Δευτέρα, 15 Μαρτίου 2010

Η Αλίκη του Λούις Κάρολ και η Αλίκη του Τιμ Μπάρτον


Alice in Wonderland, Tim Burton

Θεωρητικά ο σκηνοθέτης, αν πιστεύει ότι μπορεί να δώσει μια άλλη οπτική του όποιου κειμένου, επεμβαίνει κατά τρόπο ώστε να το εμπλουτίζει ή να το φτωχαίνει. Και στις δύο περιπτώσεις προϋποτίθεται ότι ο σκηνοθέτης έχει στέρεο εγώ με μία σαφή οπτική που τουλάχιστον πιστεύει ότι μπορεί να συνδιαλλαγεί με το κείμενο. Διαφορετικά, εξαφανίζει το σκηνοθετικό εγώ του στο μέτρο του δυνατού, ώστε να δώσει προτεραιότητα στο συγγραφέα.

Φαίνεται ότι ο Τιμ Μπάρτον ανήκει στις περιπτώσεις που χρησιμοποιούν το κείμενο προσχηματικά αλλοιώνοντάς το επί της ουσίας και επί των τύπων, πιστεύοντας ότι η οπτική του (υπερτονισμένου εδώ) εγώ του είναι απαραίτητη για να ανανεώσει το λογοτέχνημα και τις ιδέες του σε μία πιο «διαχρονική» εκδοχή. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η έκπτωση της Αλίκης προς μία κατεύθυνση που θέλει την ηρωίδα σε μια πορεία αυτογνωσίας κομμένη και ραμμένη στα προσωπικά μέτρα και αξίες του σκηνοθέτη, κάτι που γειώνει το κείμενο αποδομητικά σε βαθμό να καθίσταται μη αναγνωρίσιμο. Η θεμιτή συνδιαλλαγή με το λογοτέχνημα και οι αποστάσεις από αυτό ώστε να διατηρείται και η αυτονομία του καθενός δίνουν τη θέση τους στο υπερφίαλο σκηνοθετικό βλέμμα που όχι μόνον αγνοεί την υπερτονισμένη και διαλυτική μάτια του, αλλά επιπλέον θεωρεί ότι το έργο του αναφέρεται στο εμείς που πραγματεύεται ο Λούις Κάρολ μέσα από το βλέμμα της ηρωίδας του με έναν δραματικό, σύγχρονο και ανανεωμένο τρόπο.

Ο Κάρολ θέλει την Αλίκη σε μία πορεία αυτογνωσίας στη Χώρα των Θαυμάτων, όπου σαφώς μετατοπίζεται εξαιτίας της συνάντησής της με κάθε ένα από τα πλάσματα που συναντά. Μεγαλώνει, μικραίνει, γίνεται δυσαρμονική, βρίσκει το αληθινό της μέγεθος. Αυτά ειπωμένα και αλλού. Αλλά, η μεταμόρφωσή της ακολουθεί έναν βασικό, βαθιά ανθρώπινο άξονα, το κίνητρό της να επικοινωνήσει με τους κατοίκους της Χώρας των Θαυμάτων. Το εγώ της ναι μεν υφίσταται, αλλά δεν εγκλωβίζεται σε έναν αυτοαναφορικό χαρακτήρα. Λαμβάνει υπόψιν της τον άλλο, αφού σκοπός της είναι η επικοινωνία, αλλά δεν εξαϋλώνεται. Θαυμαστή ισορροπία του εγώ και του εσύ, εν ολίγοις της προϋπόθεσης του εμείς. Από εκεί και πέρα η επικοινωνία μπορεί να επιτευχθεί ή να αποτύχει, το εμείς να παραμείνει στη σφαίρα του ποθητού, όπως συνέβη στην Αλίκη του Κάρολ. Όμως συνεχίζει να παραμένει όρθιο το αξιακό της σύστημα και κινητήριος δύναμή της: σκοπός το εμείς και όχι το εγώ ως αυτοσκοπός παρά μόνον ως συστατικό του εμείς. Ο χώρος για το εσύ ανοιχτός.

Αντίθετα ο Μπάρτον παρουσιάζει μια Αλίκη, οπωσδήποτε με παρρησία, θαρραλέα και με αγωνιστική διάθεση, αλλά τα όντα που συναντά είναι κατά βάση μανιχαϊστικά. Ή κακά ή καλά σε βαθμό υπέρμετρο. Γι’ αυτό και παρελαύνουν στην ταινία τρομαχτικά απειλητικά τέρατα που την κυνηγούν να την σκοτώσουν, βασίλισσες κακές που προχωρούν πράγματι στον αποκεφαλισμό όσων καταδικάζουν-εν αντιθέσει με την κακιά Ντάμα Κούπα του Κάρολ που είναι αρκετά έξυπνη ώστε να παραμείνει στην απειλή-, λευκές αφελείς και γλυκερές βασίλισσες κούκλες που αρνούνται να αγωνιστούν και περιμένουν μια Αλίκη να σώσει το βασίλειό τους και το αποκορύφωμα, ένας ασπόνδυλος δράκος που η ηρωίδα αποκεφαλίζει και ξεμπερδεύει μια και έξω για τη λοιπή της ζήση με το θέμα αυτογνωσία. Το εσύ λοιπόν, τα πλάσματα που συναντά, υφίστανται μόνον ως εχθροί που πρέπει να παλέψει και να εξαφανίσει ή να υποτάξει. Οι φίλοι, όπως ο Τρελοκαπελαδούρας-Τζόνυ Ντεπ, χρησιμεύουν για να ανακαλύψει το εγώ της, πλην όμως όταν της ζητά να μείνει στη Χώρα των Θαυμάτων, εκείνη αρνείται γιατί πρέπει να συνεχίσει. Το πράγμα αποκτά κάποια βαρύτητα γιατί ο Μπάρτον επινόησε ένα γιαλαντζί ερωτικό στοιχείο μεταξύ Αλίκης και Τρελοκαπελαδούρα, οπότε η άρνηση της Άλικης γεννά ερωτήματα περί του εμείς. Ο Κάρολ βεβαίως δεν υπόπεσε σε ένα τόσο ξεκάθαρο σφάλμα που δυναμιτίζει την καθαρότητα του έργου. Ο Κάπελας είναι ένα πλάσμα όπως τα άλλα, γι’αυτό και η Αλίκη παρά τις ευρύτερες προσπάθειές της για επικοινωνία, φεύγει. Δεν την βρήκε εκεί. Κέρδισε πολλά, αλλά όχι το εμείς. Ο Μπάρτον όμως απτόητος, μιας και αξία της ηρωίδας του δεν είναι το εμείς το περιέχον το εγώ και το εσύ, αλλά το εγωιστικό εγώ, εκμεταλλεύεται τα πλάσματα και αποχωρεί. Για πού; Μα για το επόμενο στάδιο, μια ζοφερή πραγματικότητα που απορρίπτει (αν και εμφανώς το ίδιο θα έκανε και χωρίς να περάσει από τη Χώρα των Θαυμάτων) και φεύγει. Για πού; Μα για το επόμενο στάδιο, την αναζήτηση μέσα από το ταξίδι (ω, ναι, μπαρκάρει για την Κίνα ως έμπορος!). Ακόμα και αν παραβλέψουμε το θέμα αναζήτηση του χρήματος, μένει δυσεπίλυτο, με τον τρόπο που το θέτει ο Μπάρτον, το βασικό θέμα. Τι αναζητά η Αλίκη και μας χαμογελά από την οθόνη έτσι γαλήνια και σίγουρη; Το ταξίδι στο πλατύ εσύ του «κόσμου», πιστεύοντας μάλιστα ότι έτσι υποτάσσει ή περιορίζει το εγώ της διαχέοντάς το στο γενικό εσύ, ενώ η αλήθεια είναι πως την κινεί το υπέρμετρο εγώ της που δέχεται αυτάρεσκα να το «θυσιάσει» στο σχήμα (αυτόνομο, άρα με αυτοπροσδιορισμό) εγώ+(αυτόνομο, άρα με αυτοπροσδιορισμό) εσύ=εμείς. Κέρδος η απροσδιοριστία και του εγώ και του εσύ και όλων. Και η ρετσινιά του διογκωμένου εγώ.

Από εκεί και πέρα, η αισθητική και η μορφή ακολουθούν το περιεχόμενο. Ασάφεια και απροσδιοριστία στο σχεδιασμό των μορφών, λίγο από μεσαιωνικό δράκο και ιππότες, λίγο από πριγκήπισσες του παραμυθιού, λίγο από ζόφο για το ζόφο και βεβιασμένο χιούμορ, λίγος ψευτοερωτισμός για να αξιοποιηθεί και ο Τζόνυ Ντεπ... Οπωσδήποτε, ακόμα κι αν μεμονωμένα κάτι είναι επιτυχημένο, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει οργανική σύνδεση μεταξύ των μερών, καταρρέει. Κακοχωνεμένη Αλίκη το αποτέλεσμα. Για το μόνο που δεν μπορεί κανείς να κατηγορήσει τον Μπάρτον είναι η συνέπεια. Περιεχόμενο και μορφή βρίσκονται σε αγαστή σύμπλευση. Δεν κοροϊδεύει. Δείχνει ξεκάθαρα αυτό που πιστεύει. Έλα όμως που ο θεατής πήγε να δει τη δική του Αλίκη και νιώθει εξαπατημένος από τον κράχτη του ονόματός της. Να προσθέσω και απογοητευμένος;

2 σχόλια:

Blackened είπε...

καλημερα!

είναι γνωστό ότι ο Τιμ Μπάρτον αλλάζει την ιστορία, όταν αναλάβει μια μεταφορά ή ρημέηκ βάζοντας την δική του πινελιά.

Επίσης είναι μια παραγωγή της Ντίσνευ, οπότε δεν μπορούμε να περιμένουμε και πολύ προβληματισμό, ίσως μάλιστα θα πρέπει να είναι και αναμενόμενη η αποικιοκρατική/οριενταλιστική πινελιά προς το τέλος, ανάγοντας σε κοινωνική αξία τον οικονομικό ιμπεριαλισμό.

Δεν περιμενα εγώ να είναι κάτι με βαθύτερο προβληματισμό, οπότε μου άρεσε πολύ σαν ταινία.

Για προβληματισμούς και βαθύτερα νοήατα σε ταινίες του Μπάρτον, προτιμώ κυρίως το Big Fish αλλά και τον Φονικό Κουρέα

Κλεοπάτρα και Μινγκ είπε...

Ναι, να βάλει τη δική του πινελιά, ασφαλώς, αλλά αυτό που λέω είναι πως δεν προσφέρει και πολλά, το αντίθετο.

Δεν πήγα να προβληματιστώ, πέρα από όσο επιτρέπει το ίδιο το βιβλίο και επιπλέον μου αρέσει ο Τιμ Μπάρτον και η αισθητική του γενικά. Εδώ όμως ήταν μάλλον κακός ακόμα και στα χωράφια του, την πεπατημένη του. Το όλο κλίμα μου θύμιζε εντόνως το παιγνίδι asassin (έχω δει δίλεπτο βίντεο στο youtube). Από τον Μπάρτον περιμένει κανείς κάτι παραπάνω από μια αισθητική videogame.

Καλημέρα!