αξιωματικός περνούν τελικά την πύλη του ουράνιου τόξου. Πέφτουν στη φωτιά με φόβο. Η σωτηρία έρχεται δια πυρός και σιδήρου. Το γεράκι δεν μπορεί πια να τους φτάσει στον πολύχρωμο κόσμο. Μόνον στον ασπρόμαυρο.  Happy end λοιπόν. Ευτυχισμένοι μικροί και μεγάλοι τελειώνουμε το βιβλίο. Η τάξη αποκαταστάθηκε. Την Ιθάκη μας τη φτάσαμε. Εδώ γεράκια αυλικοί θλίψη και Ποσειδώνες δε φτάνουν. Είμαστε ασφαλείς εντός της νέας τάξης πραγμάτων. Για πάντα.


Κι αν το παιδάκι σας καρφώσει ξάφνου σε ανύποπτο χρόνο το βλέμμα στο τζάκι και μονολογήσει χωρίς να περιμένει απάντηση, «μα καλά εσύ μαμά πιστεύεις ότι τη βρήκαν για πάντα την πύλη του ουράνιου τόξου, άλλα γεράκια δε θα συναντήσουν;», αγνοείστε το. Αυτά είναι για παιδικές ψυχές που ξέρουν ότι οι δραπέτες θα προσπαθούν ξανά και ξανά. Κάθε φορά να υπερβούν τα νέα όρια. Γιατί τα παιδιά ποτέ δεν είναι αφελή. Το παραμύθι του κυρίου Τριβιζά που μιλά για τα όρια και την υπέρβασή τους, το κατάλαβαν πολύ καλά. Το στρογγύλεμα του ευτυχισμένου οριστικού τέλους το έκανε ο συγγραφέας για τους μεγάλους. Όχι για τα παιδιά. Σίγουρα όχι για αυτά. Ακόμα.

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

Το καραβάκι και το δέντρο - Χριστουγεννιάτικο παραμύθι


Singing around the Tree, St Michael's Mount, Joanne Short

Κάποτε ήταν ένα καραβάκι. Άνοιγε τα πανιά του και ταξίδευε. Απολάμβανε τις μπουνάτσες, πάλευε τις φουρτούνες, έβρισκε απάγγιο σε θαλασσινές σπηλιές όταν κουραζόταν από το ταξίδι του, φούσκωνε τα πανιά του όταν σπάνια στο διάβα του απαντούσε άλλο πλεούμενο, με ένα λόγο αρμένιζε μεσοπέλαγα. Ποτέ του δε σταμάτησε για να σκεφτεί γιατί ταξιδεύει, πού μαθές πηγαίνει, γιατί τέλος πάντων ρίχνεται στα κύματα και τις νηνεμίες. Ήταν δα φυσικό. Καραβάκι ήταν, πλασμένο το λοιπόν να ταξιδεύει. Το σκαρί του γερό, αν και κάμποσες φορές χειάστηκε ν’αλλάξει τα ξάρτια και να μπαλώσει τα πανιά του, αν και κάμποσες φορές βγήκε στη στεριά για καλαφάτισμα.

Μια παραμονή Χριστουγέννων αγνάντεψε από μακριά ένα δέντρο στολισμένο. Δεν το είχε ποτέ του προσέξει μέχρι τότες πως υπάρχουν και άλλα ξύλα, που δεν αρμενίζουν, μα στέκουν σ’όλη τους τη ζήση ακίνητα σ’ένα μέρος, ριζωμένα βαθιά. Για δες, υπάρχουν ξύλα έτσι όπως τα έπλασε η φύση, αδούλευτα και ασάλευτα να βλέπουν το ίδιο μέρος, το ίδιο κομμάτι τ’ουρανού, το ίδιο χώμα κάτωθε τους, να περιμένουν τη βροχή να τα ραντίσει αντί να τρέχουν ξοπίσω από τα σύννεφα. Το καραβάκι απόρρησε και πιότερο ανάσανε με ανακούφιση που δεν ήταν το ίδιο έτσι στενεμένο σε δυο οργιές χώμα. Θες όμως η περιέργεια, θες τα φανταχτερά γιορτινά στολίδια του δέντρου, χωρίς πολύ σκέψη δοκίμασε να το πλησιάσει.

Τι χαρά ήταν αυτή που δοκίμασε, όταν είδε πως μπορούσε ν’αρμενίζει και στον ουρανό! Μέθυσε και παραλίγο να αποξεχαστεί πετώντας όλο και πιο ψηλά, όλο και πιο πάνω, μέχρι που το δέντρο ίσα που φαινόταν. Λαμπύριζαν τα στολίδια του στον ήλιο, έτσι φορτωμένο που ήταν χρονιάρες μέρες. Πέταξε, πέταξε το πολυτάξιδο σκαρί, μέχρι που σκέφτηκε, δεν πάω μαθές να δω κι από κοντά τούτο το δεντρί, που, τι τα θες τι τα γυρεύεις, εξαιτίας του έμαθα πως μπορώ να πετάω κι όχι μοναχά να πλέω. Πλησίασε το λοιπόν κι όσο πλησίαζε, τόσο το θάμπωναν τα στολίδια, κι όσο κόντευε, τόσο πιο στενάχωρα ένιωθε που έβλεπε ξύλο αταξίδευτο. Έφτασε κάποτε κοντά. Πολύ κοντά. Κι απόμεινε να το κοιτάει.

-Τι κάνεις εδώ;
-Ριζώνω.
-Τίποτα άλλο;
-Βγάζω φύλλα πράσινα που θροϊζουν στο φύσημα του ανέμου και φτιάχνουν μουσική.
-Αυτό μονάχα;
-Βγάζω μπουμπούκια που ανθίζουν και ευωδιάζουν και έπειτα γίνονται καρπός.
-Μα οι ρίζες σου, πόσο πια να απλωθούν; Λίγα μέτρα κάτωθε σου. Και το θρόισμά σου, ποιος να τ’ακούσει εδώ στην ερημιά; Τα άνθη σου μοναχά ο ήλιος τα θωρεί, κι ο καρπός σου πέφτει στο χώμα.

-Και εσύ καραβάκι, τι κάνεις στη θάλασσα;
-Ταξιδεύω.
-Τίποτα άλλο;
-Φουσκώνω τα πανιά μου και κυνηγάω τους αέρηδες.
-Αυτό μονάχα;
-Βλέπω τόπους μακρινούς και απάτητα ακρογιάλια, σφυρίζω στα περαστικά καράβια, μιλώ με γοργόνες και γεύομαι την αλμύρα που στεγνώνει πάνω μου και ψήνει το σκαρί μου.
-Μα τη θάλασσα που αρμενίζεις δεν την κατέχεις στα βάθη της έτσι περαστικός που είσαι. Κι οι αέρηδες σε παρασέρνουν δώθε κείθε, και τ’άκρογιάλια μόλις τα πατήσεις φεύγεις για αλλού και τα καράβια που συναντάς πάντα περαστικά θα είναι και τις  γοργόνες πρέπει να βουλιάξεις για να μην είναι για πάντα φευγάτες, και το αλάτι ξεραίνει το ξύλο σου.

Έπειτα σωπάσανε. Τίποτε άλλο να πούνε δεν είχανε.
Φύσηξε όμως αγέρι και μεμιάς θρόισαν τα φύλλα του δέντρου. Τι όμορφη μουσική, αναρίγησε το καραβάκι, με όλα μου τα ταξίδια, ποτέ μου δεν άκουσα τόση ομορφιά.
Φύσηξε όμως αγέρι και φούσκωσαν τα πανιά του πλεούμενου καταμεσής στο δάσος και ήχησαν καθώς γεμίζανε με κείνο το καρδιοχτύπι, όταν ξεκινάει το ταξίδι. Τι όμορφη μουσική, θαμπώθηκε το δέντρο, με όλη μου την πυκνή φυλλωσιά, ποτέ μου δεν άκουσα τέτοιο καρδιοχτύπι.

Φύσηξε όμως και πάλι αγέρι και μεμιάς οι ευωδίες από τα άνθη του δέντρου κύκλωσαν το καραβάκι. Τι όμορφο άρωμα, ανάσανε βαθιά-βαθιά το καραβάκι, μ’όλα μου τ’αρμενίσματα, ποτέ μου δε γεύτηκα τόσο γλυκειά μυρωδιά.
Φύσηξε όμως και πάλι αγέρι και μεμιάς η μυρωδιά της αλμύρας από τα θαλασσόξυλα πότισε το δέντρο μέχρι τις ρίζες. Τι όμορφο άρωμα, ρούφηξε την ανάσα τους κατάβαθα το δέντρο, μ’όλα μου τα καρπίσματα, ποτέ μου δεν άκουσα τόσο αψιά ευωδιά.

Φύσηξε άλλη μια το αεράκι κι ακούστηκαν κουδουνίσματα από τα στολίδια του δέντρου. Τι όμορφος ήχος, αφουγκράστηκε το καραβάκι, μ’όλο που κρυφάκουγα νύχτα-μέρα τα τερτίπια της θάλασσας, ποτέ μου ήχος δε γράφτηκε τόσο απαλά πάνω μου.
Φύσηξε άλλη μια το αεράκι κι ακούστηκαν φουρτούνες κι απανεμιές, βουητά από θαλασσινές σπηλιές και τους ήχους που βγάζει το νερό όταν γλιστράει στα μαλλιά των θεών της θάλασσας. Τι όμορφος ήχος, μύρισε με τα πιο φωτεινά από τα φύλλα του το δέντρο, μόλο που κοίταζα νύχτα-μέρα τους φωναχτούς και τους σιωπηλούς ήχους του ξέφωτου, μόλο που κοίταζα τις αφέγγαρες νύχτες τα τραγούδια των ξωτικών, ποτέ μου ήχος δεν πότισε έτσι χορταστικά τις ρίζες μου.

Έπειτα σωπάσανε. Το δέντρο έβγαλε από πάνω του τα πιο πολύτιμα στολίδια του, κάτι διαμάντια φτιαγμένα από τις δροσοσταλίδες της αυγής που μάζευε ξημέρωμα το ξημέρωμα από τη μέρα που φύτρωσε. Τα κρέμασε στο κατάρτι και την κουπαστή και πολύτιμο πετράδι στο δάχτυλο της σκαλιστής γοργόνας στην πλώρη.
Τώρα ήταν και το καραβάκι στολισμένο να αστραφτοκοπά και να γιορτάζει. Κι όταν έφτασε το δειλινό, του έβαψε ο ήλιος τα στολίδια του πορτοκαλιά μαβιά και κόκκινα, του έβαψε η ψιχάλα του απόβραδου τα στολίδια του με ουράνια τόξα.

Το καραβάκι τράβηξε από τα πανιά του κλωστές ποτισμένες από την αλμύρα και τους φλοίσβους της θάλασσας που έξυνε ήχο τον ήχο γεύση τη γεύση από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. Τις τύλιξε γύρω από το δέντρο, ανάμεσα στην φυλλωσιά γύρω από τις φωλιές των πουλιών, παντού να το ραίνουν ολόκληρο. Τώρα το δέντρο ήταν στολισμένο στ’αλήθεια, τίποτα δεν του έλειπε έξω από το αστέρι στην κορυφή. Αδράχνει το καραβάκι την Πούλια από το στέμμα της γοργόνας που φώλιαζε στην πρύμνη του και το ανάβει στην κορυφή να γελά  και να αντιφεγγίζει στη θάλασσα.

Έπειτα ξημέρωσαν Χριστούγεννα. Με στολίδια φωτερά να αντιλαλούνε σε θάλασσες και σε βουνά τη γιορτή. Με στολίδια πολύτιμα και ακριβά πάνω σε σε καράβια και δέντρα.

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009

Μάουζερ

Μάουζερ, από τη θεατρική παράσταση του Θ. Τερζόπουλου στο θέατρο Άττις


Τρεις αγρότες-δήμιοι με τις κεφαλές επί πινάκι ενώπιον του επαναστατικού δικαστηρίου.
Το αδύνατο σημείο τους για το οποίο δικάζονται, η πρόταση F1.
Το αδύνατο σημείο τους η διερεύνηση των οδών της λογικής της.
Οι δικαστές (που εναλλάσσονται με τους αγρότες όπως και οι αγρότες με τους δικαστές) επιτάσσουν: ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ.

Η ΠΡΌΤΑΣΗ f1 είναι αληθής. Οι αγρότες-δήμιοι σκοτώνουν:
«Και εγώ συμφώνησα με την εντολή.
Γνωρίζοντας: το καθημερινό ψωμί της επανάστασης
Στην πόλη Βίτεπσκ όπως και σ’άλλες πόλεις
Είναι ο θάνατος των εχθρών της, γνωρίζοντας: το χορτάρι
Πρέπει εμείς ακόμα να ξεριζώνουμε, για να μείνει πράσινο
Συμφώνησα με την εντολή
Που η επανάσταση μου έδωσε»

Όμως, ένας αγρότης διερευνά και καταλήγει: Η πρόταση F1 είναι ψευδής.
Ο αγρότης παύει να σκοτώνει:
«Στο πιστόλι μου μπροστά τρεις αγρότες
Εχθροί της επανάστασης από άγνοια.
...
Με εντολή της επανάστασης το χέρι μου
Το πιστόλι μου τους σημαδεύει στον αυχένα.
Οι εχθροί της είναι και εχθροί μου, το γνωρίζω
...
Γνωρίζοντας: η επανάσταση σκοτώνει με το χέρι μου
Αυτό είναι που δεν γνωρίζω πια, να σκοτώσω δεν μπορώ
Πια.
Το χέρι μου αποσύρω από την εντολή
Που μου έδωσε η επανάσταση.»

Όμως ένας άλλος αγρότης (ή μήπως ήταν ο ίδιος;) διερευνά και μετατοπιζόμενος καταλήγει: Η πρόταση F1 είναι και αληθής και ψευδής:
«Αλλά το μάτι με το οποίο τους κοίταξα
Και το στόμα με το οποίο τους μίλησα
Ήταν το πιστόλι και λέξη μου η σφαίρα
Και δεν το λησμόνησα όταν αυτοί ξεφώνισαν
Όταν στο λατομείο τούς πέταξε το πιστόλι μου
...
Κι ήταν μια εργασία που έμοιαζε με κάθε άλλη.
...
Όχι για πολύ.
...
Την έβδομη μέρα το πρωί είδα τα πρόσωπά τους
Τα χέρια τους πισθάγκωνα, στα δεσμά
Με σημάδια από δουλειές διαφορετικές
Ενώ περίμεναν, με πρόσωπο στο λατομείο στραμμένο
Το θάνατό τους από το πιστόλι μου, και η αμφιβολία
Πήρε τη θέση ανάμεσα στο δάχτυλο και τη σκανδάλη»
Το σύστημα ασυνεπές, αν μείνει στην αμφιβολία. Δεν οδηγεί παρά σε βαλτοτόπι και κινούμενη άμμο. Ίσως στην εντιμότητα της παράνοιας: και σκότωσε και μην σκοτώνεις.


Και η τέταρτη περίπτωση στη διερεύνηση των οδών της λογικής;
Ο τέταρτος δρόμος κατά Γκέντελ;
«Υπάρχουν ερωτήματα που δεν μπορούν να απαντηθούν.»
Το ανθρώπινο μυαλό αδυνατεί.
Τα συστήματα λογικής, συνεπή ή ασυνεπή, δεν επαρκούν να δώσουν απάντηση.
Απλά δεχόμαστε ή δε  δεχόμστε.
Όπως λέμε, απλά ζούμε ή δε ζούμε.
 Όπως λέμε απλά συμμετέχουμε ή δε συμμετέχουμε.
Πέραν της λογικής και των οδών της.
Πέραν της περίσκεψης ή της απερισκεψίας.
Πέραν της προσδοκίας.
Όπως λέμε αναπνέω ή δεν αναπνέω.

Να τι ξέφυγε από το Μάουζερ του Χάινερ Μύλλερ.
Η τέταρτη περίπτωση. Αυτή που καταλύει τα συστήματα λογικής.
Αν διαφύγει αυτή, τότε, οι δήμιοι, αυτοί που δέχτηκαν, απέρριψαν, αμφισβήτησαν,
μένουν εγκλωβισμένοι στα λογικά συστήματα. Μένουν εντός ορίων. Της λογικής.
Κι όμως, ένας μαθηματικός, ο Γκέντελ, έδειξε στα χαρτιά την τέταρτη οδό.
Κι όμως ένας μαθηματικός δε δίστασε να καταρρίψει όλη του την επιστήμη χάριν της αλήθειας. Και για τον ίδιο και για τους λοιπούς που δεν μπορούσαν πια να την αρνηθούν.


Σημειώσεις:
1.    Το θεατρικό κείμενο Μάουζερ του Χάινερ Μύλλερ, γραμμένο το 1970, αναφέρεται στον εμφύλιο στη Σοβιετική ένωση στη δεκαετία του 1920. Τρείς αγρότες, πειθήνια όργανα της επανάστασης βρίσκονται ενώπιον επαναστατικού δικαστηρίου, επειδή αθέτησαν την εντολή να σκοτώνουν οποιονδήποτε διαταχθούν, ως εχθρό της επανάστασης. Όμως, ο ένας δήμιος σκοτώνει κι άλλους που δε διατάχθηκε, από συνήθεια, ο άλλος αρνείται ξεκάθαρα να υπακούσει μη βλέποντας πια τη σκοπιμότητα, απεναντίας κρίνοντας ότι δεν πρέπει να σκοτώσει. Ο τρίτος αμφιβάλλει για το τι πρέπει και τι δεν πρέπει και πέφτει σε ένα είδος εκστατικής μανίας. Οι δυο δικαστές τους καταδικάζουν.
Το κείμενο δε μένει στις συγκεκριμμένες ιστορικοπολιτικές συνθήκες. Πρόκειται πιο πολύ για την περιγραφή μιας ρήξης ανάμεσα στην πράξη και τη συνείδηση. Το σημείο της ρήξης είναι το «ανάμεσα». Το «ανάμεσα στο δάχτυλο και τη σκανδάλη». Η στιγμή λοιπόν που το Εγώ θα συνειδητοποιήσει την πράξη του πατώντας τη σκανδάλη. Ή μη πατώντας την.
Για το πλήρες κείμενο: Μάουζερ και Ο Οράτιος, Χάινερ Μύλλερ, εκδ. Άγρα


2.    Το Μάουζερ  έχει ανέβη στο θέατρο Άττις από το Θεόδωρο Τερζόπουλο. Αλησμόνητη παράσταση που αποδίδεται με τρόπο μοναδικό. Πολλά θα μπορούσαν να γραφούν για αυτήν ξέχωρα και ιδίως για το βλέμμα του σκηνοθέτη, τους ηθοποιούς, που καθοδηγεί κατά τρόπο ώστε να καταδυθούν στο ρόλο τόσο βαθιά, που αγγίζουν τα όρια του αρχέγονου, ή αλλιώς την κατάλυση των ορίων ανάμεσα στον ρόλο και τον πραγματικό εαυτό. Εδώ πείθουν ότι πράγματι ταυτίζονται. Χαρακτηριστικό ότι το «ρόλο» του ενός εκ των δύο δικαστών υποδύεται (;) η Μαρία Μπέικου, που είχε καταταγεί στον ΕΛΑΣ και στη συνέχεια κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση. Υποδύεται λοιπόν τον εαυτό της, αν και εξίσου καλά θα μπορούσε-ίσως και ταυτόχρονα να παίξει και τον ρόλο του κατηγορούμενου αγρότη. Είναι σίγουρο ότι η ζωή της περνάει και από τις δύο «θέσεις».


3.    Τα μαθηματικά πριν από τον Κούρτ Γκέντελ βασίζονταν σε λογικά συστήματα περιγράψιμα. Τα πάντα αποδεικνύονται ή πρόκειται να αποδειχθούν βάσει των κανόνων της λογικής. Πολλοί μαθηματικοί, όπως ο Ράσελ ή ο Χίλμπερτ πίστεψαν προς στιγμήν ότι η λύση στα γενικότερα προβλήματα του κόσμου βρίσκεται στη λογική που όντας πανίσχυρο, έστω και δυνητικά, εργαλείο, θα φέρει την ασφάλεια. Έρχεται τότε ένας νεαρός μαθηματικός, ο Γκέντελ, για να καταλύσει αυτές τις απόψεις: «F can be proved neither true or false in the system» Φυσικά, αυτό δεν ήταν το παταγώδες τέλος των μαθηματικών, αφού εκφράστηκε περαιτέρω η άποψη, ότι ακόμα κι αν κάνουμε αυτή την παραδοχή, μένει να διερευνήσουμε πού μπορούμε να φτάσουμε με όσα αποδεικνύονται. Έτσι γεννήθηκαν οι υπολογιστές.
Αναλυτικότερα –αν και ασφαλώς περιλαμβάνουν πολύ περισσότερα θέματα- μπορεί κανείς να ανατρέξει στο Logicomix του Απόστολου Δοξιάδη ή στο The World within the World του John D. Barrow. Αμφότερα συνδυάζουν τη φιλοσοφία με την επιστήμη.

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

Το όνειρο του Προμηθέα



The dream of Prometheus

-Τι με θωρείτε όλοι σας; Τι κάθεστε γύρω μου και αναμένετε; Όρνια που περιμένετε να μου ξεσκίσετε ένα κομμάτι από τα σωθικά μου.

-Μας παρεξήγησες. Δεν είμαστε όρνια. Κοίτα καλύτερα. Εγώ είμαι όμορφη και γαλήνια. Είμαι η Βεβαιότητα. Με λένε και Ασφάλεια. Δες λίγο τις χάρες μου. Μπορώ να σε νανουρίζω κάθε βράδυ μέχρι τα βαθειά σου γεράματα. Μέχρι να αποκοιμηθείς, να μη βασανίζεσαι. Είμαι το απόλυτο νηπενθές. Άσε με να σου χύσω λίγο ύπνο στα μάτια. Όταν αυτά διαστέλλονται και φοβάσαι την μοναξιά σου, εγώ θα σου τραγουδάω νανουρίσματα παιδικά. Είσαι παιδί. Δέξου το, δεν αντέχεις τον πόνο και την αμφιβολία. Έλα, μάζεψε τα φτερά σου που σε σκιάζουν και άσε με να σε αγκαλιάσω. Νάνι-νάνι. Έχω μια μήτρα να σε κρύψω να μην βλέπεις να μην ακούς να μην νιώθεις να μην πονάς. Το όρνιο σου είναι η μοναξιά σου. Όχι εγώ. Να, βύζαξε με, μην μεγαλύνεσαι άλλο, αρκετά. Κοίτα που κατάντησες, με ανοιχτά φτερά πάνω από τον ωκεανό, με μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια. Με τον ίλλιγγο στο τρέμουλο του βλέμματός σου. Τι κερδίζεις; Έλα, έλα, έλα. Ω, ω, ω...
Είμαι το Κράτος της Βεβαιότητας. Κραταιό. Κράτιστο.
Να με αγνοήσεις δεν μπορείς. Τιμωρώ τους αγνώμονες.
Με Πόνο.

-Κοίτα και μένα. Όμορφη κι εγώ. Είμαι το Απροσδόκητο. Λέγε με Κάθετη. Πτήση και πτώση εναλλάξ. Που συγκινεί βαθειά. Ακόμα. Τίποτα βέβαιο πάνω μου. Πρόσεξε τη λεξούλα. Το «ακόμα». Δε σε κοροϊδεύω. Να το ξέρεις πως τη μια με αγγίζεις, την άλλη αγκαλιάζεις φαντάσματα και αερικά. Άπλωσε τα φτερά σου. Μάθε να ζεις στη σκιά τους. Θα σου χρειαστεί καθώς θα νομίζεις ότι πλησιάζεις τον ήλιο. Να μη σε κάψουν οι ακτίνες του. Μόνος σου πάντα δε θα πετάς. Μόνος σου θα πέφτεις μοναχά. Δεν είναι λίγο. Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Το έξυπνον θα σου χαρίσω. Το έξω από τον Ύπνο. Την κίνηση θα σου χαρίσω. Στο χέρι σου είναι αν θα την κάνεις συν-κίνηση, ή αν θα αφαιρέσεις τον Ύπνο από το Έξυπνον και βγεις Έξω. Γίνομαι και  Έξοδος χωρίς Ιθάκες. Σκέψου το, κι αυτή ακόμα η περιπλάνηση λίγο δεν είναι. Ζωή θα σου χαρίσω. Ζωντανή και πάλλουσα. Να ακούς τους χτύπους της καρδιάς σου. Πόνο θα σου χαρίσω. Αγώνα, αγωνία, αμφιβολία, μαύρες τρύπες και αιωρήσεις. Νά’το το τίμημα των διεσταλμένων ματιών που ρουφάνε κατάστηθα τη ζωή. Έλα, έλα, έλα.
Είμαι το Κράτος της Βίας. Κραταιό. Κράτιστο. Ορμώ και σε σαρώνω.
Να με αγνοήσεις δεν μπορείς. Τιμωρώ τους αγνώμονες.
Με Λήθη.

-Διάλεξε, διάλεξε, διάλεξε

-Όρνια μου ξεσκίσατε την ακοή. Όρνια που τσακώνεστε ποιο θα μου ξεσκίσει πιότερο τη σάρκα.

-Είσαι ελεύθερος. Πρέπει να διαλέξεις. Πρέπει, πρέπει, πρέπει...

-Από τι είμαι είμαι λεύτερος; Από τη μοίρα μου το Δία που με έχει καρφώσει σε τούτο το βράχο ή από τον καταναγκασμό της επιλογής; Τι σόι ελευθερία είναι τούτο;

-Ο καταναγκασμός της επιλογής μόνο σου όριο. Μόνο οι τρελλοί το ξεπερνάνε και οι ονειροπαρμένοι. Όσο για το Δία, δεν υπάρχει δύστυχε. Άλλοθι δεν έχεις πια. Υπάρχει Ελεύθερη Βούληση. Ο Δίας σου τη χάρισε -το ξέχασες κιόλας;- εργαλείο τρανό να σπάσεις τις αλυσίδες σου. Είσαι ελεύθερος να διαλέξεις ανάμεσα στους παλιούς και τους νέους θεούς. Μέχρι εκεί φτάνει η ελευθερία σου.

-Φοβάμαι.

-Όλοι φοβούνται την ελευθερία να μείνουν εντός ορίων ή να βγούνε εκτός. Ο τρόμος του τιμήματος όταν στέκεσαι στη διαχωριστική γραμμή και πρέπει να διαλέξεις. Η γραμμή που στέκεσαι δεν είναι το παντού, μη γελιέσαι δόλιε. Είναι το πουθενά. Το πουθενά αλλού παρά μόνο στη γραμμή.

-Αφήστε με έχω παραλύσει. Η Βούληση με πνίγει. Καραμένο δώρο. Αναφαίρετο μα καταραμένο.

-Όλοι τα ίδια μας λένε. Κοίτα στη διπλανή σου τραγωδία, οι Αθηναίοι ένορκοι πρέπει να αποφασίσουν με την ελεύθερη βούλησή τους αν θα καταδικάσουν ή θα αθωώσουν τον Ορέστη. Στη μία περίπτωση κερδίζουν την Ασφάλειά τους. Στην άλλη θα κατατρύχουν οι Ερινύες αυτούς αντί για τον Ορέστη. Η Λήθη και ο Πόνος λοιπόν. Πρέπει όμως να διαλέξουν. Δεν έχουν την ελευθερία να μη διαλέξουν.

-Και τι διαλέξανε;

-Δε διαλέξανε Προμηθέα. Οι ψήφοι ήταν μισές-μισές. Στη θέση τους διάλεξε η Αθηνά. Της χάρισαν την ελεύθερη βούλησή τους. Δεν την αντέχουν εύκολα οι άνθρωποι.


Ο Προμηθέας παραλύει. Η Βεβαιότητα και το Απροσδόκητο συμφιλιωμένες φοράνε βλέμμα όρνιου και του ξεσκίζουν χωρίς βιάση τις σάρκες. Ότι μπορεί καθεμιά τους.

Η Ελεύθερη Βούληση του πέφτει από το χέρι. Κατρακυλάει ώσπου σταματάει στη σπίθα του βλέμματος του. Ξέρει ότι ο Προμηθέας είναι γεννημένος Λυόμενος. Και όχι μόνο Δεσμώτης.


Το Αύριο θα έρθει.
Και θα έρχεται κάθε νέα μέρα μέχρι να φέρει τη λύση.
Και θα έρχεται κάθε νέα μέρα μέχρι να φέρει τα δεσμά.
Για πάντα.

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Η σύγκλιση γενεών και η σοκολάτα-χριστουγεννιάτικο σε τόνο καθημερινό και ανθρώπινο



Blending choco

Γιαγιά, κόρη, εγγόνια.

-Παιδί μου, φάε και εσύ κάτι επιτέλους. Άσε τα παιδιά. Να σου φτιάξω μια πορτοκαλάδα;
Η πορτοκαλάδα έμεινε στον πάγκο της κουζίνας πλάι στο ψωμί με βούτυρο και μέλι.

-Αγάπη μου, μη το σκοτώνεις το λουλούδι. Άμα το κόψεις θα ξεραθεί και δε θα είναι πια όμορφο. Άσε το να συνεχίσει. Λυπήσου τον εαυτό σου που δε θα το βλέπει πια.
Το παιδάκι κόβει το λουλούδι.

Αποστάσεις ηλικιών, ιδεών, κρίσεων, αποκρίσεων, βλέμματος, χρωμάτων, σκέψεων, εμπειριών, χαρτών, πραγματικοτήτων...

-Γιαγιά έτοιμο το ποτάμι από σοκολάτα να κολυμπήσουμε;
-Όχι ακριβώς εμείς, τα μπισκότα είπαμε.
-Έλα τώρα μαμά.

Ξεχύνεται ορμητικό από την κατσαρόλα ένα ποτάμι σοκολατένιο, γυαλιστερό, αχνιστό με μπισκότα βαρκούλες να ταξιδεύουν, να ναυαγούν, να ανεβαίνουν στην επιφάνεια. Η κουζίνα γέμισε κακαόδεντρα. Και όλους, τρεις γενιές στη σειρά τους παρέσυρε, γινήκαν ναυαγοί μετά χαράς στον ποταμό. Τέτοιος χείμαρρος. Βουλιάζαν και πλατσούριζαν και γελούσαν και έγλυφαν τα δάχτυλά τους. Κουτάλια κουπιά στον ποταμό που γέμιζαν και άδειαζαν. Συνενοχή.

Και κείνη η σιγή, όταν οι άνθρωποι μοιράζονται κάτι μαζί και τα λόγια περισσεύουν.
Και κείνο το βλέμμα το ηδονικό, όταν οι άνθρωποι συμμετέχουν από κοινού σε κάτι τις, τόσο μικρό και τόσο μεγάλο, κείνο το βλέμμα που κοιτάει και δεν κοιτάει, που βλέπει τον εαυτό που βυθίζεται και απομονώνεται, βλέπει και τους άλλους που βυθίζονται το ίδιο, στο ποτάμι. Μέθεξη.

Και τότε αρχίζει η γιορτή. Δάχτυλα τριών γενεών που βουτιώνται στη σοκολάτα και βάφονται στα πρόσωπα τα χρώματα του πολέμου, αστείες φατσούλες, βούλες Ινδών στο μέτωπο, καραβάκια με πανιά, κύματα ήλιοι και φεγγάρια. Και βάφουν τα πρόσωπα των άλλων. Και γέλια τρανταχτά μέχρι δακρύων και το ποτάμι της σοκολάτας να πλημμυρίζει τα πάντα, την κουζίνα, το σπίτι, τον ουρανό, τη θάλασσα, το στόμα, τις γενιές, τη σύγκλιση και την απόκλιση.

Από κείνη τη μέρα όλοι τους λατρέψανε τη σοκολάτα.

Αυτό το κάτι τις το τόσο μικρό και τόσο μεγάλο.

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

Η χαρτογραφία και η πραγματικότητα-Χριστουγεννιάτικο σε τόνο σπαραξικάρδιο και ακατανόητο



Hunters in the Snow by Pieter Bruegel, 16th century

Κοιτούσε. Τη χαρτογραφία. Της λογικής. Χριστούγεννα. Το δέντρο, τα λαμπιόνια, οι μυρωδιές από τα μελομακάρονα, τα κάλαντα, ο άγιος Βασίλης, τα δώρα, οι καλεσμένοι, τα γιορτινά ρούχα, οι γιρλάντες. Πάλι το δέντρο, τα καινούρια λαμπιόνια που αντικατέστησαν τα σπασμένα, τα αμύγδαλα στους κουραμπιέδες, τα κάλαντα, ο άγιος Βασίλης, οι παραλλαγές των άχρηστων δώρων, οι ελαφρώς παραλλαγμένοι καλεσμένοι, οι μαύρες ψηλοτάκουνες γόβες, τα φωτάκια στον κήπο. Τελετουργίες σταθερές ξεσκονισμένες ανά χρόνο.

Κοιτούσε. Την πραγματικότητα. Το πάει, πέρασαν κι αυτά τα Χριστούγεννα. Το έλα τώρα, ωραία ήταν. Το σβυσμένο βλέμμα στο τέλος της βραδιάς. Το βαρέθηκα να νιώθω γιορτινά, ίσως οι γόβες θα έπρεπε να ήταν λουστρίνι. Το οι κουραμπιέδες σίγουρα του χρόνου θα είναι αγοραστοί. Το άντε, να ξεστολίσουμε αυτά τα χαζά φωτάκια. Η κατάνυξη πού πήγε; Τι γεννιέται άραγε κάθε χρόνο εδώ και δύο χιλιάδες τόσα χρόνια; Πόσο μου τη σπάει ο Ρούντυ, ο τάρανδος με την κόκκινη μύτη. Οι καλικάντζαροι πιο διονυσιακοί, κάπως καλύτερα, δε βαριέσαι, ούτε τα παραμύθια τους δε σε φτάνουν εδώ, μέσα στην πραγματικότητα. Οι μεσσίες δεν υπάρχουν στα Χριστούγεννα.

Πολύ βαρειά όλα τούτα, κρύφτα, φόρα και κανά γιορτινό χαμόγελο στα χείλη, Υβ Σεν Λοράν νο67 σε απόχρωση σάπιου μήλου. Το προβληματικό. Άντε πάλι. Είναι ανάγκη να βγαίνει τώρα; Στάσου λίγο. Εκεί, σε κολακεύει αυτή η δόση, τώρα ακριβώς, θλίψης. Σου δίνει μία κάποια γοητεία.

Κοίταξε πάλι. Την πραγματικότητα της χαρτογραφίας. Μαμά, τι δώρο θα σου φέρει εσένα ο Άγιος Βασίλης; Ω, τι ωραίο που έγινε το σπίτι με τα πολύχρωμα φωτάκια! Ούτε που το φαντάζεται πόσο ωραίο είναι έτσι! Πότε θα στολίσουμε το δέντρο; Το γράμμα, στο ταχυδρομείο να στείλεις, μην ξεχάσεις. Θα φτιάξουμε και μπισκότα με σοκολάτα; Πες μας για τους καλικάντζαρους. Θα χωρέσει σίγουρα ο Άγιος Βασίλης από την καμινάδα; Αχ, αργούν πολύ τα Χριστούγεννα;

Κοιτάζει. Μέσα από τα δανεικά μάτια τα παιδικά. Την ομορφιά στο πιο απλό, το πιο τετριμμένο. Την ομορφιά της αθωότητας. Αυτό το βλέμμα θα το κρατήσει. Το πραγματικό εν μέσω χαρτογραφίας. Αυτό που όσα λέει, όσα δείχνει, όσα βλέπει, τα εννοεί, τα δέχεται, τα χαίρεται, τα κάνει απτά, απλά, όμορφα. Αυτό που ξέρει να ταυτίζει τους χάρτες με την πραγματικότητα. Αυτό που πατάει σε ό,τι βλέπει.

Μαμά, αν δεν υπήρχα, θα υπήρχε το σύμπαν; Μία λάμπα πέφτει από το παιδικό χεράκι και γίνεται θρύψαλα.

Ναι παιδί μου. Όσο υπάρχει η χαρτογραφία και η πραγματικότητα.

Τι είπες μαμά;

Τίποτα αγάπη μου.

Καλά μας Χριστούγεννα.

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

Κοιτώ- η στρωματογραφία

Κοιτώ το χώμα των άλλων κάτωθε μου.
Στρώματα, το ένα πάνω στο άλλο, το ένα μέσα στο άλλο.
Σπίτια, αυλές με γιασεμιά, σπασμένες στάμνες, χαμόγελα, βογγητά, ερωτόλογα, κλάμμα μωρών, ρόγχοι φευγάτων, λεμονανθοί, εικονοστάσια, ελπίδες, θρήνοι, γέλια γάργαρα, καϋμοί, περιδέραια, χάντρες ψεύτικες σε άσπρους λαιμούς, φιλήματα, αγάλματα κομματιασμένα στο ιερό του σπιτιού, δούλοι και αφέντες, ακροκέραμα, παιδικά παιχνίδια, θροϊσματα φύλλων, το γάβγισμα του σκύλου, το σπαθί που κρέμεται στον τοίχο, η φωτιά που καίει στην εστία, αμφορείς με κρασί πλάι σε κουτάκια μπύρας Φιξ, αγριολούλουδα στο βάζο, μικρά μυστικά, λευκά δαντελένια κουρτινάκια στο παράθυρο της κουζίνας, το παντζούρι που σκέβρωσε και τρίζει, η κληματαριά όταν ρίχνει τα φύλλα της, μάτια που ανθίζουν από έρωτα, γέρικα μάτια που σικοκαίνε ζωή, πολυκατοικίες του ΄60 με στενά μπαλκόνια, καρντερίμια, το τρίτο άλογο του Αχιλλέα που ποτέ δεν βρέθηκε να συμπληρώσει την παράσταση, αστραφτερές φωτογραφίες στο ίδιο κουτί με τις παλιές, το χρώμα που ξέμεινε στους κούρους και τις κόρες, το βλέμμα του Σαρπηδόνα στον κρατήρα του Εξηκία, τα φτερά των αγγέλων στις αγιογραφίες, η μυρωδιά του αγγουρόλαδου στα πιθάρια των νοικοκυραίων, τα μικρασιάτικα τραγούδια.

Κοιτώ το χώμα το δικό κάτωθε μου, τη μνήμη μου.
Στρώματα, το ένα πάνω στο άλλο, το ένα μέσα στο άλλο.
Σπίτια, αυλές με αρμπαρόριζα για το γλυκό βύσσινο, αυλές με μουριές να ρίχνουν τη σκιά τους στο στρογγυλό τραπεζάκι με τις δύο ξύλινες καρέκλες, όλα κόκκινα, το ποτήρι που έσπασε, η σπονδή στους αγαπημένους νεκρούς με την τελευταία γουλιά κρασί τα αφέγγαρα βράδυα του καλοκαιριού, η μυρωδιά από το φιδάκι να διώχνει τα κουνούπια από την βεράντα του πατρικού, τα σπασμένα κεραμίδια στην θύελλα που έκοψαν στα δύο την πορτοκαλιά, τα μάτια που γυαλίζουν στο γλέντι επάνω όταν ρωτάς έναν έναν το τραγούδι που θέλει να του βάλεις να χορέψει το δικό του άγνωστο χορό, η μυρωδιά του θυμαριού που μάζεψες από το βουνό, το τριζοβόλημα των ξύλων στο τζάκι, τα σκορπισμένα παντού παιγνίδια, οι ξεχασμένες σημειώσεις πάνω στα βιβλία, η κουρτίνα που ανεμίζει στη Θυσία του Ταρκόφσκι, τα αναίτια γέλια, τα αναίτια κλάμματα, τα μικρά και μεγάλα ταξίδια, οι άνθρωποι που πάνε και έρχονται, οι άνθρωποι που μένουν, τα βλέμματα που αγγίζουν, ο πόθος, το πάθος, η αγωνία, οι θύρες, όλες είσοδοι και έξοδοι, τα παραμύθια για παιδιά που αγνοούν οι μεγάλοι, οι μπόρες του καλοκαιριού που άφησες να σε βρέξουν, τα σιωπηλά ερωτόλογα, το κύμα που επιστρέφει από την προκυμαία για να φιληθεί με αυτό που έρχεται, τα αγγίγματα στο νου και το σώμα, η θάλασσα που έμαθες κολύμπι και κολυμπάς ακόμα.

Κοιτώ τον ουρανό των άλλων πάνωθε μου.
Στρώματα το ένα πάνω στο άλλο, το ένα μέσα στο άλλο.
Κτίσματα αλλόκοτα, αυλές με άγνωστα λουλούδια και μυρωδιές, φεγγάρια πολλά στον ουρανό, νέες αγάπες νέων αγέννητων ακόμα ανθρώπων, τα γέλια και τα κλάμματα απράλλαχτα με τα παλιά, άγνωστες μουσικές, βλέμματα ερωτευμένων, αλέκτορες πανομοιότυποι με τους παλιούς που πάντα θα λαλούν τρεις φορές, όνειρα και πραγματικότητες που ταυτίζονται ή δεν ταυτίζονται, το νερό που κοχλάζει εδώ και ώρα στην κατσαρόλα, οι άνθρωποι που περπατούν στο γυάλινο πάτωμα του αποπάνω ορόφου και δεν σκέπτονται να κοιτάξουν κάτωθέ τους, νέοι πόθοι με μοντέρνα ρούχα, νέα πάθη με τα παλιά τους ρούχα, νέοι θάνατοι και νέες ζωές, ο ίδιος επιθανάτιος ρόγχος, το ίδιο κλάμμα του νεογέννητου, το πλαστικό ποτήρι που θα βάλει τα λουλουδάκια που θα κόψει από τον κήπο το κοριτσάκι, τοίχοι σπιτιών εκεί που τώρα φυτρώνουν άγρια κυκλάμινα, άγνωστα μπαχαρικά, βιβλία που δεν έχουν γραφτεί ακόμα, ποιήματα που θα χαραχτούν στη μνήμη των ανθρώπων, τραγούδια αγέννητα που θα τραγουδήσουν οι παρέες, τραγούδια που θα ψιθυρίσει ο καθένας μόνος του σαν να ντρέπεται, ματιές που δουλεύονται ακόμα στο βλέμμα ψυχών που δεν έγιναν ακόμα σάρκα, άγγελλοι που θα παρατήσουν την αθανασία για την αγάπη μιας ακροβάτισσας.

Κοιτώ πάνω μου τις στιγμές που ίσως έρθουν.
Στρώματα το ένα πάνω στο άλλο, το ένα μέσα στο άλλο.
Η μουριά στην αυλή μεγάλη, οι κόκκινες καρέκλες ξεθωριασμένες, ο σκύλος δεν υπάρχει πια, τα παιδιά κατηφορίζουν το δρόμο με τα ποδήλατα, οι γκρίζοι κρόταφοι του συντρόφου, τα μακρινά ταξίδια, ο έρωτας να βαθαίνει τη ματιά, το γέλιο να ανακατεύεται με τους τριγμούς στο τζάκι, οι καινούριες φωτογραφίες που θα παγώσουν στο χαρτί το μέλλοντα, οι παρατατικοί, η παραλία που έμαθες παιδί να κολυμπάς αλλά τώρα βυθίζεσαι σε άλλη, οι νύχτες με καταρρακτώδη βροχή, οι στιγμές που άδραξες, οι στιγμές που προσπέρασες, η δουλειά που σε συνεπαίρνει, οι μουσικές που θα σε ταξιδέψουν, τα μαλλιά που μακραίνουν, οι σκέψεις που θα σε κατακλύζουν, οι θυμοί, το βλέμμα που θα αγκαλιάζει, το βλέμμα που θα αγκαλιάζεται, η πόρτα που θα βροντήξει, το κλάμμα και το γέλιο που θα ανθίσουν στο στόμα σου, η αγκαλιά που θα κρυφτείς, η αγκαλιά που θα χαρίσεις, οι γιορτές που θα έρθουν, οι κηδείες, το νεκροκρέβατο, η μνήμη που θα απωλέσεις, η μνήμη που θα προσθέσεις, τα χαμόγελα που θα σου χαρίσουν, τα χαμόγελα που θα χαρίσεις, το μαύρο που θα αλλάξεις με τους γύρω σου, το άδηλο της επόμενης στιγμής, το απρόβλεπτο, η βέρα της γιαγιάς σου, κόσμημα ακριβό που ακόμα θα την βλέπεις στο δάχτυλό σου, η στιγμή που θα την φορέσει η κόρη σου. Όταν εσύ θα έχεις φύγει.


Στρώματα, το ένα πάνω στο άλλο, το ένα μέσα στο άλλο.

Κοιτώ το χώμα των άλλων κάτωθε μου.
Κοιτώ το χώμα το δικό κάτωθε μου, τη μνήμη μου.
Κοιτώ τον ουρανό των άλλων πάνωθε μου.
Κοιτώ πάνω μου τις στιγμές που ίσως έρθουν.

Κοιτώ τη στρωματογραφία.

Εδώ λοιπόν η συνέχεια

Εδώ λοιπόν η συνέχεια του Παραμύθια και άλλα τινά... Με προσανατολισμό δηλωμένο στον τίτλο του"νέου" αυτού ιστολογίου. Διόλου πρωτότυπος πλην όμως σαφής ως προς το περιεχόμενό του. Παραμύθια για παιδιά και ενίοτε για μεγάλους. Και μικρά διηγήματα, ιστορίες μικρές.

Τη γραφή δεν τη χρησιμοποιείς, σε χρησιμοποιεί. Για όσο το κάνει ακόμα. Πάντα μπορείς να το κάνεις στο τετράδιό σου. Αλλά το βλέμμα όσων τυχόν ρίξουν μια ματιά, σίγουρα διαμορφώνει προς άπασες κατευθύνσεις. Η έξοδος προς τον άλλο είναι ζωή. Η έξοδος από κάτι που το αφήνεις να πεθαίνει είναι μαρασμός.

Διο και εγένετο το ιστολόγιο ετούτο...