Τρίτη, 15 Ιουνίου 2010

Η κούνια


Αιωρούμαι στην κούνια.
Εκείνη την παλιά στο εγκαταλελειμμένο πέτρινο σπιτικό πλάι σε περιοδικά και βιβλία εβδομήντα και βάλε ετών. Κάποτε λίκνιζε ένα μωρό. Ένα τρυφερό νανούρισμα ακούγεται. Το ξεκοιλιασμένο μπαούλο δίπλα με τα μισολυωμένα ρούχα κάποτε έκλεινε άρωμα από πράσινο σαπούνι και μωρουδίστικη φρεσκάδα.
Αιωρούμαι στην κούνια ή τραγουδάω το νανούρισμα;
Τα χρώματα στον τοίχο στρώματα. Άσπρο, κόκκινο, γαλάζιο. Διαλέγω το γαλάζιο. Διαλέγω το άσπρο. Διαλέγω το κόκκινο. Αιωρούμαι. Στις θέσεις των ανθρώπων, στα χρώματα, στις κούνιες. Κοιτώ ανάσκελα το ταβάνι, στέρεο τη μια, πιο κοντά πιο μακριά την άλλη. Κάποιο πόδι λικνίζει την κούνια. Το πόδι μου την λικνίζει. Τώρα δε βλέπω το ταβάνι. Βλέπω τη νέα ζωή στο λίκνο. Κύκλοι αέναοι και η θέση να αιωρείται από το ένα στο άλλο.
Από το ένα στο άλλο.

Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2010

Σήμερα άρχισα να διαβάζω τα παραμύθια μου στα παιδιά μου

Σήμερα άρχισα να διαβάζω τα παραμύθια μου στα παιδιά μου. Δεν τους είπα πως είναι δικά μου, ούτε πως τα έγραψα για κείνα όταν ήταν μωρά της αγκαλιάς. Ντράπηκα. Και φοβήθηκα πως μπορεί να μην τους αρέσουν ή να μην τα καταλάβουν κιόλας, έτσι μικρά που είναι.
Πρώτη φορά τα είδα τόσο προσηλωμένα. Δεν πήγαιναν με κανέναν τρόπο να κοιμηθούν. Απαιτούσαν να τελειώσει το παραμύθι, όσο μεγάλο κι αν ήταν. Τα μουτράκια τους αστράφτανε, παρόλο που νυστάζανε. Με συμπληρώνανε, προσθέτανε, ρωτούσανε, φαντάζονταν τη συνέχεια, συνδέανε φράσεις με πίνακες, με στίχους, σηκώνονταν να μιμηθούν τους ήρωες, άνοιγαν διάπλατα τα ματάκια τους.
Έπαψα να φοβάμαι να τους τα διαβάσω.
Θα μάθουν άραγε ποτέ πως με την αθωότητά τους με έκαναν να πιστέψω πως αυτά τα παραμύθια πράγματι ισχύουν και για μένα, πράγματι τα αγαπώ, κι όχι μονάχη, μα μαζί τους;
Αν η ευτυχία έχει χρώμα, τότε είναι κόκκινη σαν τα αναψοκοκκινισμένα μαγουλάκια τους, όταν με ακούγανε.
Αν έχει βλέμμα, τότε έχει το βλέμμα μου την ώρα που έβλεπα να τα συνεπαίρνουν τα παραμύθια μου.
Αν έχει ήχο, τότε ευτυχία είναι οι σιωπές τους όταν βαθειά μέσα τους ένιωθαν κάποιο νόημα του παραμυθιού.
Αν η αλήθεια έχει όνομα, τότε λέγεται παραμύθι. Το παραμύθι που δεχόμαστε να παίξουμε. Και παίζουμε.
Δεν τους είπα, ούτε στο τέλος πως είναι δικά μου τούτα τα παραμύθια. Γιατί είναι δικά τους. Τα κάνανε δικά τους.

Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2010

Μικρά και ακατανόητα

Όταν κοιτάς κατάματα τον ήλιο, τα χρώματα ξεθωριάζουν μέχρι που χάνουν την αξία τους, την υπόστασή τους, όλα γίνονται ένα γαλακτερό άσπρο, θαμπό να σε τυφλώνει, να μην μπορείς να διακρίνεις το διαφορετικό, πες μαύρο καλύτερα που περιέχει όλα τα χρώματα. Τα μάτια μισοκλείνουν να εμποδίσουν το παραπάνω, ανακλαστική κίνηση, επιβίωση το λοιπόν, μα παρ’όλα αυτά διακρίνεις ένα εκτυφλωτικό φως που σε εμποδίζει να δεις.
Έπειτα στρέφεις παρακεί το βλέμμα, στην αρχή βλέπεις μαύρες κηλίδες στο εκκωφαντικό άσπρο που κάνουν κύκλους σαν φράκταλς, η περιοδικότητα του ακανόνιστου. Μπερδεύεσαι και θαρρείς πως είναι βρωμιές στο λευκό σου σεντόνι, έπειτα θαρρείς πως είναι νησιά στη θάλασσα που ναυάγησες, επιτέλους στεριά, φαντάζει τυχαία η κατανομή και η ύπαρξη των σωτήριων νήσων. Και μετά σκέφτεσαι πως και τα φράκταλς αν τα δεις από πολύ κοντά δεν αντιλαμβάνεσαι αμέσως την επαναληπτικότητά τους, σου φαντάζουν εξαιρετικά μοναδικά και περίπλοκα. Και είναι, πλην όμως αυτό δεν αποτρέπει μια πανομοιότυπη επανάληψή τους στο διηνεκές.
Μετά, μετά σκέφτεσαι πως είναι θέμα οπτικής και διεσταλμένης κόρης το τι θα δεις. Μια ανεπαίσθητη κίνηση, λίγο πιο δω, λίγο πιο κει και βλέπεις κάτι τελείως διαφορετικό. Ένα ανακλαστικό πετάρισμα των βλεφάρων και η εικόνα αλλάζει.
Μετά, άλλο μετά αυτό, φαντάζεσαι πως είσαι εσύ η εικόνα, όχι πια το βλέμμα το μετατοπιζόμενο. Σκέφτεσαι πως σε σημαδεύει η διόπτρα νυχτός. Πως είσαι μέσα στο σκόπευτρο. Σταυρός κέντρο. Μπουμ. Ετυμηγορία. Μια περιορισμένη οπτική εξ ανάγκης, όπως εξάλλου ήταν και η δική σου περιορισμένη, και πώς αλλιώς; Ο σκοπευτής αλλάζει λίγο στάση, πιάστηκε, βαρέθηκε στην ίδια θέση, μετατοπίστηκε. Η ακινησία ταιριάζει στους νεκρούς. Οι ζωντανοί κουνιούνται. Μπορεί να ξαναδείς το στόχο σου, κεντράρεις στο σταυρόνημα, μα φυσάει αεράκι ή ένα κουνούπι σε ενοχλεί, αλλάζεις πάλι, νά’τος ο στόχος από άλλη οπτική γωνία ή μπορεί και να μην τον βλέπεις πια στο σκόπευτρό σου. Μπερδεύεσαι, διαβάζεις ποίηση, οι μεγάλοι ποιητές πάντα μπορούν με μαγικό τρόπο να ρίξουν λίγο φως στα όσα ακατανόητα σε τριβελίζουν ή ακούς μουσική ένα ζεστό μεσημέρι εγκλωβισμένος στην κίνηση, στο στεγανό σου κουβούκλιο με το αιρ-κοντίσιον ανοιχτό, τέρμα η ένταση, μα δεν είναι θέμα έντασης, διαπιστώνεις άμεσα, είναι θέμα πολυχρωμίας του συνθέτη, είναι θέμα γκάμας του άρρητου που θα πιάσουν οι νότες. Το βλέμμα σου λυώνει ανεστίαστο επιφανεικά κάπου ανάμεσα σε στίχους και νότες, οι μνήμες δεν εξοστρακίζονται ούτε και έτσι, μα είναι τόσο πολλές, όσες και οι άπειρες οπτικές σου.
Και να σκεφτείς ότι όλοι σχεδόν γύρω σου το ίδιο κάνουν εγκλωβισμένοι στα αυτοκίνητά τους το καλοκαιριάτικο τούτο μεσημέρι με τον ήλιο να ξεθωριάζει τα χρώματα. Χαμογελάς με κατανόηση για τον εαυτό σου και τους άλλους, μια πτήση σε περιμένει καθ΄οδόν για το αεροδρόμιο, δε σε μέλει αν θα την προλάβεις, ξέρεις ότι ένα κλικ παρακεί αλλάζεις οπτική. Κοιτάς πάλι το εκτυφλωτικό άσπρο του μεσημεριάτικου ήλιου που ισοπεδώνει όλα τα χρώματα, όλα. Ξανακοιτάς, εκτός από το κόκκινο. Κόκκινο ήταν το πουκάμισο σου αγάπη μου όταν ζούσες μέσα μου.