Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Το θεριό

Η γοργόνα της Μονής Σκαφιδιάς

Τα φοβόταν ο Γιάννης τα θεριά. Από μικρό παιδί. Άκουγε δίπλα στη χόβολη ιστορίες από τη γιαγιά του για δράκους που καταπίνανε ανθρώπους μαζί με τις ψυχές τους και φτύνανε και τα κόκκαλα, για καλικάντζαρους που σκούζανε για το μερί του γουρουνιού και μαγαρίζανε τα πάντα, για ξωθιές που κάτι αφέγγαρες νύχτες αρπάζανε τη φωνή του διαβατάρη που τον πήρε το βράδυ και δεν πρόκανε να φτάσει σπίτι του, παρά αργά, πολύ αργά, άλαλος. Και έτσι όπως τρεμόπαιζαν στο τζάκι οι φλόγες, έτσι τρεμόπαιζαν και οι σκιές, μα εκείνος σκιές δεν έβλεπε, μόνο δράκοντες χωρίς τη σκιά τους που ξεμυτίζανε από θεόρατα κάστρα και γελούσαν τόσο άγρια μέχρι που σβύνανε τ’αστέρια και αερικά που ήτανε άπιαστα, μα σε αρπάζανε δουλικό τους με το στανιό, άμα τα συναπαντούσες και γλυκόλαλες λάμιες, που σου ξεσκίζανε τις σάρκες πάνω που υπόσχονταν όμορφα νανουρίσματα. Η φωνή της μπάμπως του τρεμόπαιζε κι αυτή σιμά στις σκιές και τις έκανε ζωντανές, πιο ζωντανές, θαρρούσε πως θα ξεκολλήσουν από τον ασβεστωμένο τοίχο όλα τούτα τα θεριά και θα του χιμήξουν.

Το φυλλοκάρδι του τρεμόπαιζε κι αυτό και πα στην ταραχή του έβλεπε κι άλλα θεριά στις σκιές, που δεν τά΄λεγε η μπάμπω, δικά του. Κάτι γοργόνες με φτερά που σηκώνανε αέρηδες φοβερούς τέτοιους που παίρνανε μακριά τη θάλασσα και γκρεμοτσακίζονταν τα καράβια στους άπατους στεγνούς βυθούς. Κάτι λιοντάρια με κεφαλή γυναίκας μακρυμαλλούσας, με μάτια φιδίσια που άμα πιάνανε το βλέμμα σου σε κάνανε άγαλμα ασπρουδερό, πιο ασπρουδερό και από τα πολυκαιρισμένα κόκκαλα. Κάτι νεράιδες ψηλόλιγνες πολύ σα κυπαρίσσια που αντί να θροϊζουνε χορεύανε κάθε που φύσαγε το αγέρι, μα τα πόδια τους ήταν ρίζες και άμα έκανες πως σίμωνες, ρίζωνες και συ παραδίπλα στο δάσος με τα μαύρα κυπαρίσσια, να ψηλώνεις να ψηλώνεις μα τα αστέρια να μη τα φτάνεις καταπώς έπρεπε για να λυθούν τα μάγια.

Η μπάμπω του όμως έλεγε και για ήρωες. Κάτι παλικάρια που δε φοβόντουσαν και ορμούσαν με τα σπαθιά τους και το μυαλό τους και μακέλευαν τα τρομερά θεριά που ποτέ δε νικούσαν. Κάτι παλικάρια που αστράφτανε στον ήλιο, κάτι Γιάννηδες λεβέντες-άλλοι Γιάννηδες αυτοί, σκεφτόταν κουκουλωμένος στο τρεμάμενο φυλλοκάρδι του-, κάτι σιδεροφάδες, κάτι κοπελούδες σαν την κυρά-Βδοκιά τη βυζαντινή αρχόντισσα που είχε σκοτώσει μονάχη ούτε ένα ούτε δυο, μα σαράντα δράκους φορώντας τα μαύρα της τα ρούχα και κουβαλώντας μαζί τα χρυσά για τη χαρά. Εκείνος όμως συνέχιζε να φοβάται τις σκιές ακόμα και όταν τέλειωναν τα παραμύθια. Κουκουλωνόταν κάτω από τη βαρειά φλοκάτη και μονάχα τότε θαρρούσε πως σωζόταν και σύχαζε λιγάκι και ηρεμούσε η ανάσα του. Μα το κορμί του μια κουβάρα έμενε μέχρι που χάραζε ο ήλιος και δεν έκαναν πια σκιές οι φλόγες στους τοίχους και τα ταβάνια.

Έπειτα μεγάλωσε. Πήγε σχολειό και εκεί του λέγανε άλλα παραμύθια για κάποιον Αχιλλέα που δεν ήξερε μαθές τι θα πει φόβος, για κάποιον Οδυσσέα που δε φοβήθηκε τον Κύκλωπα μηδέ την Κίρκη, μηδέ εκατόν τόσους μνηστήρες ή την Πηνελόπη την ίδια. Για κάποιον Ερωτόκριτο που δε φοβήθηκε μήτε την Αρετούσα τη βασιλοπούλα μήτε τον Κυπρίδημο το γενναίο βασιλόπουλο, ούτε και άλλον κανένα. Και ιστορίες για κάποιον Λεωνίδα που δε νοιάστηκε για τα μιλιούνια τους οχτρούς που πέφτανε απάνω του, μονάχα τη μάνα του φοβόταν, που του άφησε ευκή και κατάρα μην τύχει και φοβηθεί μπροστά στον εχτρό και λακίσει. Και άλλους πολλούς. Παλαιολόγους και Κολοκοτρώνηδες και Αθανάσιους Διάκους που μήτε ωχ δε βγάλανε, ακόμα και γυναίκες Μπουμπουλίνες. Μα εκείνος συνέχισε να φοβάται και να χαμηλώνει το βλέμμα μπας και τύχει να δει τίποτε σκιές να τρεμοπαίζουν στους τοίχους του σχολειού πάνω από την εικόνα της Παναγιάς.

Έπειτα μεγάλωσε κι άλλο. Έβαλε κουστούμι, η μπάμπω είχε πεθαίνει από καιρό, στο σπίτι του είχε καλοριφέρ, το άλλο σπίτι στο χωριό είχε μισογκρεμιστεί, το ξυπνητήρι χτύπαγε κάθε μέρα πλην Σαββατοκύριακου στις επτά το πρωί, διάβαζε ανελλιπώς τα μπεστ σέλλερς, είχε φίλους που πήγαινε μαζί τους σινεμά και σε κανένα μπαράκι, είχε εργοδότη με γραβάτα, ένα ωραίο αυτοκίνητο και ένα λάπτοπ που κουβαλούσε πάντα μαζί του, έπαιζε τέννις και άκουγε καλή μουσική, πότιζε και κούρευε ανελλιπώς τα δυο τετραγωνικά γκαζόν, ξεπάτωσε τη μουριά που γέμιζε την αυλή μούρα, έκανε μεγάλα μακροβούτια στην πισίνα. Μα τα βράδυα, όταν έπεφτε να κοιμηθεί πάντα μαζευόταν κουβάρι κάτω από το πάπλωμα να μη βλέπει να τρεμοπαίζουνε οι σκιές από τις φλόγες στους τοίχους, η φωνή της μπάμπως του και τα φυλλοκάρδια του.

Έπειτα μεγάλωνε κι όλο μεγάλωνε κι όσο μεγάλωνε τόσο ξεθάρρευε και έβγαζε το κεφάλι λιγάκι έξω από τα κλινοσκεπάσματα να κρυφοκοιτάξει μπας και περάσουν τίποτε σκιές από στοιχειά στους αντικρινούς τοίχους. Μα σκιές δεν έβλεπε πια μήτε και στοιχειά και έπαιρνε θάρρος ίσαμε να ξημερώσει, τότε που ζωνόταν το ξύλινο σπαθάκι του και έκανε στο φως της μέρας πως σκοτώνει μεμιάς δράκοντες εκατό. Παιδί ζωνόταν το σπαθάκι και κάρφωνε τον αέρα της μέρας ατρόμητος, γιατί τό’ξερε πως τότε το μπορούσε, κι ας ντρεπόταν καμιά φορά μην τον πάρουν χαμπάρι τα άλλα παιδιά και τον περιγελάσουν, ε Γιάννη, τη νύχτα να σε δούμε βρε, τη νύχτα τη μαύρη κι άραχνη να τα βάζεις με τα στοιχειά.

Τώρα που παραμεγάλωσε πάλι σπαθάκι ξύλινο ζωνότανε τη μέρα να παριστάνει το νταή, άλλο σπαθάκι ετούτο, που έκανε πέρα μεμιάς ό,τι χαρχάλευε μέσα του τις νύχτες, όλες του τις αδυναμίες, όλα τα όχι που είχε πει από φόβο για την πλήξη, για τη μισή αλήθεια μέσα του-πες ψέμα καλύτερα-, για το ξεβόλεμα από την εικόνα που είχε χτίσει νύχτα τη νύχτα τόσα χρόνια, θεριό το θεριό. Όλα τα ναι που είχε πει πάλι από φόβο ότι θα χάσει τα παράσημα του γενναίου πολεμιστή, του ερωτύλου, του πολιτικοποιημένου, του δουλευταρά, του κονομημένου, του αποκαταστημένου, του ψαγμένου. Πες πες τό΄χαψε το παραμύθι του πως θεριά δεν υπάρχουν, πάει νενίκηκα σκεφτόταν, θα τεντώσω το κορμί μου και θα βγάλω το κεφάλι έξω από το πάπλωμα. Στοιχειά δεν υπάρχουν πια, τα νίκησα μονάχος, νύχτα δε με φοβίζεις κι η μπάμπω πού’λεγε τα παραμύθια δε ζει, κι εγώ έγινα ο Γιάννος, το αντρειωμένο παλικάρι. Τό’πε και τό’κανε. Ξεμύτισε με θάρρητα από τα πολλά του λόγια και στήλωσε τα μάτια στον απέναντι τοίχο, άσπρος κάτασπρος σαν το μπερντέ του Καραγκιόζη, μα παράσταση καμμιά. Το λοιπόν τα ξέκανα τα θεριά, σκέφτηκε και πήρε να γλεντάει μοναχός.

Μοναχός ήταν κι όταν τον είδε. Το δράκοντα τον πελώριο, πιο μεγάλο δεν είχε ματαδεί, με μάτια κόκκινα από την ξαγρύπνια, σερνάμενο πίσω από το μπερντέ, γίγαντα σωστό που χιμούσε να τον φάει με τα δόντια ξέσκεπα και τα νύχια γαμψά και γένια μέχρι τη μεγάλη του κοιλιά γιομάτα ξερά φύλλα και χαλίκια και μαλλιά άγρια και μπλεγμένα και μακριά μέχρι την πλάτη τη γυμνή και ρουθούνια που παίζανε από θυμό και πείνα. Τον είδε τον εαυτό του καθαρά, πιο καθαρά δε γινόταν. Το μεγαλύτερο απ’όλα τα θεριά του. Πού’σαι μπάαααμπω μου να  μου πεις για τα στοιχειά σου τα άκακα... Απόκριση καμιά. Η μπάμπω δε ζούσε πια και τζάκι στο σπίτι του δεν υπήρχε να κάνει τις σκιές από τα παραμύθια της να τρεμοπαίξουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: