Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Ήταν ένα μικρό χαρτάκι

Η πορτοκαλιά ψήλωσε, σκέπασε τη σκεπή, γεμίσαν τα ματοτσίναρα των περαστικών πορτοκαλανθούς. Το πρώτο δοντάκι του παιδιού που άλλαξε σκάλωσε στην τρύπια στέγη και έκλεισε το χάσμα, θέριεψε και έγινε κεραμίδι. Μια λέξη, μια λέξη ανεμίζει, ο ανεμοδείχτης με το καραβάκι στην κορφή, πάντα αυτήν φυσάει κατά τη ματιά μας. Μα ποια είναι, ρωτούν τα νυχτοπούλια, πιάστε με απαντά η λέξη, εγώ θα σε ψηλαφίσω απαντά ο γλάρος των μικρών απείρων, δική μου είναι τον χλευάζει η Αλίκη τεράστια μέσα στο σπίτι με τον ψηλό λαιμό κύκνου να βγαίνει από την καμινάδα. Κόβει μονάχη το κεφάλι της, δε χρειάστηκε η Ντάμα Κούπα, φυτρώνουν άλλα δέκα, μίσχοι λουλουδιών σε ανθοδοχείο με πορτοπαράθυρα και κουρτινάκια να ανεμίζουν στο φύσημα του γλάρου. Κι όμως εγώ την ξέρω την λέξη, σφυράνε τα λουλούδια με τον κυκνίσιο μίσχο, δέκα Αλίκες χαμογελούν ολάνθιστες και τερατώδεις, στεφανωμένες με άνθη πορτοκαλιάς. Μοσχοβολάει ο τόπος, τι μου θυμίζει, τι μου θυμίζει, μα είναι ανάγκη όλα να κουβαλούν πάνω τους θύμησες; Βαρέθηκα τα βαριά αρώματα της μνήμης, τις αλυσίδες θε να σπάσω, δεν είμαι η Αλίκη, είμαι ο κανείς, λευκό χαρτί που στροβιλίζεται στον αέρα. Ήταν ένα μικρό χαρτάκι, που ήταν α,α αταξίδευτο. Λεύτερο. Όσο και άδειο. Γντουπ, πέφτω κάτω, ούτε με τις βαριές μνήμες πετάς, ούτε με την αλαφράδα της αμνησίας. Ψήλωσε κι άλλο η πορτοκαλιά, το σπίτι σκαρφάλωσε πάνω της, μια λίμνη κάτωθε με νούφαρα τους πορτοκαλανθούς, έγια μόλα έγια λέσα, για πού τραβάς καραβάκι μου χάρτινο, για το χάρτινο φεγγάρι. Για τα χάρτινα ανθρωπάκια στη σειρά που βαστιούνται χέρι-χέρι, γιρλάντα στην τάξη του σχολείου, μ’αρέσουν τα παραμύθια τα χάρτινα, χάρτινη κι εγώ. Παίρνω μπογιές και χρωματίζω τα χάρτινα πανομοιότυπα ανθρωπάκια μου, άλλο κόκκινο, άλλο μπλέ, άλλο διάφανο, να περνώ από μέσα του να μη σταματώ σε κανένα τείχος από χρώμα. Μια λέξη σου, μια λέξη σου ανεμίζει ο ανεμοδείχτης, πάντα αυτήν σφυράνε οι αγέρηδες, μα δεν την ξέρω. Αν ψηλώσει κι άλλο η πορτοκαλιά, αν ξεπεράσει τα σύννεφα, θα την μάθω; Για μια λέξη σου μόνο, για αυτήν να ψηλώσω. Καίω στο τζάκι τα χάρτινα ανθρωπάκια, τρεμοπαίζουν νυχτολούλουδα από φωτιά, περιμένω μέχρι να σκαλίσω τις στάχτες, λάμψη καμιά, σκιά καμιά, τα πορτοκάλια άγουρα καταπράσινα, χάνονται ανάμεσα στα φύλλα, θα τα περιμένω να ωριμάσουν, να αστράψει το δέντρο πορτοκαλιές φλόγες, να τις γευτώ κατάσαρκα. Το σπίτι στρωμένο πορτοκαλανθούς παντού, δεν πρέπει να ψηλώσω, να γονατίσω μου πρέπει να τους μαζέψω στην ποδιά μου. Κοιτώ το καραβάκι του ανεμοδείχτη. Πορτοκαλανθούς φυσάει κατά τη ματιά μου. Πορτοκαλανθούς.

3 σχόλια:

sstamoul είπε...

Μου αρέσει... Πολύ μου αρέσει!

Κλεοπάτρα και Μινγκ είπε...

Eτοιμαζόμουν να το σβύσω. Αφού σου άρεσε, ας μείνει λοιπόν. Την καλημέρα μου!

sstamoul είπε...

Να το σβήσεις; Είναι από τα καλύτερά σου!