Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Μενέλαος και Ελένη


Ελένη, John Gibson, π. 1825-30, Victoria & Albert Museum, Λονδίνο

Ο νόστος της Ελένης

Καθρέπτη καθρεπτάκι μου, ποια είναι η πιο όμορφη στην πλάση τούτη; Δείξε μου.

Δυο Ελένες βλέπω, πανώριες, καμμία δεν είμαι εγώ.

Η μία, μέσα στο κάστρο της Τροίας, θωρεί έναν κουρελή ζήτουλα και ζητά να του βγάλει τα κουρέλια με τα λόγια της, να λάμψει από κάτω ο αρσενικός της εαυτός: ο πολύτροπος ο Οδυσσέας. Κατάσκοπος γλίστρησε στο κάστρο που έμελε να ρίξει. Τον είδα, τον ένιωσα. Μα δε μίλησα. Είναι που νόστος βαρύς με τράβαγε πίσω στη Σπάρτη, στο στέρνο το στέρεο του Μενελάου. Με την καρδιά του να βοά ποτάμι πλατύ που τίποτα δεν αλλάζει την ορμή του. Με την καρδιά του να μου ψιθυρίζει φλοίσβους θαλασσινούς. Να ξεμπροστιάσω τον Οδυσσέα δεν ήθελα, αυτόν που μόνος ήξερε πώς να πατήσει της Τροίας το κάστρο. Αυτόν που μόνος ήξερε τον τρόπο το νόστο μου για τη Σπάρτη μου να ακολουθήσω.

Η άλλη, έξω από το κάστρο της Τροίας, θωρεί το Δούρειο τον Ίππο και ζητά να του βγάλει την ψυχή με τα λόγια της, να πεταχτεί έξω από την κούφια κοιλιά του ο Οδυσσεύς και όλο το ασκέρι των αρίστων των Αχαιών, ο καθείς με το δικό του νόστο στο θηκάρι του. Τους πλάνευα παριστάνονοντας το νόστο τους, όμοια έβγαινε από το στόμα μου η φωνή της γυναικός του καθενός τους, μαυλίστρα. Γλυκόλαλη καλούσα τον καθένα με τ’όνομά του χαϊδεύοντάς του τα αυτιά με τη φωνή της γυναικός που χρόνια τώρα στα ξένα μέρη ποθούσε να ακούσει. Είναι που νόστος βαρύς με τράβαγε πίσω στην Τροία, στην κλίνη του αρχοντόπουλου, στο στέρνο το αδύναμο του Πάρη με την καρδιά του μια να βροντά μια να πεθαίνει. Με την καρδιά του να μου διαστέλλει τη ματιά.
Να ξεκοιλιάσω το Δούρειο τον Ίππο ήθελα, να μη μπει ποτέ μέσα στο κάστρο.

Δυο Ελένες βλέπω, πανώριες, πανούργες, δυο Ελένες βλέπω, αδελφές του Οδυσσέα, μα καμμιά τους Οδυσσέας. Οι νόστοι δύο. Εκεί στ’ανάμεσό τους χάνεται η Ελένη μου που ποτέ δεν έγινε Οδυσσέας με τον νόστο του τον ένα τον ακράδαντο, κολλημένο πάνω του δεύτερο πετσί.

Καθρέπτη καθρεπτάκι μου, ποια είναι η πιο όμορφη στην πλάση τούτη; Δείξε μου.


Ο νόστος του Μενελάου

                              Ρωμαϊκό αντίγραφο από ελληνικό πρωτότυπο, Loggia dei Lanzi, Φλωρεντία

Καθηλωμένος εδώ στα αβαθή νερά της ξέρας καταντίκρυ της Αιγύπτου αναμένω τον ούριο άνεμο για τη Σπάρτη μου είκοσι μέρες τώρα, είκοσι μήνες, είκοσι χρόνια. Αναμένω τον έρωτα μιας  Ειδοθέης που θα έρθει από τα βάθη της θάλασσας να φέρει τον ούριο τον άνεμο. Κι όταν έρθει θα μου πει, ξένε, παραείσαι νήπιος, χαλάρωσε ο νους σου ή μήπως κάθεσαι εδώ απολαμβάνοντας τον πόνο των παθών σου; Σύρε να έβρεις τον Πρωτέα μέσα σου, το θαλάσσιο το γέροντα τον άπιαστο, που χίλιες μορφές αλλάζει κάθε είκοσι μέρες, κάθε είκοσι μήνες, κάθε είκοσι χρόνια. Άδραξέ τον γερά, όσο και να σε τρομάζουν τα φίδια και οι δράκοντες και τα λιοντάρια και τα θεριά που βλέπεις στη μορφή του. Μήτε το νερό και η φωτιά που ξέρει να γίνεται για να ξεφύγει ο πανούργος. Μην τον αφήνεις, μήτε αν σε δαγκάσει, μήτε αν σε κάψει, μήτε αν σε πνίξει. Μόν’άντεξε μέχρι να δεις τι θα μείνει στον πάτο. Ωραίο, άσχημο, αυτό είναι όλο, που δε θα αλλάζει πια. Ούτε δράκοντες ούτε φωτιές. Ένας άνθρωπος μικρός μα όχι ζαρωμένος, ένας άνθρωπος ταπεινός μέσα σου, μα όχι φοβισμένος, ο Πρωτέας σου. Τούτος μονάχα ξέρει να σου πει πώς θα κινήσεις από τούτα τα ρηχά που στέκεις θαρρώ είκοσι αιώνες τώρα πια. Τούτος θα σε οδηγήσει στο νόστο σου, τη Σπάρτη σου τη θαυμαστή στα μάτια σου.
Άλλος κανείς. Τούτος θα σου πει πού νά’βρεις την Ελένη.

Πρόσεχε τώρα καλά. Καταμεσήμερο φτάνει ο πανούργος γέρος. Βγαίνει από τη θάλασσα και μετρά στα δάχτυλα μία-μία τις φώκιες του, μπας και ξεφύγει καμμιά, μπας και δε βγουν σωστές στο μέτρημα. Έκανε κόπο να τις συνάξει και τώρα ταμπουρώνεται στο κοπάδι τους. Τούτες κάνουν έναν κύκλο γύρω του κι εκείνος πέφτει στη μέση και κοιμάται τον ύπνο τον δίχως όνειρα, τον ύπνο το θεοσκότεινο μες στο καταμεσήμερο, επαναπαυμένος. Να, πάρε τούτο το πετσί της φώκιας. Ρίξ’το πάνω σου να μη σε νιώσει απαρχής. Η αποφορά του τομαριού βαριά. Μπαίνει από τα ρουθούνια στα σωθικά σου και είναι ώρες που δεν θα αντέχεις, που θα θες να το βάλεις στα πόδια. Ο Πρωτέας σου να τρέφεται από τις φώκιες που συνάθροισε κι εσύ να τις μισείς. Στάσου εκεί δα. Μέχρι τον πάτο, μέχρι να εξαντληθεί, να μην μπορεί άλλη μορφή να πάρει. Τότε πια χαλάρωσε τα χέρια σου γύρω από τον λαιμό του κι αφουγκράσου τον, τι έχει να σου πει. Πώς θα βρεις τη σωτήρια τη λύση, να κινήσεις επιτέλους για το νόστο σου. Άσε λοιπόν τους θρήνους. Ψάξε τη μορφή σου και κίνα για την Ελένη σου και το σπιτικό σου.

Έτσι τά’λεγε η Ειδοθέη, έτσι τα άκουσα, έτσι τα’κανα. Τον εβρήκα τον Πρωτέα τον πολύμορφο το γέροντα, εκεί καταμεσής της μέρας μου. Άλλος τρόπος δεν ήτανε να ξεκολλήσω από τα αβαθή, από τις φώκιες που εμμονικά μετρούσα, από το θρήνο για την Ελένη που ποτέ δε θά’βλεπα, από τη Σπάρτη που ποτέ δε θα αντίκρυζα στα κατάβαθα της ψυχής μου. Από το θολό καθρέπτη που κοιταζόμουνα εκεί δα στα ήσυχα νερά της ξέρας. Που παρότι ήσυχα δεν μπορούσα να κινήσω.
Και κίνησα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: