Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2010

Η χιονοθύελλα

 Turner, Snow Storm, c. 1842, Tate Gallery

Η άνοδος στο βουνό. Έλατα, ολίγη βροχούλα, παρακάτω τα πρώτα χιόνια, οι νιφάδες στροβιλίζονται όπως στις φτηνές μα πολύτιμες για τα παιδικά μάτια εικονογραφήσεις τετριμμένων παραμυθιών. Επιστροφή στη φύση εντός του αδιαπέραστου κουβουκλίου του αυτοκινήτου. Μια εκδρομή στα χιόνια. Γελάκια και αστειάκια, οι νιφάδες πυκνώνουν. Ω, η εικονογράφηση στις σελίδες του βιβλίου έγινε πιο επιμελημένη, πιο πειστική. Οι κλάρες των δέντρων λυγίζουν πια από το βάρος του χιονιού, άσπρο παντού, τα σύννεφα βαρειά, μολυβένια, το ντεκόρ το φυσικό εισβάλλει περισσότερο στο κουβούκλιο, πρέπει να ανεβάσουμε τη θερμοκρασία στον κλιματισμό, η χαραμάδα στο παράθυρο κλείνει, ώρα για ιστορίες. Δες μια τίγρη, αλήθεια ζωγραφισμένη, ρωτάς χαμογελώντας, όχι μαμά αληθινή, στάσου να βγούμε να τη χαϊδέψουμε. Ξέρεις τι έπαθε μια τουρίστρια πριν χρόνια, όταν έβαλε το χέρι στο κλουβί να χαϊδέψει ένα τιγράκι; Το έχασε. Ωωω. Όταν τα άγρια ζώα τα βλέπουμε με καπελάκια και γυαλιά σε ταινίες, να μιλούν και να σκέπτονται ανθρώπινα, ξεχνάμε ότι διαφέρουν από το μαχαιρόδοντα το λούτρινο κουκλάκι που αγκαλιάζεις το βράδυ. Η άγρια φύση υπακούει στους δικούς της νόμους, αλίμονο αν τους αγνοήσουμε και νομίσουμε ότι την εξημερώσαμε. Πλάνη. Ή μήπως ύβρη, σκέφτομαι, εντός του αυτοκινήτου, προστατευμένη. Οι ρόδες δεν υπακούν. Πάγος στο δρόμο. Κοιτώ τον ουρανό. Πηχτός και μαύρος πάνω από τα κεφάλια μας. Γιατί άραγε θυμήθηκα αυτήν την νεαρή τουρίστρια που μπέρδεψε το λούτρινο ζωάκι που μέχρι πριν λίγο κοιμόταν μαζί του με την αληθινή τίγρη; Κατεβαίνω και βάζω αλυσίδες. Να προχωρήσω; Ναι, βέβαια, μια εκδρομούλα στα χιόνια, σκι, έλκηθρα, καφές πίσω από τη τζαμαρία, ελεγχόμενη κατάσταση, εντός κουβουκλίου. Προχωρώ. Χιόνι, κι άλλο χιόνι, πυκνώνει. Δε βλέπω σχεδόν τίποτα. Μαμά, πες μας πάλι για την τίγρη. Για την τουρίστρια να σας πω, που αγνόησε τα σημάδια της άγριας φύσης, γιατί πάντα ζούσε στην πόλη και ότι ήξερε για αυτήν ήταν μέσα από ταινίες και χαριτωμένες ζωγραφιές. Το χιόνι μαστιγώνει το παρμπρίζ. Δεν βλέπω τίποτα. Πού πάω; Κάποτε οι άνθρωποι θα περνούσαν για βλαμμένους όλους εμάς που τσούρμα τρέχουμε να γνωρίσουμε σε μια μονοήμερη τη φύση στα χιονοδρομικά. Όλους εμάς που νομίζοντας εντός του κουβουκλίου του αυτοκινήτου ότι την εξημερώσαμε, αγνοούμε τις προειδοποιήσεις της και αλαζόνες εφορμούμε. Είναι αργά για να κάνω πίσω. Αναγκαστικά προχωρώ. Και μαμά, πράγματι η τίγρη έφαγε το χέρι της τουρίστριας; Δεν απαντώ. Ανοίγω το παράθυρο. Με μαστιγώνει η θύελλα. Δε βλέπω τίποτα πια, τίποτα. Ούτε το δρόμο, ούτε τις διαχωριστικές γραμμές, ούτε τα κιγκλιδώματα, ούτε άλλα αυτοκίνητα. Στο κέντρο της θύελλας. Μόνον την άγρια φύση. Δεν ξέρω πού να σταματήσω, δεν ξέρω πια τι διαφορά έχει αν οδηγώ με ανοιχτά ή κλειστά μάτια. Πετώ έξω τα πάνινα ζωάκια που κουβαλάμε στο αμάξι. Κλάματα. Γιατί μαμά; Ναι, η η τίγρη έφαγε το χέρι της τουρίστριας, γιατί ήταν τίγρη και όχι γατούλα. Περάσαμε αυτή τη φορά. Κατά τύχη.

2 σχόλια:

Tyler Durden είπε...

όταν τη φύση την αντιμετωπίζουμε ως θέαμα, σαν εικόνα σε αφίσες, εύκολα μπορεί να την πατήσουμε. Σαν ορειβάτης, έχω πετύχει πολλά ατυχήματα, πολλά θανατηφόρα από την αμέλεια πολλών που νομίζαν ότι η φύση είναι πάντα ίδια με τις ειδυλλιακές εικόνες των τουριστικών προσπέκτους.

Αλλά ακόμα και αν είναι στις καλές της, πολλοί από αυτούς δεν αντέχουν καν έξω από τις καθημερινές ανέσεις τους γιαυτό και θέλουν και δρόμους ως ψηλά, σαλέ, καφετέριες και δεν ξέρω γω τι άνεση άλλη, που οδηγεί το φυσικό περιβάλλον σε καταστροφή από διανοίξεις δρόμων, οικοπεδοποίηση και κάθε λογής ρύπανση.

καλησπέρα

Κλεοπάτρα και Μινγκ είπε...

Ναι, έτσι είναι, ωστόσο ήθελα να εστιάσω στην αναγκαστική μη επαφή του μέσου ανθρώπου των πολέων με τη φύση. Όταν ζεις σε αστικό περιβάλλον τη φύση δεν τη γνωρίζεις με τρόπο καθημερινό και αυθόρμητο, αλλά το πολύ-πολύ με εκδρομές και χόμπυ περιστασιακά. Αλλοτριωμένη ή έστω περιορισμένη και ελλιπής η επαφή λοιπόν εξ ορισμού. Στην καλύτερη περίπτωση σεβόμαστε το φυσικό περιβάλλον και αρνούμαστε την καταστροφή του με τα σαλέ, τις οικοπεδοποιήσεις κ.τ.λ. Στην χειρότερη, είτε το σεβόμαστε, είτε όχι, αγνοούμε τον τρόπο που λειτουργεί παντελώς. Κι αυτό από μόνο του, ακόμα κι αν δεν θέσουμε εαυτόν σε κίνδυνο, είναι συγκλονιστικό. Ένας ολόληρος κόσμος που ουσιαστικά δεν έχουμε παρά επιφανειακή πρόσβαση.