Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Μίλαγες πατέρα

Μίλαγες πατέρα, μίλαγες κι εγώ σε άκουγα σε έβλεπα δε σε χόρταινα, παρακάλαγα να μην τελειώσει το απομεσήμερο, αργά, πολύ αργά, η τελετή του νιπτήρος είχε συντελεστεί προ πολλού, τριάντα χρόνια πάνε, όμως τώρα είσαι εδώ κάτω από την πέργολα του δικού μου σπιτιού, όλα δικά μου ένα γύρω, τα παιδιά μου τα σκυλιά μου τα γατιά μου, οι σκέψεις μου, η ζωή μου, όλα δικά μου τα κατάκτησα πολεμώντας βήμα το βήμα κραυγή την κραυγή, όλα δικά μου. Εκτός από σένα.
Μίλαγες με το τσιγάρο να κρέμεται από τo στόμα  άναφτο όλη την ώρα, σε είχε καταπιεί το παρελθόν σου, ιστορίες για τα θαυμαστά που είδες, που έζησες, για τον καϊκτζή που του κόλλησες το κυνηγετικό στον κρόταφο να περάσει με μπουρίνι απέναντι τον φαρμακωμένο από την οχιά, ή όλοι ή κανείς κρoτάλιζες, για το φούρνο της γειτόνισσας που κρύφτηκες πιτσιρικάς  δυο μέρες μη  σε βρουν οι φρίτσηδες που σου΄δωσαν να πιάσεις το όπλο τους και συ πυροβόλησες το άλογό τους, όλες διαλεχτές, ηρωικές, τις άλλες σε ευχαριστώ τώρα πια που τις ξέχασες.
Μίλαγες κι εγώ με έβλεπα μικρό παιδί δίπλα σου να πετάμε μαζί χαρταετό, εγώ πάντα μικρό παιδί, εσύ μεγάλωνες, πάλι δίπλα σου να σε κοιτώ να λες ή όλοι ή κανείς, εσύ τώρα γέρος, εγώ ακόμα μικρό παιδί, κάθεσαι επιτέλους στ’ αλήθεια δίπλα μου, σε ακούω να μιλάς, να μιλάς για μια ζωή που πέρασε κι εγώ δεν ήμουν μαζί σου.
 Ή όλοι ή κανείς.
Δεν με πήρες ούτε μια φορά μαζί σου. Κι εγώ σε παρακάλαγα κι εσύ έφευγες μόνος.
Μίλαγες πατέρα, μίλαγες κι εγώ έβλεπα επιτέλους να ξεδιπλώνονται μπροστά μου όλα αυτά που δεν ζήσαμε μαζί, μια πλάτη πάντα έβλεπα με σβυστό τον ήχο να με οδηγεί στο σχολείο, να τρώει στο τραπέζι, να πίνει τον απογευματινό καφέ. Μια πλάτη, ούτε μάτια, ούτε στόμα, την μορφή σου μόλις έστρεφες το κεφάλι την ξέχναγα.
Μίλαγες πατέρα κι εγώ έκλεινα τα μάτια και ανακάλυπτα μέσα μου την μορφή σου, επιτέλους τη θυμήθηκα, τη θυμάμαι, κι όσο πιο πολύ μιλάς τόσο ζωντανεύουν τα χρώματά της, μίλα πατέρα, μίλα όσο μπορείς. Δε θέλω να ξαναφύγει η μορφή σου από μέσα μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: