Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Μιας μέρας χωρίς ειρμό

-Η μητρότητα δεν είναι μήτρα να κρυφτείς. Νεκρά παιδιά θα γεννήσεις έτσι.

-Μα επιτέλους, τι γλώσσα μιλάω; Τι γλώσσα μιλάς εσύ και δεν σε καταλαβαίνω; Ούτε με καταλαβαίνεις. Ο καθένας μας κι άλλη γλώσσα κι ας ακούγεται ίδια κι απαράλλαχτη. Τι διάολο μαθαίνουμε τους ήχους με τόσο κόπο.

-Είναι αυτή η ανάγκη να νιώσω ότι ζω που με σπρώχνει να γεννάω κάθε μέρα τον εαυτό μου.

-Έφηβος των Αντικυθήρων, τι κρίμα που η ακμαία ομορφιά σου προδίδει ήδη τη θνητότητά σου. Μη λυπάσαι, κάποιος άλλος θα πάρει τη θέση σου. Να μη χαθεί ο Έφηβος.

-Υποχρεωτική πορεία δεξιά ή αριστερά. Ή πάνω ή κάτω. Ίσως πλαγίως αμφιταλαντευόμενα. Πινακίδες με βέλη που επιτάσσουν πορεία. Όλες μαζί όρθιες στοιβαγμένες πλάι στην εθνική οδό με τυχαίες κατευθύνσεις του άσπρου τους βέλους εντός του μπλε αυστηρώς περιγεγραμμένου κύκλου. Οι πεσμένες συνεχίζουν κι αυτές να δείχνουν κάπου.

-Πρώτη φορά βλέπω τη μάνα μου σαν μπαμπούσκα. Κάθε που ανοίγει βγάζει άλλη από μέσα μικρότερη ολόιδια, μα τόσο αλλιώτικη. Παρατάσσονται όλες στη σειρά από την πιο μικρή στην πιο μεγάλη. Έχω πολλές μάνες τώρα. Μπορώ να διαλέξω.

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Χάρης Βλαβιανός, Το ποίημα του Βερμέερ




[...] Γράφω: Μελετώ την ποίησή σου προσπαθώντας να διακρίνω πάνω από ποιο τοπίο ανατέλλει το δικό σου όνειρο. Θυμάμαι την έντονη συζήτησή μας στο Rijksmuseum, στο Άμστερνταμ, μπροστά στην Ερωτική επιστολή του Βερμέερ και συμμερίζομαι σε μεγάλο βαθμό την εμμονή σου να συλλάβεις αυτό που με τόση έμφαση ονομάζεις απολιθωμένο χρόνο της συνείδησης. Όμως για μένα ατομικότητα σημαίνει οξυμένη αίσθηση του τρόπου με τον οποίο ο καθένας μας, μέσα σε μια διαρκή κίνηση, προσπαθεί ν’ αρμολογήσει σκέψεις και συναισθήματα. Και όπως ο Φλαμανδός στην Τέχνη της ζωγραφικής σηκώνει το παραβάν και μας ξεναγεί στο εργαστήριό του, τοποθετώντας μάλιστα τον εαυτό του στη θέση του ζωγράφου (με την πλάτη γυρισμένη στον θεατή είναι η αλήθεια), έτσι και εμείς θα μπορούσαμε να ανοίξουμε το δικό μας εργαστήριο, ώστε να φανεί καθαρότερα η συγκεκριμένη συνθήκη μέσα στην οποία συγκροτούμε, με ρευστές και ασταθείς λέξεις, τη συνείδηση. Ξεκινάμε χωρίς να γνωρίζουμε τι θα συλλέξει ο νους από την αστραφτερή ροή των πραγμάτων — τι άφησαν πίσω τους τα κύματα στο πρώτο φως της ημέρας. Έχει νόημα να προχωρήσουμε πριν παραιτηθούμε από την ομορφιά. Το κόσμημα που κρατάς στα χέρια σου ζητάει να δικαιωθεί τώρα. Κοίταξέ το όσο ακόμη λάμπει».