Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2010

«Αδάμ και Εύα: Από και Προς»-στην αντιπέρα όχθη του Αγίου Βαλεντίνου


Photo: William Vandivert./Time & Life Pictures/Getty Images May 01, 1945

«Τούτο εστί το βλέμμα μου. Πάρ΄το μην κλείνεις τα μάτια. Μη στρέφεις αλλού το πρόσωπο. Άσε με να το αποθέσω στα βλέφαρά σου. Άσε με να στο στολίσω στις ασάλευτες  από τη λήθη κόρες του αγάλματός σου. Να ζωντανέψουν να μάθουν να σαλεύουν να κοιτούν. Να με κοιτάξουν. Λίγο μόνον. Όσο λίγο χρειάζεται μία σφαίρα να σκοτώσει.

Τούτη εστί η πνοή μου. Μισάνοιξε τα χείλη να την ανασάνεις. Άσε την να φυσήξει τα μαλλιά σου. Άσε την να σου ψιθυρίσει στο αυτί λόγια των μικρών απείρων. Το φλοίσβο της θάλασσας και το μαύρο κύμα. Την άλω του φεγγαριού και τον κόκκο της άμμου. Τη μυρωδιά του ξερού χώματος και τη δροσοσταλίδα στο φύλλο της λεμονιάς. Το σφύριγμα του φιδιού και το μάτι του αετού τη στιγμή που το γραπώνει. Την ίδια στιγμή που σφιχταγκαλιασμένα σκοτώνει το ένα το άλλο. Το δάγκωμα του φιδιού.

Τούτο εστί το σώμα μου. Δέξου το. Ταξίδεψε γύρω του πάνω του μέσα του. Αγάπησε το όπως είναι. Όμορφο και άσχημο, πέτρα και λάσπη, ζωντανό και νεκρό.
Άγαλμα που ζωντανεύει, γυναίκα που πετρώνει. Εύπλαστο εύθραυστο στα χέρια σου. Πηλός άμορφος. Δώσε του σχήμα. Κάνε το κόρη του Ευθυδίκου, κόρη των Κυκλάδων, δορκάδα της Άρτεμης, δρυάδα. Γοργώ στην αιγίδα της Αθηνάς. Ασώματη. Αντί για σώμα  βλέμμα που πετρώνει. Πλάσε την γυναίκα πάνω του.
Γαλήνιος κούρος που χαμογελά εις τους αιώνας των αιώνων, σάτυρος ζωώδης και εφήμερος όσο η παντοτινή ζωή. Πλάσε τον άντρα πάνω του.

Τούτη εστί η μνήμη μου. Χάραξε πάνω της. Γραφές αξεδιάλυτες, αρχαίες γλώσσες λησμονημένες, μυστικά τερετίσματα παιδιών που μόνον αυτά καταλαβαίνουν. Γρίφοι που κανείς δε θα καταλάβει ποτέ. Ούτε και εγώ. Χαράγματα μαγικά και ξόρκια να αποδιώχνουν τα τετράγωνα και τους κύκλους και τις κάθετες γραμμές. Καμπύλωσε την. Τη μνήμη. Μου. Τυλίξου μέσα της. Μήτρα για το αγέννητο. Μανδύας της Διηάνειρας, δώρο ακριβό κατάσαρκα να αγγίζει και να λυώνει, την ίδια στιγμή.

Τούτος εστί ο λόγος μου. Άκου τον. Ψίθυροι κορυδαλών την Άνοιξη. Παγωμένα τιτιβίσματα χελιδονιών στο καταχείμωνο. Η σιωπή του ιλίγγου. Οι φωνές απ’έξω που φτάνουν στα αυτιά του κολυμβητή που μετρά την ανάσα του μέσα στο νερό. Το θρόισμα των φύλλων του κισσού. Ο κρότος που κάνουν οι ρίζες όταν μεγαλώνουν. Ο αχός που κάνουν οι ρίζες που ξεριζώνονται. Οι σβώλοι από το χώμα που σκορπάνε καταγής. Άκου τους. Οι τριγμοί του κυκλάμινου όταν ανθίζει. Οι ήχοι των φτερών της πεταλούδας που πρωτανοίγει τα φτερά. Ο συριγμός του βότσαλου που το πετάνε στα βαθιά. Τα ιστία των πλοίων που κυματίζουν πάνω και κάτω από τη θάλασσα. Λόγος άλογος. Σαν βέλος του Διονύσου στην καρδιά της Πυθίας.

Τούτη εστί η ύπαρξη μου. Θεία κοινωνία και πικρό δηλητήριο. Μετέλαβέ την. Όπως μεταλαμβάνω εγώ την δική σου. Με αγώνα γόνιμο. Με αγώνα άγονο. Με αγωνία κάθε ώρα κάθε στιγμή. Άντρα. Γυναίκα. Άκου, τι τούτο εστί.»


Τα κείμενα όταν γράφονται έχουν πάντα ισχύ και αντίκρυσμα μέσα μας. Το ζητούμενο-αν υπάρχει τελικά τέτοιο- είναι να συνεχίσουν να ισχύουν όταν τα ξαναδιαβάσουμε. Τότε μόνον έχουν λόγο ύπαρξης, για τους γράφοντες ή τους αναγνώστες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: