Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

Λαγονήσι, Σάββατο 29 Μαϊου 2010

Γυρνάω σπίτι μετά από από λίγα ποτήρια κρασί, ώρες που κάνουν τους ανθρώπους να βλέπουν πιότερο τα κοινά παρά τις διαφορές. Ώρες όμορφες, ζέστες καλοκαιριάτικες στα τέλη του Μαϊου, το φεγγάρι λίγο λείπει να μοιάζει με πανσέληνο, το αεράκι να φέρνει τα τελευταία ανοιξιάτικα αρώματα, τα μωρά κοιμούνται γαλήνια, κάτι όμορφο ανθίζει στα μάτια και στα χείλη, πάνω που ένας κόμπος το φέρνει στην άκρη του βλέμματος...πάνω στην τόσο πολύτιμη αυτή στιγμή, ο διόλου πια αστάθμητος παράγοντας, το σύνηθες που δε συνηθίζεται, οι γείτονες που εμμένουν κάθε σαββατόβραδο να προσηλυτίζουν στη μουσική τους παιδεία κάθε άλλον που τυγχάνει να ζει στα δύο χιλιόμετρα ακτινωτά, δε θέλω, δε θέλω να ακούω σκυλάδικα μέχρι τις πέντε το πρωί, ούτε τη λάιτ εκδοχή του ζεϊμπέκικου της Ευδοκίας στη διαπασών, άλλα εννοούσε ρε γaμώτο ο Δαμιανός, όχι αυτό, εκείνο είναι που πιότερο με ενοχλεί, παρά ο θόρυβος που θέλοντας και μη εισβάλλει στο μυαλό και δεν αφήνει χιλιοστό σκέψης να ανθίσει, ΔΕ θέλω να με σύρετε με το ζόρι στα τραγούδια σας, και τη μόνιμη ανά δεκάλεπτο άθλια διασκευή της καϋμένης της Ευδοκίας, της κακοχωνεμένης μαγγιάς του σύγχρονου γλεντιού, ΔΕ θέλω να με αναγκάζετε να ακούω όλη νύχτα πιάτα να σπάνε, εγώ, εγώ γύρισα σπίτι μου με τα μάτια καρφωμένα στο φεγγάρι και ήσυχα αθόρυβα και μυστικιστικά σχεδόν χάιδεψα τα γράμματα στο βιβλίο με τα ποιήματα του Σεφέρη, Raven, σελίδα 143, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρεία, και ο κόμπος στο λαιμό πάνω στον όμορφο στίχο να γίνεται στάχτη, θρύψαλα στα ουρλιαχτά και στα ψεύτικα ώπα του σαββατόβραδου που διαδηλώνει το δικαίωμά του στο νταβαντούρι, θέλω πίσω τις παιδικές ερημιές μου, το σεβασμό προς τον άλλο, προς τη γη, οι ίδιοι που τίγκαραν με μπετό κάθε χιλιοστό χώματος, οι ίδιοι τιγκάρουν με θόρυβο κάθε σπιθαμή αέρα, δεν μπορώ να στρέψω πουθενά το βλέμμα πια χωρίς να αντικρύσω μεγαθήρια από τσιμέντο, δεν μπορώ να στρέψω πουθενά τα ώτα πια χωρίς να μου τριβελίσει το μυαλό το χιτάκι της εποχής, ώρα να του δίνω, μετανάστευση για τόπους που ο άνθρωπος σέβεται τη γη που πατά και τους συνανθρώπους του, να πάω πού, άλλη μια ουτοπία στα σκαριά, ένα ανύπαρκτο ειδυλλιακό τοπίο, δεν πάω πουθενά, εδώ γεννήθηκα, εδώ πρέπει να παλέψω, λίγι χώρο αφήστε οι επήλυδες και για τους άλλους να χωρέσουμε όλοι. Γιατί τόση επίδειξη, γιατί πρέπει να επιβάλλετε το φωνακλάδικο μοντέλο σας και σε όλους τους άλλους, γιατί πρέπει με το στανιό να με σύρετε στην αισθητική σας, γιατί πρέπει μία η ώρα το βράδυ να βάλετε τόσο δυνατά τα τραγούδια σας που να μου τρυπάνε τη σκέψη, να κάνουν κομμάτια το Raven του Σεφέρη που τόσο πολύ ήθελα να διαβάσω. Θέλω να κλάψω από απογοήτευση για τη γελοιότητα του πράγματος. Αντί για αυτό γελάω νευρικά, μικρή η απόσταση από το κλάμμα μέχρι το νευρικό γέλιο.
Κουράγιο θα περάσει. Μισή ώρα διορία. Κατά κανόνα τόση ώρα περισσεύει ησυχία μέχρι να βαρέσουν οι κυριακάτικες καμπάνες της εκκλησίας στα ριζά του λόφου. Τελειώνει ο προσηλυτισμός του κλαμπατσίμπαλου τα ξημερώματα και αρχίζει της θρησκείας το πρωί. Μα εγώ, θέλω μόνο να διαβάσω το  Raven του Σεφέρη χωρίς σκυλάδικα και κωδονοκρουσίες. Προλαβαίνω άραγε;

Λαγονήσι, Σάββατο 29  Μαϊου 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια: