Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

Χρησμοί

«Κανείς δε γυρίζει πίσω. Ακόμα κι αν φύγει. Κολλάει εδώ. Μέχρι το τέλος. Παρέα με την ψευδαίσθηση ότι δεν υπάρχει τέλος. Κι αυτό ακόμα λίγο δεν είναι. Λίγο είναι να μην πας. Από φόβο ότι δεν θα τα καταφέρεις».
Έτσι του είπε και χάθηκε. Απόμεινε άλαλος να συλλογιέται το κακό συναπάντημα, αν ήταν στον ύπνο του ή στον ξύπνιο του, και αργότερα αν ήταν όταν καθάριζε κρεμμύδια ή στίλβωνε τα ασημικά. Και πιο μετά αν ήταν στην αρχή του βραδυνού κατουρήματος ή στο τέλος. Μέχρι που αποφάσισε ότι όνειρο ήταν κι όχι συναπάντημα. Με τον εαυτό του.


«Δεν μπορείς να τον περιμένεις. Ακόμα κι αν το κάνεις, δε θα τον βρείς. Ακόμα κι αν μείνετε ίδιοι κι εσύ και αυτός, το εδώ, το εδώ που τον περιμένεις θα έχει γίνει αλλού. Και δε θα τον γνωρίσεις, ούτε θα σε γνωρίσει».
Άκουγε και έβλεπε τον εαυτό του ακίνητο σε κυλιόμενο διάδρομο με όλα γύρω να κυλίονται, να περνούν άνθρωποι με αντίθετη κατεύθυνση, σπίτια, δέντρα, αστέρια, σπασμένα παιδικά παιγνίδια, ξέπνοες λέξεις χρησμών, παιδικές σάκες, κουρτίνες που ανεμίζουν. Πέρασε δίπλα του μαζί με όλα τ’΄αλλα, μα δεν τον γνώρισε. Ούτε αυτός εκείνον.


«Να πέσεις. Προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Ο πόνος ίδιος. Η διαφορά μικρή. Αρκεί να πέσεις».
Ακροβατούσε σε τεντωμένο σχοινί και τό’λεγε σαν προσευχή ξανά και ξανά. Προσευχόταν να πέσει μα δεν έπεφτε. Ήταν καλός σχοινοβάτης. Ισορροπούσε τέλεια στη μετριότητα του οριζόντιου σχοινιού.


«Ο συγγραφέας γράφει επειδή βασανίζεται. Αν πάψει να βασανίζεται, θα πάψει να γράφει. Όταν εύχεται την ευτυχία, είναι σαν να πετά τη δημιουργία. Όταν εύχεται τη δυστυχία, δεν είναι συγγραφέας».
Άκουγε έναν αντίλαλο μακρινό την ώρα που στο μπακάλικο αγόραζε λίγη δυστυχία για να γράψει το καινούριο του μπεστ σέλερ. Δεν έδωσε σημασία όταν κάποιος του ζήτησε μισό κιλό φέτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: