Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Το μακιγιάζ



                                        
Ωραίε που βασίλεψες. Κείτεσαι μπροστά μου πέρα για πέρα νεκρός. Μακιγιάρω το πρόσωπό σου. Με κάθε λεπτομέρεια. Βαρύ μέικ απ. Λεπτή μάσκαρα. Αδιόρατο άι λάινερ. Διακριτικό περίγραμμα χειλιών. Ρουζ σε φυσικές αποχρώσεις. Σου δίνω έκφραση. Σου δίνω βάθος έκφρασης. Σου δίνω βλέμμα κάτω από τα κλειστά σου βλέφαρα. Σου αποτυπώνω στη μορφή το όνειρο που διαλέγω να δεις στο βαθύ σου ύπνο. Σου δίνω πνοή. Αυταπατώμαι προς στιγμήν πως ζεις, τόσο αληθινός φαντάζεις. Σε ορίζω ως ύπαρξη. Παρατηρώ με εμμονή το πρόσωπό σου και παραμονεύω μάταια την παραμικρή του σύσπαση. Μετά, μετά αποστρέφω το βλέμμα από το μακιγιαρισμένο νεκρό σου προσωπείο. Προσπαθώ να ανασυστήσω ακέραια τη μνήμη σου εντός μου. Όταν γελούσες, απελπιζόσουν, θύμωνες. Όταν με κοίταγες, με άγγιζες, όταν άνοιγες τα μάτια το πρωί. Όταν βυθιζόσουν στο τελευταίο φως πριν πέσει η νύχτα. Προσπαθώ να αφουγκραστώ την ανάσα σου, όταν κοιμόσουν και ακουμπούσα το κεφάλι μου στο στέρνο σου. Να νιώσω τη θέρμη των χεριών σου, όταν μέσα τους φώλιαζαν τα δικά μου. Όλα στάχτη, μια ξεθυμασμένη ανάμνηση, ένα απείκασμα τόσο κατώτερο σου, βασιλεμένε μου ωραίε. Ή μήπως ανώτερο; Μη γελάς που σε μακιγιάρω στα μέτρα της οπτικής μου. Μη γελάς που εμμονικά καλλιγραφώ το πρόσωπό σου. Ξέρω. Ξέρω ότι πια δεν είσαι εσύ. Ξέρω ότι τη θέση σου πήρε ένα όμορφο πιθανώς, αλλά άλλο πρόσωπο. Ξέρω ότι εσύ έφυγες για πάντα. Να αποδώσω τιμές στην αλλοιωμένη σου ανάμνηση ή στο νέο σου μακιγιαρισμένο πρόσωπο; Και από τα δύο εξίσου απουσιάζεις.

Διάλεξε τον τρόπο που θα σε προδώσω. Ωραίε.

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Αλήθεια;


Οι οπτικές εκλεπτύνσεις, οι εντάσεις, οι μειώσεις, οι καμπυλώσεις των αρχιτεκτονικών στοιχείων του Παρθενώνα θεωρήθηκαν αναγκαία τεχνάσματα για να προσεγγίσει το μνημείο την τελειότητα. Το τέλειο δεν είναι η αλήθεια, αλλά η αληθοφάνεια.

Τα καζίνο δεν έχουν ποτέ καθρέπτες. Ο εισερχόμενος σε αυτά ενδύεται μια εικόνα γεμάτη αίγλη ενός χολυγουντιανού Τζέιμς Μποντ ή μιας μοιραίας γυναίκας. Αν δει τη μορφή του στον καθρέπτη, αν προσκρούσει στη γυμνή αλήθεια, θα χάσει την ιδεώδη.


Η ποιήτρια Λώρα Τζάκσον αποκήρυξε την ποίηση επειδή οι λέξεις, όταν χρησιμοποιούνταν ποιητικά και αποκτούσαν πια άλλο περιεχόμενο, εγγράφονταν στο λεξικό  με το νέο τους νόημα και γίνονταν κοινές. Άρα ανίκανες να εκφράσουν  την άρρητη ιδεώδη αλήθεια. Γίνονταν απλά αλήθεια. 

 (Και) εσύ λες πως είσαι γενναίος γιατί τολμάς να κοιταχτείς στον καθρέπτη.

Πολύ φοβάμαι όμως  πως ο καθρέπτης σου έχει επίτηδες κρακελαρίσματα, γιατί έτσι μπορείς να φαντάζεσαι το τέλειο αποφεύγοντας την αλήθεια.