Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

Μέσα στο δάσος περιπατούσε

           Μέσα στο δάσος περιπατούσε, όταν ο λύκος ήταν εδώ. Κρατούσε για το ταξίδι ένα καλάθι πολυκαιρισμένα όνειρα με λίγη ελπίδα μαϊντανό και ψευδαισθήσεις μαριναρισμένες με ουτοπία. Αρκετά ήταν αυτά. Κοιτάχτηκε στα ακίνητα νερά ενός βάλτου, μανδύας γκρίζας κολλώδους θλίψης, σπαθί για τις  παρήγορες κοκορομαχίες, έτσι ένιωθε δυνατός, α, αυτό ποτέ δεν το αποχωριζόταν, κράνος ενισχυμένο εσωτερικά με άποψη. Ξανακοιτάχτηκε, πού πήγε η αύρα μου, διορθώνει το χαμόγελο, α, να’ τη, η ζωτικότητα, ζώο, ένστικτο επιβίωσης, ανάσανε με ανακούφιση.
            Ξεκινά πάνοπλος, επιταχύνει, τρέχει, τρέχει τρέχει, έτρεξε τόσο που τεντώθηκαν και σπάσανε τα γράμματα της λέξης, τα έβλεπε να αιωρούνται σκόρπια ανάμεσα στα λαχανιάσματα, τ, ρ, ε, χ, ω, έχασε η πράξη το νόημά της  κραύγασε τρομαγμένος, σταματά πάντα λαχανιασμένος, κοιτά τα πόδια του, επιβεβαιώνει αυτό που από την αρχή υποψιαζόταν. Πόντο δεν είχε μετακινηθεί, δρόμος εν στάσει, νέο αγώνισμα, κερδίζει όποιος χάσει, όποιος μετακινηθεί  έστω  και  λίγο, ναι, αλλά προς τα πού, σκέφτεται για λίγο, στρέφει το κεφάλι αριστερά. Πτώματα πολιτικών οραμάτων στοιβαγμένα στη γωνία, μεγαλόστομες υποσχέσεις, φωτό  του μέλλοντος ρετουσαρισμένες, ατμοί οργής που ποτέ δεν παύει να κοχλάζει στην κατσαρόλα, φεύγουν και χάνονται και γίνονται συννεφάκια σε μηνύματα Ινδιάνων «Ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά» στέλνει η μια βουνοκορφή, «Μπουμ» απαντά η άλλη. Κοιτά δεξιά, βίτσες, καπνογόνα όργανα διασαλεύουν την τάξη, πότε πέρασε ο καιρός που πήγαινα στην πρώτη τάξη, μολύβια στη σειρά στην κασετίνα, στη θέση του το καθένα απαρεγκλίτως, εν-δυο βήμα στρωτό, η γεωμετρία γεωμετρεί  τη ζωή μου, δυο οριζόντιες πήχες χώμα της αναλογούν, γίναν μία, περικοπές, ωραία,  χαμογελά ειρωνικά, θα ξαναπάρω την εμβρυακή στάση, μα δεν είμαι έμβρυο, γεννήθηκα, το ξεχάσατε, ουρλιάζει ακόμα λαχανιασμένος. Πέφτουν οι ώμοι, βγάζει λίγο ελπιδοφόρο μαϊντανό από τα εφόδια. Παύση. Παύση. Και ξανά παύση. Και τώρα τι μένει, επέκτεινε τον κόσμο σου, άνοιξε τους ορίζοντές σου αναμασά το μαϊντανό, ψάξε άλλους δρόμους. Στρέφει το κεφάλι προς τα κάτω, μαύρα, κίτρινα, άσπρα πράσινα μυρμηγκάκια  παλεύουν γύρω από ένα ψίχουλο, δύσκολο πράγμα η αξιοπρέπεια στην ψάθα, ξεπούλημα, πάρε κόσμε, θυμούνται καμιά φορά τα μακριά δάχτυλα της μητέρας  που κεντούσαν ηλιαχτίδες και κλαίνε, πάρε κόσμε, τα κεντήματά της δεν υπάρχουν πια. Κοιτά προς τα πάνω, γραβάτες άψογα δεμένες με ύφος σοβαρό βγάζουν φούσκες, πλιπ, πλοπ, σκάνε πριν φτάσουν στα αυτιά του, και πώς άλλωστε  να αψηφήσουν τη βαρύτητα και να κατέλθουν, η βαρύτητα υπάρχει μόνον για κείνον. Θεοί αγνώστου πατρός θρονιασμένοι αναπαυτικά τρώνε μονάχοι τους τούς άρτους τους επιούσιους  παίζοντας μπάλα και ψέλνοντας με τα παράφωνα βυζιά τους. Μπούχτισε,  έκλεισε το βλέμμα του. Τρώει από αμηχανία και σιωπές όλα τα εφόδια, άδειασε το καλάθι, πού να κοιτάξω, γυρνά γύρω-γύρω το κεφάλι  σβούρα, ξανά και ξανά το φτηνιάρικο θρίλερ. Πιάνει με τα χέρια το κεφάλι του, ξένο σώμα, το σταματά. Κοιτά μέσα του. Ζούγκλα τα παράσιτα από τις εικόνες του έξω, παίρνει δρεπάνι τις ξεπαστρεύει μία-μία και αυτές και άλλα ζιζάνια που ευδοκιμούν εντός, μα πού κρύβεται το πολύτιμο λουλούδι  μονολογεί και νιώθει το χέρι του βαρύ από τον κάματο,  ξεπάστρεψέ τα όλα μέχρι να σε χτυπήσει στα ρουθούνια η ευωδία, μα υπάρχει στ’ αλήθεια ο ανθός μου, δεν μπορεί, τι στηρίζει το σώμα που κουμαντάρω, το χέρι του δε λύγιζε πια, πού είναι επιτέλους το πολύτιμο λουλούδι, πού; 
             Μέσα στο δάσος περιπατούσε, όταν ο εαυτός του ήταν εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: