Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

"Πότε το κλάμα θα είναι πιο δυνατό για το παρόν τους;"

«Και πότε οι άνθρωποι δε θα προσμετρώνται ως απώλειες;
Πότε η παρουσία τους θα είναι εν τέλει πιο δυνατή από την απουσία τους;
Πότε το κλάμα θα είναι πιο δυνατό για το παρόν τους;»

Κυριακή μεσημέρι, άνοιξη με καλοκαιρινές μυρωδιές, η τριανταφυλλιά βαρυφορτωμένη να κρέμονται τα ρόδα της στην κρεβατίνα, πράσινα κυματάκια να σχηματίζουν τη θάλασσα στο βάθος των ματιών, οι δάφνες θεριεμένες και ακλάδευτες, η μουριά επιτέλους μέστωσε και χύνει τη σκιά της στο χώμα, τα σπασμένα κεραμίδια δεν χάσκουν πια, αλλάχτηκαν, το γατί μεγάλωσε, δεν σκουνταφλάει στα αγριόχορτα της αυλής, ο σκύλος γέρασε, δεν βλέπει πια καθόλου, πηγαίνει ψάχνοντας, μα παίζει σαν κουτάβι, τα κάρβουνα καταγής περιμένουνε τη σχάρα, τα παιδικά ποδηλατάκια φρενιάζουν στις αυτοσχέδιες ράμπες, τα κοντομάνικα, τα πρόσωπα αναψοκοκκινισμένα, το κρασί κόκκινο, η τσίκνα ανακατεμένη με γέλια και τη μυρωδιά του καταβρεγμένου πεύκου, το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου ανοιχτό να φέρνει στη θύμηση τα κυριακάτικα μεσημέρια από τα μικράτα μας με τη φωνή του σπήκερ να παίζει μπάλα, τώρα δα ακούγεται ο Κεμάλ, τα πιτσιρίκια αφουγκράζονται και καβαλάνε τα σκουπόξυλα, περήφανα αραβικά άτια. Κάποιο φωνακλάδικο γλέντι κατηφορίζει την πλαγιά, χαμόγελα κατανόησης για τη φωναχτή του χαρά και η θάλασσα πράσινη όσο ποτέ.


Κοίτα, μου λες κατάματα χωρίς άλλη κουβέντα.

(Τώρα,
 που το ξέρουμε πως ζούμε το υλικό της μνήμης μας.
 Κοίτα, το παρόν
που συνειδητοποιεί εν τη τελέσει του
πως  θα μείνει ζωντανό στη μνήμη μας με κάθε λεπτομέρεια.
Κοίτα το παρόν
που θα ζωντανεύει μέσα μας όποτε το καλέσουμε
ή πιότερο όταν δεν το καλέσουμε,
αναλλοίωτο,
το παρόν που έμαθε να πετρώνει ).

Λέξεις δεν ειπώθηκαν, γιατί θα ήταν λίγες. Μα σε κατάλαβα, σε κατάλαβα, γιατί ήμουν εκεί και έβλεπα μαζί σου τον μυστικό μας θησαυρό. Άκουγα και έλεγα μαζί σου το συνένοχο «κοίτα» των κυνηγών του θησαυρού που έκθαμβοι τον ανακαλύπτουν γδαρμένοι και ματωμένοι μετά από πολλές περιπέτειες, με κόπο.

Σηκώνομαι και χύνω λίγο από το κρασί μου στο χώμα, σπονδή για τους συντρόφους που χάθηκαν καθ’οδόν στο κυνήγι του θησαυρού.

Σηκώνομαι και χύνω στο χώμα δάκρυα, που ανακάλυψα πότε το κλάμα γίνεται πιο δυνατό για το παρόν. Σου.

Δε με ρώτησες γιατί έκλαιγα. Ήξερες.


Για τη Μύρτιδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: