Κυριακή 3 Ιουλίου 2011

"Μες στο κενό θησαύριζα και τώρα πάλι μες στους θησαυρούς μένω κενός"

"Μες στο κενό θησαύριζα και τώρα πάλι μες στους θησαυρούς μένω κενός"
Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη

Και τι να γράψει κανείς σε μια εποχή γεμάτη θησαυρούς, σε μια εποχή που το ιστορικό γίγνεσθαι μοιάζει με λευκό νάνο, νεκρό αστέρι που συρρικνώθηκε τόσο,  ώστε η πυκνότητα του λίγο λείπει να το οδηγήσει στην έκρηξη;
Μήπως για ατομικά συναισθήματα, μικρές ιστορίες και περιπτωσιολογίες;
Μήπως για την ουτοπία ή έστω τα σενάρια επιστημονικής φαντασίας για μια νέα ιδεώδη εποχή;
Μήπως για τη γαλλική επανάσταση που έφερε το Ναπολέοντα ή την οκτωβριανή που έφερε το Στάλιν;
Μήπως για την έξοδο;
Ποια έξοδος υπάρχει που να μην είναι αφελής; 
Ποια;

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

Να κολυμπήσουν

Στα ματάκια τους βλέπω να χάσκουν θάλασσες ελπίδας
κλεισμένες σ’ένα γυάλινο κουτί.
Αφρίζουν και κάποτε θα σπάσουν και θα ελευθερωθούν,
όπως ελευθερώθηκαν κι οι δικές μου.
Να κολυμπήσουν σε μια βαθιά ελπίδα μέχρι να πνιγούν.

Αφού πρώτα ξοδέψουν και τις χίλιες ζωές τους.

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011

Ο παλιός

 Οδηγούσε στα στενά δρομάκια της γειτονιάς μέχρι να βγει στον κεντρικό δρόμο, εκεί που ήταν η μάντρα οικοδομών. Οδηγούσε και για μια στιγμή νόμισε ότι είδε τη γιαγιά της στο πεζοδρόμιο να την κρατά από το ένα χέρι και από το άλλο την αδελφή της τριάντα χρόνια πριν και βάλε. Τις ακολούθησε και είδε τη γιαγιά της να χαιρετά την κυρία Όλγα πίσω από τον πάγκο του ψιλικατζίδικου με τα Μίκυ και τα Ποπάυ και τον Τιραμόλα, τέσσερεις δραχμές το τεύχος, με ένα δεκάρικο έπαιρναν από ένα και περίσσευαν και δυο δραχμούλες για εκείνες τις καραμελίτσες που ποτέ δεν θα ξεχάσει το χρυσόχαρτο τους, το όνομά τους το έχει όμως προ πολλού λησμονήσει. Έπειτα τις έχασε, ήταν και εκείνος ο μετανάστης που έσερνε στη μέση του δρόμου το καρότσι του σούπερ-μάρκετ γεμάτο με χαρτόκουτες, σπάνια πια στην περιοχή έβλεπες παππούδες και γιαγιάδες να κρατούν από το χέρι τα εγγόνια τους, πιο πολύ μελαμψούς άντρες που σέρνανε καρότσια ή οδηγούσαν εκείνα τα τρίκυκλα που είχε να δει από παιδί. Βγάζει φλας αριστερά και βλέπει τον αδελφό της γιαγιά της πάνω σε ένα τέτοιο, γιαγιά θα μας αφήσεις να ανέβουμε λίγο στην καρότσα, πόσο πολύ το θέλανε τα δυο μικρά κορίτσια.
Σταματάει το αυτοκίνητο, κατεβαίνει, τη μάντρα τη θυμάται από παιδί, εκεί είναι ακόμα, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει από τότε, η μάντρα ίδια και απαράλλαχτη. Ψάχνει να βρει κάποιον, ένα σακί τσιμέντο, ένα άμμο, ένα ασβέστη, το σπίτι του παππού και της γιαγιάς ρήμαξε, πάνε χρόνια που δεν υπάρχουν για να το φροντίσουν, σειρά της τώρα. Το μικρό δωματιάκι άδειο. Κανείς. Εδώ, ακούει μια βαριά φωνή πίσω από κάτι σακιά. Ο εξηνταπεντάρης είχε βουλιάξει μισοκρυμμένος σε μια σπασμένη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα, σαν να βρισκόταν αλλού και άργησε να επιστρέψει, ήταν όμως τώρα εδώ με βαριά καρδιά ενοχλημένος που κάποιος διέκοψε τον ρεμβασμό του, τι θες, τη ρωτάει απότομα. Είστε παλιός εδώ, του αντιγυρίζει την ερώτηση. Ο παχύς άντρας σηκώνεται με δυσκολία, δεν είμαι, απαντά κοφτά. Λέγε. Ένα σακί τσιμέντο, ένα άμμο, ένα ασβέστη. Περιμένει να δει τι τόπο θα πιάσουν τα λόγια της. Όνομα, ακούει τον άντρα καθώς μετέφερε τα σακιά στο πόρτ μπαγκάζ. Λέει το επίθετο του παππού της. 

Βασίλης, συμπληρώνει ο άντρας και με μια πνοή συνεχίζει με φωνή αλλιώτικη, μακρινή ανάμνηση των νιάτων του, είχε δυο κόρες, την μικρή τη λέγανε Τασία, ήμασταν συμμαθητές. Η φωνή του μαλάκωσε, το βλέμμα του μαλάκωσε, αφήνει τα σακιά και κοιτάζει λίγο παραπέρα σαράντα χρόνια και βάλε πίσω, είδε τη συμμαθήτρια του να περνά κι αυτός αμούστακο στη μάντρα του πατέρα του να κοκκινίζει μέχρι τις ρίζες των μαλλιών και λίγο αργότερα εκείνη χωρίς κοτσιδάκια με τακουνάκια και τα μαλλιά να πέφτουν στους ώμους κι εκείνος να την καλημερίζει τρέμοντας, μα εκείνη να του χαμογελά διεκπεραιωτικά και να πηγαίνει παρακάτω. Είναι στην Αμερική η Τασία, γυρνά και της λέει τελεσίδικα, σάμπως να μην το ήξερε πως η θεία της εδώ και χρόνια μετά από μερικές  ακόμα τρεμουλιαστές καλημέρες του έφυγε στην ξενιτιά με τον άντρα των ονείρων της. Από τον καθρέπτη του αυτοκινήτου φεύγοντας τον είδε να μετακινεί την καρέκλα του μπροστά από τα σακιά και να ξαναβουλιάζει μέσα της. Οι ρεμβασμοί του προβάλλονταν στο μουσαμά του παρκαρισμένου φορτηγού απέναντι  σαν σινεμά. Και να ήθελε να κρυφτεί, δεν το μπορούσε πια.

Γιαγιά, παππού, ήρθα, φωνάζει ξεφορτώνοντας τα σακιά και η φωνή της αντηχεί στους άδειους τοίχους.

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Μέσα στο δάσος περιπατούσε

           Μέσα στο δάσος περιπατούσε, όταν ο λύκος ήταν εδώ. Κρατούσε για το ταξίδι ένα καλάθι πολυκαιρισμένα όνειρα με λίγη ελπίδα μαϊντανό και ψευδαισθήσεις μαριναρισμένες με ουτοπία. Αρκετά ήταν αυτά. Κοιτάχτηκε στα ακίνητα νερά ενός βάλτου, μανδύας γκρίζας κολλώδους θλίψης, σπαθί για τις  παρήγορες κοκορομαχίες, έτσι ένιωθε δυνατός, α, αυτό ποτέ δεν το αποχωριζόταν, κράνος ενισχυμένο εσωτερικά με άποψη. Ξανακοιτάχτηκε, πού πήγε η αύρα μου, διορθώνει το χαμόγελο, α, να’ τη, η ζωτικότητα, ζώο, ένστικτο επιβίωσης, ανάσανε με ανακούφιση.
            Ξεκινά πάνοπλος, επιταχύνει, τρέχει, τρέχει τρέχει, έτρεξε τόσο που τεντώθηκαν και σπάσανε τα γράμματα της λέξης, τα έβλεπε να αιωρούνται σκόρπια ανάμεσα στα λαχανιάσματα, τ, ρ, ε, χ, ω, έχασε η πράξη το νόημά της  κραύγασε τρομαγμένος, σταματά πάντα λαχανιασμένος, κοιτά τα πόδια του, επιβεβαιώνει αυτό που από την αρχή υποψιαζόταν. Πόντο δεν είχε μετακινηθεί, δρόμος εν στάσει, νέο αγώνισμα, κερδίζει όποιος χάσει, όποιος μετακινηθεί  έστω  και  λίγο, ναι, αλλά προς τα πού, σκέφτεται για λίγο, στρέφει το κεφάλι αριστερά. Πτώματα πολιτικών οραμάτων στοιβαγμένα στη γωνία, μεγαλόστομες υποσχέσεις, φωτό  του μέλλοντος ρετουσαρισμένες, ατμοί οργής που ποτέ δεν παύει να κοχλάζει στην κατσαρόλα, φεύγουν και χάνονται και γίνονται συννεφάκια σε μηνύματα Ινδιάνων «Ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά» στέλνει η μια βουνοκορφή, «Μπουμ» απαντά η άλλη. Κοιτά δεξιά, βίτσες, καπνογόνα όργανα διασαλεύουν την τάξη, πότε πέρασε ο καιρός που πήγαινα στην πρώτη τάξη, μολύβια στη σειρά στην κασετίνα, στη θέση του το καθένα απαρεγκλίτως, εν-δυο βήμα στρωτό, η γεωμετρία γεωμετρεί  τη ζωή μου, δυο οριζόντιες πήχες χώμα της αναλογούν, γίναν μία, περικοπές, ωραία,  χαμογελά ειρωνικά, θα ξαναπάρω την εμβρυακή στάση, μα δεν είμαι έμβρυο, γεννήθηκα, το ξεχάσατε, ουρλιάζει ακόμα λαχανιασμένος. Πέφτουν οι ώμοι, βγάζει λίγο ελπιδοφόρο μαϊντανό από τα εφόδια. Παύση. Παύση. Και ξανά παύση. Και τώρα τι μένει, επέκτεινε τον κόσμο σου, άνοιξε τους ορίζοντές σου αναμασά το μαϊντανό, ψάξε άλλους δρόμους. Στρέφει το κεφάλι προς τα κάτω, μαύρα, κίτρινα, άσπρα πράσινα μυρμηγκάκια  παλεύουν γύρω από ένα ψίχουλο, δύσκολο πράγμα η αξιοπρέπεια στην ψάθα, ξεπούλημα, πάρε κόσμε, θυμούνται καμιά φορά τα μακριά δάχτυλα της μητέρας  που κεντούσαν ηλιαχτίδες και κλαίνε, πάρε κόσμε, τα κεντήματά της δεν υπάρχουν πια. Κοιτά προς τα πάνω, γραβάτες άψογα δεμένες με ύφος σοβαρό βγάζουν φούσκες, πλιπ, πλοπ, σκάνε πριν φτάσουν στα αυτιά του, και πώς άλλωστε  να αψηφήσουν τη βαρύτητα και να κατέλθουν, η βαρύτητα υπάρχει μόνον για κείνον. Θεοί αγνώστου πατρός θρονιασμένοι αναπαυτικά τρώνε μονάχοι τους τούς άρτους τους επιούσιους  παίζοντας μπάλα και ψέλνοντας με τα παράφωνα βυζιά τους. Μπούχτισε,  έκλεισε το βλέμμα του. Τρώει από αμηχανία και σιωπές όλα τα εφόδια, άδειασε το καλάθι, πού να κοιτάξω, γυρνά γύρω-γύρω το κεφάλι  σβούρα, ξανά και ξανά το φτηνιάρικο θρίλερ. Πιάνει με τα χέρια το κεφάλι του, ξένο σώμα, το σταματά. Κοιτά μέσα του. Ζούγκλα τα παράσιτα από τις εικόνες του έξω, παίρνει δρεπάνι τις ξεπαστρεύει μία-μία και αυτές και άλλα ζιζάνια που ευδοκιμούν εντός, μα πού κρύβεται το πολύτιμο λουλούδι  μονολογεί και νιώθει το χέρι του βαρύ από τον κάματο,  ξεπάστρεψέ τα όλα μέχρι να σε χτυπήσει στα ρουθούνια η ευωδία, μα υπάρχει στ’ αλήθεια ο ανθός μου, δεν μπορεί, τι στηρίζει το σώμα που κουμαντάρω, το χέρι του δε λύγιζε πια, πού είναι επιτέλους το πολύτιμο λουλούδι, πού; 
             Μέσα στο δάσος περιπατούσε, όταν ο εαυτός του ήταν εδώ.

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

Περιμένοντας

(Ένας άντρας ταραγμένος παραμιλάει κάνοντας κύκλους γύρω από τον εαυτό του με τα χέρια δεμένα πίσω. Στην άλλη άκρη δύο άλλοι κάθονται κάτω από ένα δέντρο με θηλιές αντί για φύλλα. Δεν φαίνονται να αντιλαμβάνονται την ύπαρξη του πρώτου)

-Με περιμένουν. Από πάντα με περίμεναν. Δεν μπορούν πια να κάνουν αλλιώς. Με έχουν ανάγκη για να υπάρξουν. Λύνουν και δένουν τα κορδόνια τους. Και μετά τα ξαναλύνουν και μετά τα ξαναδένουν. Με περιμένουν. Αυτό. Τίποτε άλλο. Τσακώνονται μεταξύ τους. Και μετά με τα ρούχα τους. Και μετά τσακώνονται. Μέχρι να έρθω, κάτι πρέπει να βρουν να κάνουν. Τους κοιτώ. Με παίρνει ο ύπνος. Ξυπνάω. Τους ξανακοιτώ. Λύνω τα κορδόνια μου. Τα δένω. Τα ξαναλύνω. Φαντάζομαι ότι τσακώνομαι μαζί τους. Τι άλλο. Τους περιμένω. Να αποφασίσουν πως δεν με χρειάζονται. Παφ, θα εξαφανιστώ. Υπάρχω μόνον στη φαντασία τους. Δεν το ξέρουν πως κι εγώ περιμένω. Να με λυτρώσουν. Να πάψω να υπάρχω. Τώρα είμαι μία φαντασίωση. Ένα τυχαίο όνομα που πάνω του στηρίξανε όλες τους τις ελπίδες. Ένα άλλοθι. Δεν υφίσταμαι. Δεν υπάρχω. Και όμως στηρίζω όλη τη γη τους. Ένας Άτλαντας. Με θαυμάζουν. Και κάτι παραπάνω. Είμαι ο μεσσίας τους. Η σωτηρία τους εξαρτάται από μένα. Δίχως εμένα δεν έχουν λόγο υπάρξης. Ακριβέστερα ο λόγος που υπάρχουν είναι για να με περιμένουν. Όχι να έρθω κάποτε. Όχι, όχι. Να με περιμένουν. Και αν εμφανιστώ; Τότε θα καταρρεύσουν. Θα πάψουν να έχουν λόγο ύπαρξης. Τι άλλο να κάνουν την ύπαρξή τους, αν όχι να με περιμένουν. Μια μύγα πετάει. Δες τους, είναι τόσο απορροφημένοι να με περιμένουν που δεν κάνουν κάν τον κόπο να τη διώξουν από τη μύτη τους. Βαριούνται. Βαριούνται ανυπόφορα. Προσπαθούν να σκοτώσουν το πολυτιμότερο πράγμα θεωρητικά για τον άνθρωπο από καταβολής κόσμου. Το χρόνο. Το χρόνο που τους χαρίστηκε. Δεν ξέρουν τι να τον κάνουν. Ας περιμένουμε κάποιον που ποτέ δεν θα έρθει, είπαν, για να μην χρειαστεί να παραδεχτούμε πως δεν υπάρχει τίποτα να κάνουμε το χρόνο μας. Και επινόησαν εμένα. Είναι μια ασχολία αυτό, να με περιμένουν. Είμαι το άλλοθι της ζωής τους. Εγώ όμως ανήκω στην ανυπαρξία. Εκεί θέλω τα γυρίσω. Έχω στοιχειώσει εξαιτίας τους. Τριγυρνώ διαρκώς σαν φάντασμα στα μυαλά τους. Είμαι μετέωρος. Ούτε εδώ στη ζωή, ούτε εκεί στην ανυπαρξία. Με καταδικάσανε να έχω τη δική τους μοίρα, του απολύτως ελεύθερου και του απολύτως αδρανούς που προσποιείται ότι δρα λύνοντας και δένοντας τα κορδόνια του μέχρι τάχα μου να έρθει ο. Τους μισώ. Θα παρουσιαστώ μπροστά τους και θα τους πετάξω κατάμουτρα ότι δεν υπάρχω, δεν υπάρχω, δε χρειάζεται να με περιμένουν, γιατί απλούστατα δεν υπάρχω. Εγώ, να εξαρτώμαι από δυο παρίες της ζωής, από δύο καμπύλες παρένθεσης χωρίς περιεχόμενο, από δύο δυνατούς λύτες και δέτες κορδονιών. Ες αύριο τα μεγάλα, λένε μέσα τους, όταν έρθει ο Γκοντό. Ε, λοιπόν, κανένας Γκοντό δεν υπάρχει και το χειρότερο απ’όλα είναι ότι το ξέρετε, έτσι θα τους ψιθυρίσω κατάμουτρα στον μισούπνιο μισοξύπνιο τους, εκεί που περνάνε όλη τους τη ζωή. Η ελευθερία σας χαρίστηκε απολύτως και αν δεν ξέρετε τι να την κάνετε και αν επιμένετε να την ξεφορτωθείτε έτσι εύκολα και να μου την παραδώσετε, γελιέστε. Η ελευθερία είναι ένα καυτό κάστανο που δε θέλει κανείς να το πετάξει, είναι γλυκό το άτιμο, αλλά ούτε και να το κρατήσει, έτσι που του καίει τα χέρια. Ε, λοιπόν είστε γελασμένοι αν νομίζετε ότι εγώ θα βγάλω τα κάστανα από τη φωτιά και θα τα κρυώνω δια παντός στη φούχτα μου για χάρη σας. Και το χειρότερο απ’όλα δεν είναι αυτό, στο κάτω κάτω το βαρύ φορτίο της ελευθερίας σας που μου φορτώσατε είναι ευλογία, μου δίνει κάποιο σκοπό ζωής οφείλω να παραδεχτώ, τι άλλο θα έκανα αν δεν είχα αυτό, ας μην είμαι άδικος μαζί σας, είσασταν γενναιόδωροι, που χαρίσατε απλόχερα ένα νόημα, ένα κάτι που να δικαιολογεί την ύπαρξή μου, εδώ που τα λέμε, ίσως τελικά θα έπρεπε να σας ευγνωμονώ, τι άλλο θα έκανα από το να γκρινιάζω για την ύπαρξη που μου φορτώσατε, δεν θα είχα λόγο ύπαρξης, είναι αλήθεια, αλλά και η ανυπαρξία είναι λύση; Αν σου έχει χαριστεί με το στανιό η ύπαρξη, κάτι πρέπει να βρεις να την κάνεις, πράγματι. Έχουμε κάτι κοινό εσείς κι εγώ, μας χαρίστηκε με το ζόρι η ύπαρξη, είμαστε αδελφές ψυχές ομολογώ, όταν θυμώνω μαζί σας, είναι σαν να θυμώνω με τον εαυτό μου. Εδώ που τα λέμε ίσως θα έπρεπε να σας πω ένα ευχαριστώ, ήμουν κάπως σκληρός μαζί σας. Εσείς κι εγώ, εγώ κι εσείς, εγώ είμαι εσείς! Μα πώς δεν το είχα καταλάβει νωρίτερα. Θα εμφανιστώ μπροστά σας, αδέλφια μου, να σας αγκαλιάσω. Με κάνετε και νιώθω λιγότερο μόνος και άρα πιο υπαρκτός. Με τσιμπάω και σχεδόν νιώθω πόνο. Ζω!

(Σηκώνεται γαλήνιος και ξαλαφρωμένος έχοντας ξεχάσει ποιο είναι το χειρότερο και πάει να τους συναντήσει κάτω από το δέντρο)

-Ήρθα.
-Α, ήρθες Γκοντό; Σε περιμέναμε όλη μας τη ζωή. Κάθισε.
-Και τώρα ποιον θα περιμένουμε όλοι μαζί;
-Αυτόν.
-Ποιον αυτόν;
-Δεν έχει όνομα. Είναι χάσιμο χρόνου τα ονόματα.

( Οι τρεις μαζί, κάθονται κάτω από το δέντρο και ατενίζουν τον άδειο ορίζοντα περιμένοντας αυτόν)
 

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

Θέατρο Μικρή Πόρτα Ξένιας Καλογεροπούλου-Ο τυχερός στρατιώτης


Η Ξένια Καλογεροπούλου μαζί με το Θωμά Μοσχόπουλο διασκεύασαν και δραματοποίησαν ένα ρώσικο παραμύθι με αποτελέσματα τουλάχιστον αντάξια της εδραιωμένης εδώ και χρόνια φήμης τους. Το εγχείρημα από κάθε άποψη είναι εξαιρετικό.

Θεματικά εκτυλλίσσεται η πορεία του ρώσου στρατιώτη που επιστρέφει από τον πόλεμο και δε βρίσκει το σπίτι του (οι δημιουργοί μας κλείνουν συνωμοτικά τα μάτι με πολλούς τρόπους αφήνοντας ασαφές το αν αν έχει γκρεμιστεί το σπίτι του ή υπάρχει αλλά δεν το νιώθει πια ως τέτοιο και όλα αυτά με λίγες κομμένες στη μέση λέξεις, με σιωπές και εκφράσεις). Αποκτά τώρα ένα «άδειο μέσα του» κυριολεκτικά και μεταφορικά, πρώτη φορά παρά τις δύσκολες μάχες του πολέμου που βίωσε. Συνεχίζει την πορεία του για να βρει σπίτι, να πάψει  να νιώθει το κενό, ανταμοίβεται για τη φιλάνθρωπη γενναιοδωρία του με σπουδαία δώρα, που όμως η σημασία τους δε θα φανεί παρά πολύ αργότερα: μια παλιά τράπουλα που πάντα κερδίζει, ένα μουσικό όργανο ( -Μα δεν ξέρω να παίζω, -Δεν ξέρεις τι ξέρεις..., έρχεται η απάντηση) και ένα μαγικό σακί που ό,τι ονοματίζεις μπαίνει μέσα). Τα τρία δώρα λοιπόν κατά τα πρότυπα του λαϊκού παραμυθιού, τα οποία θα χρησιμοποιήσει δεόντως όταν φτάσει στην πολιτεία. Κατεστραμμένη γεμάτη τυχοδιώκτες, το παλάτι του τσάρου κατοικημένο από διαβόλους, ο τσάρος άφαντος, ο στρατιώτης όμως χρησιμοποίησε τα δώρα και έκανε δικό του το παλάτι, πλούτη πολλά, «φίλοι» πολλοί, το άδειο μέσα του συνεχίζει. Αρχίζει να γεμίζει όταν ερωτεύεται και τελικά παντρεύεται την κόρη του τσάρου. Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα; Όχι απλοϊκότητες για τα παιδιά, η παράσταση συνεχίζεται, ο θάνατος κτυπά την πόρτα, τρόπος ανάλαφρος στην αρχή, ο τυχερός στρατιώτης παίρνει από τον διάβολο που έχει κλεισμένο στο σακί, ένα μαγικό ποτήρι και βλέπεις μέσα από αυτό ποιος ετοιμοθάνατος μπορεί να σωθεί και ποιος όχι. Όλα καλά, ο φιλάνθρωπος στρατιώτης που έχει εν τω μεταξύ γίνει τσάρος ραντίζει με το νερό του ποτηριού όσους μπορούν να σωθούν, μια κοινή δουλειά καταντάει στην επαναληπτικότητά της, όταν όμως βλέπει πως το παιδί του δεν σώζεται, πίνει όλο το περιεχόμενο του ποτηριού, ρουφάει όλο το θανατικό, γέμισε για τα καλά το άδειο μέσα του, το παιδί σώζεται, όχι όμως ο ίδιος. Βρίσκει τρόπο να γλιτώσει και τον εαυτό του και την ανθρωπότητα όλη από το θάνατο, τον βγάζει από μέσα του και τον κλείνει στο μαγικό σακί, οι άνθρωποι πέφτουν από γκρεμούς μα δεν πεθαίνουν, μόνον υποφέρουν και γερνάνε στο διηνεκές του χρόνου. Φτάνει πια κραυγάζουν, ο τυχερός στρατιώτης ανοίγει το σακί, βγαίνει ο θάνατος και αποκαθίσταται η τάξη και οι φόβοι των παιδιών.

Οι επιρροές πολλές παρελαύνουν αξιοθαύμαστα αφομοιωμένες, εδραιώνονται και αποκαθηλώνονται ταυτοχρόνως μέσα από την κωμικότητα: ο Μπέκετ (σε όλη τη διάρκεια της παράστασης οι ηθοποιοί περιμένουν «αυτόν», έναν άλλο Γκοντό) να τους πει τι να κάνουν, μα ποτέ δεν έρχεται), ο Φάουστ (ο τυχερός στρατιώτης στοιχηματίζει την ψυχή του σε μια παρτίδα χαρτιά με το διάβολο), ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα (η κόρη του τσάρου στο μπαλκόνι της ερωτεύεται τον ήρωα από τη μουσική που παίζει), ο παπαγάλος της Λιλιπούλης ( το παιδί του τυχερού στρατιώτη), τα λαϊκά παραμύθια (το μαγικό στοιχείο, τα τρία δώρα, το φτωχό παλικάρι που παντρεύεται βασιλοπούλα), τα τηλεοπτικά παιγνίδια (κάθε φορά που πετυχαίνει κάτι ο ήρωας ανάβει μια φωτεινή επιγραφή που λέει «ο τυχερός στρατιώτης» και όλοι επευφημούν κατά τα πρότυπα τηλεπαιγνιδιού). Το κωμικό στοιχείο διαποτίζει όλα σχεδόν τα μέρη της παράστασης κατά τρόπο ώστε να προωθείται η αποκαθήλωση των κλισέ, των στερεοτύπων περί πορείας, περί εγώ, περί ευδαιμονισμού, περί έρωτος, περί θανάτου.

Τα σκηνικά εξαιρετικά αφαιρετικά εν πολλοίς, μία στεφάνη γίνεται φεγγάρι, ήλιος, λίμνη, σακί και χίλια δυο άλλα πράγματα, οι ηθοποιοί, όλοι τους εξαιρετικοί, αλλάζουν ρόλους επί σκηνής, ο πρωταγωνιστής, ο τυχερός στρατιώτης είναι μία συρμάτινη μαριονέττα που τη ζωντανεύουν τουλάχιστον τρεις διαφορετικοί ηθοποιοί, με λίγα λόγια εδώ απουσιάζουν τα φανταχτερά σκηνικά και κουστούμια που αποπροσανατολίζουν, εδώ η σκηνογραφία και η ενδυματολογία είναι τέτοια που να ωθούν τη φαντασία του παιδιού να συμπληρώσει, να τροποποιήσει να επέμβει, δεν υπάρχει μασημένη τροφή σε κανένα επίπεδο. Το ίδιο συμβαίνει και με το λόγο. Απλός, απλούστατος, κατανοητός ακόμα και από τρίχρονο, αλλά όχι απλοϊκός.

Ένα μόνον αρνητικό. Φαντάζει αρκετά δύσκολο μετά από όλα αυτά να βρεθεί κάποια άλλη παράσταση τόσο ολοκληρωμένη σαν προσπάθεια. Είναι βαρύ δυστυχώς για τους θεατρόφιλους το μέτρο σύγκρισης.

Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011

Το βλέμμα σου θα μου δώσει όνομα;

-Κυνηγάς τη ζωή;
-Κυνηγώ τη λέξη.
-Είναι η λέξη ζωή; Τότε το βλέμμα μου τι είναι;
-Κυνηγώ τον ανυπόκριτο θαυμασμό του βλέμματός σου για τη λέξη μου.
-Κι αν δεν στον δώσω;
-Κι αν δεν μου τον δώσεις το θαυμασμό του βλέμματος σου, θα κάψω τη λέξη μου, θα γίνω αιρετικός.
-Οι αιρετικοί γίναν τέτοιοι γιατί δεν τους χώραγε ούτε η ζωή ούτε η λέξη. Εσένα δε σε χωρά το βλέμμα μου. Δε σε χωρά όταν δε σε θαυμάζω. Είσαι αιρετικός;
-Είσαι πιστός; Σε τι πιστεύεις; Στη ζωή; Τι είναι ζωή; Μήπως ο ήλιος, αυτός που δεν χώρεσε ούτε τον ποιητή και τον έκανε με τη λέξη του ηλιάτορα, μπας και τον χωρέσει;
-Ο ποιητής δεν τον έκαψε τον ήλιο με τη λέξη του, τον μεγάλωσε να μας χωρέσει όλους. Ο ποιητής δεν διώχνει το τρέμουλο του χεριού σου, ούτε τη θαλασσινή σπηλιά που φωλιάζουν νεράιδες και γαλάζιοι πρίγκηπες, ούτε το  πιο μικρό σκουλήκι, ούτε το πιο μεγάλο θεριό, αυτά είναι η ποίηση και η ζωή του, αυτά είναι η ποίηση της ζωής του.
-Είσαι ποιητής;
-Ο ποιητής δεν καίγεται ποτέ από τον ήλιο. Καίγεται από την αλαζονεία της μοναξιάς του. Και τότε παύει να είναι ποιητής.
-Είσαι ποιητής;
-Αν ποιητής είναι αυτός που δεν κυνηγά τις λέξεις, αλλά τα βλέμματα, μόνον τότε είμαστε όλοι ποιητές.
-Εγώ τι είμαι;
-Ένας ποιητής με καμένο βλέμμα. Ένας ευνούχος ποιητής.
-Είσαι σκληρός.
-Σκληρή είναι ζωή. Όχι οι λέξεις. Ούτε εγώ.
-Πώς σε λένε;
-Για σένα Ούτις, για τους άλλους τρέμουλο του χεριού, θαλασσινή σπηλιά, σκουλήκι ή θεριό. Το βλέμμα σου θα μου δώσει όνομα.

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

Κ.Κ. 13 ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη σε μουσική της Λένας Πλάτωνος και σκηνοθεσία του Δημήτρη Παπαϊωάννου

Κ.Κ. 13 ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη σε μουσική της Λένας Πλάτωνος και σκηνοθεσία του Δημήτρη Παπαϊωάννου-ερμηνεύει ο Γιάννης Παλαμίδας

Κι όμως είχε κάτι ακόμα να πει ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Ανασυρμένος από τα βάθη μιας μνήμης εφηβικής αναγνωσμάτων του παρελθόντος, ήρθε στο φως με νέα ενδύματα, δύσκολα αναγνωρίσιμος, όμως ο στίχος ήταν εκεί, ο ίδιος κι απαράλλαχτος, η ίδια συγκίνηση, όχι νοσταλγική από γρατζούνισμα της μνήμης, συγκίνηση νέα, λέξη τη λέξη που ξαφνικά αυτονομήθηκε, κάθε λέξη βαρειά μες στο δικό της σύμπαν, μαύρη τρύπα που καταπίνει τον εαυτό της να γεννηθούνε αστέρια, κάθε λέξη του μικρού ποιήματος διεστάλη να αντέξει το βάρος της, τώρα, μετά από τόσα χρόνια σκόνης πάνω της στο ξεχασμένο ράφι της βιβλιοθήκης, βλέπω πόσο βαρειά ήτανε η συγκίνηση για τα ποιήματά του, που τώρα πια φαίνεται λέξη τη λέξη.

Αστοχίες πέραν τούτου ένα σωρό, από τη συνθέτρια, τον ερμηνευτή, τον χορευτή με την ιδιότητα του σκηνοθέτη εδώ. Η μανιέρα του ερμηνευτή ακόμα κι εκεί που δεν ταιριάζει να αποπροσανατολίζει, η μουσική της συνθέτριας να επαναλαμβάνεται σε κάθε στίχο χωρίς να εξελλίσσεται, και άλλα, και άλλα, αλλά όλα αυτά μαζί δεν πτοούν τη λέξη του στίχου, σηκώνεται, τινάζει τη σκόνη και συνεχίζει με ή χωρίς εμάς, ιδεώδης, όπως θα την ήθελε ο  Κωνσταντίνος Καβάφης.

Η Λένα Πλάτωνος έμοιαζε εγκλωβισμένη στη μουσική της χωρίς δυνατότητα να την πάει πιο πέρα, να δώσει κάτι καινούριο. Όχι με την ανάγκη μιας πρωτοτυπίας για την πρωτοτυπία, αυτής που είναι προκάλυμμα της στατικότητας, αλλά του αληθινά νέου που πατάει στο παλιό, του αληθινά πρωτοποριακού χωρίς αναμασήματα της παλιάς δημιουργικότητας. Πάντως έμεινε συνεπής ως προς το αγαπημένο χρώμα της, το φυλακισμένο άσπρο.

Ο Γιάννης Παλαμίδας, περιχαρακωμένος κι αυτός στην παγιωμένη φωνητική μανιέρα του Σαμποτάζ, άφηνε την εξαίσια γκάμα της φωνής του να σαμποτάρει πολλούς στίχους του Καβάφη επιμένοντας στους παλιούς πλην όμως εν πολλοίς αταίριαστους εδώ εκφραστικούς του τρόπους. Ειρωνεία εκεί που θα έπρεπε να περνάει συμπόνοια, επιφανειακή παιδικότητα εκεί που θα έπρεπε να αποδίδει με την ερμηνεία του αθωότητα.

Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, όσο χαρισματικός κι αν είναι, θυσίασε εδώ το βαθειά ερωτικό πνεύμα πολλών Καβαφικών στίχων περιορίζοντας το σε ομοφυλοφιλικό. Όσο καλοπροαίρετος κι αν είναι κανείς, δεν μπορεί να αντιληφθεί γιατί οι ερωτικές επιλογές του Καβάφη πρέπει να περιορίζουν τόσο εμμονικά την ευρύτητα της ποίησής του, και τι σχέση μπορεί να έχουν με τη διαχρονική αξία του έργου του οι προσωπικές επιλογές του ποιητή. Ποιον αλήθεια αφορά κάτι παρακάτω και μονόπλευρο από τον Έρωτα στα ερωτικά ποιήματα του Καβάφη; Κι ακόμα περισσότερο συλλογάται κανείς ότι η πρόκληση συνήθως αποπροσανατολίζει και πουλάει. Όμως το ζητούμενο είναι η πρόκληση που θα σπάσει το κουκούτσι για να φτάσουμε στον πυρήνα και όχι η πρόκληση που θα τραβήξει το βλέμμα μας μακριά και από κουκούτσια κι από πυρήνες. Στα λοιπά όμως ποιήματα που σκηνοθέτησε, κατάφερε, αν κανείς ξέφευγε από την περιορισμένη σκηνοθετική του ματιά στα ερωτικά, να αναδείξει τον Καβαφικό στίχο με τρόπο που του ταιριάζει.

Ο Καβάφης παρά τις όποιες αστοχίες κατάφερε να είναι παρών. Να μην χαθεί εξαιτίας τους. Ίσως τελικά μόνον και μόνον για αυτό άξιζε να τιτιβίσει κανείς στο τέλος της συναυλίας, αν και πιο χαμηλόφωνα από περασμένους καιρούς.

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

Ο καλός καλικάντζαρος και οι δύο συμβουλές- χριστουγεννιάτικο παραμύθι

Aπό το βιβλίο "Αερικά ξωτικά και καλικάντζαροι" του Θάνου Βελλουδίου, του ζωγράφου Π.Τέτση

-«Είμαι καλικάντζαρος,
    καλός, κακός και άντζαρος!»
Ξελαρυγγιάζονταν να τραγουδούν οι άλλοι καλικάντζαροι μέρες χρονιάρες που ήταν. Κόντευαν Χριστούγεννα κι είχαν όλοι τους ανέβει πάνω στη γη να κάνουν όσο πιο πολλές ζαβολιές και καλικαντζαριές μπορούσαν. Εκείνος προσπαθούσε να τραγουδήσει όσο πιο παράφωνα γινόταν, μα δεν τα κατάφερνε. Όλο και του ξέφευγε μια όμορφη νότα, όλο και κάποια μελωδία. Τα άλλα ζούδια τον στραβοκοίταζαν.
-«Ε, πρόσεχε τραγουδάς όμορφα σαν άνθρωπος! Πιο φάλτσα, πιο φάλτσα, προσπάθησε!»
Προσπαθούσε ξαναπροσπαθούσε αλλά δεν τα κατάφερνε. Και να ήταν μόνον αυτό; Πήγαινε να χοροπηδήσει κι αντί για αυτό χόρευε! Πήγαινε να βρωμίσει και στο τέλος στόλιζε ό,τι άγγιζε. Όταν μάλιστα μια μέρα τον είδε η μαμά του να κόβει τα βρωμερά του νύχια έβαλε τα κλάμματα.
-«Αχ, ζούδι μου, τι θα πει ο κόσμος αν σε δει με καθαρά νύχια;»
Ο κόσμος των καλικαντζάρων είπε με ουρλιαχτά χοροπηδητά και πειράγματα  ένα θαυμάσιο εξαιρετικά παράφωνο τραγούδι:
-«Έξω, φεύγα, δεν είσαι καλικάντζαρος εσύ!
   Έξω φεύγα, είσαι καλός, καλλίφωνος και κάλλιστος
   και όχι καλικάντζαρος κακός, κακόφωνος και κάκιστος!»

 από το βιβλίο "Αερικά ξωτικά και καλικάντζαροι" του Θάνου Βελλουδίου, του ζωγράφου Γ.Γλιάτα)

Ο καλός καλικάντζαρος μάζεψε την καλοσύνη του και τι να κάνει, πήρε δρόμο. Πήγε στον κόσμο των ανθρώπων. Επιτέλους σκέφτηκε και αναγάλιασε η καλικαντζαρίσια του καρδιά, εκεί θα τραγουδώ όσο μελωδικά θέλω, θα καθαρίζω αντί να βρωμίζω και θα έχω νύχια καθαρά. Ντύθηκε, πλύθηκε στολίστηκε και έφτασε. Στην αρχή όλα πηγαίνανε καλά, τραγουδούσε σε χορωδίες, πήγε σχολείο, ποτέ δεν μουντζούρωνε το θρανίο του, έγινε καλλιγράφος και στόλιζε με πανέμορφες ουρίτσες τα γράμματά του. Κάποια μέρα όμως θυμήθηκε την καλικαντζαρίσια του φύση και ζωγράφισε όχι καλλιγραφικές, μα καλικαντζαρίσιες ουρίτσες στα γραμματάκια του. Τα μάτια της δασκάλας στένεψαν θυμωμένα και τα άλλα παιδιά άρχισαν να τον κοροϊδεύουν σαν καλικάντζαροι. Μια άλλη φορά, που έλεγε τα κάλαντα, αντί για μελωδία τού βγήκε άθελά του ουρλιαχτό. Οι νοικοκύρηδες του σπιτιού ούρλιαξαν και αυτοί από φρίκη και του έκλεισαν την πόρτα κατάμουτρα. Όταν πια τον είδαν να έχει ξεχάσει να κόψει τα βρωμερά του νύχια, τότε οι άνθρωποι βεβαιώθηκαν πως δεν ήταν άνθρωπος, όχι εντελώς τουλάχιστον, και του τραγούδησαν εξαιρετικά καλλίφωνα ένα τραγούδι της όπερας:
-«Έξω, φεύγα, δεν είσαι άνθρωπος εσύ!
    Έξω, φεύγα, είσαι κακός, κακόφωνος και κάκιστος
    και όχι άνθρωπος καλός καλλίφωνος και κάλλιστος!»

Tι να κάνει πια, μάζεψε προσεχτικά την ουρά του κάτω από το παλτό του και παίρνει δρόμο. Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει, ξαναπαίρνει άλλο δρόμο, αλλά πού να φτάσει δεν ξέρει. Εκεί που περιπλανιόταν βλέπει ένα έλκηθρο που το σέρνανε τάρανδοι να περιμένει πάνω από ένα σπίτι.
-«Τι είναι τούτο άραγε», σκέφτηκε. Βλέπει μέσα στα σκοτάδια ένα κόκκινο φωτάκι, πλησιάζει.
-«Με λένε Ρούντυ και μου αρέσουν τα αινίγματα, εσένα;», του λέει το κόκκινο φωτάκι.
Κοιτάζει καλύτερα και βλέπει πίσω από αυτό έναν τάρανδο.
-«Δεν είμαι καλικάντζαρος, δεν είμαι άνθρωπος, τι είμαι;» απαντά η καλικαντζαρίσια ουρά που είχε στο μεταξύ ξεμυτίσει από το παλτό.
-«Χμμ, δύσκολο αίνιγμα», ξύνει τη φωτεινή κόκκινη μύτη του ο Ρούντυ, «για δοκίμασε τη μύτη μου να δεις μήπως είσαι τάρανδος του Άη Βασίλη. Από εκεί ψηλά που θα πετάς, δε θα νοιάζεσαι ούτε αν είσαι άνθρωπος, ούτε αν είσαι καλικάντζαρος».
Φοράει την κόκκινη μύτη ο καλός καλικάντζαρος και ούτε σκέφτηκε από τη χαρά του να ρωτήσει ποιος είναι αυτός ο Άη Βασίλης. Δοκιμάζει να χοροπηδήσει ο καλικαντζαρίσιος του εαυτός και η μύτη όλο του έπεφτε. Δοκιμάζει να κάτσει ήσυχα ο ανθρώπινός του εαυτός, η μύτη δεν άναβε.
-«Μόνο άμα πετάς στα σύννεφα θα δουλεύει η μύτη», είπε ο Ρούντυ και την ξαναφόρεσε.
-«Θα το σκεφτώ, σ’ευχαριστώ», αναστέναξε ο καλός καλικάντζαρος και απόρησε φεύγοντας ποιος να είναι αυτός ο κύριος με την άσπρη γενειάδα και τον κόκκινο σκούφο που πάλευε να ξεκολλήσει από την καμινάδα.

 Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, ξαναπαίρνει άλλο δρόμο, αφήνει άλλον ένα, ώσπου βλέπει ένα παράξενο στρατιωτάκι να χορεύει μπαλέτο δίπλα από ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο.
-«Μήπως ξέρεις πώς να πάω; Έχω χαθεί», του λέει ο καλός καλικάντζαρος και κάθεται ξεθεωμένος από τα πήγαινε-έλα κάτω από το δέντρο με τα πολλά λαμπάκια.
-«Να πας πού;» απαντά το στρατιωτάκι χωρίς να σταματήσει το χορό.
-«Μα σου είπα, δεν ξέρω, έχω χαθεί», λέει και η καλικαντζαρίσια του ουρά ετοιμάζεται να πριονίσει το δέντρο.
Το στρατιωτάκι-χορευτής είδε την ουρά, είδε και τα ήμερα ματάκια του και κατάλαβε.
-«Άλλος ένας παραστρατημένος καλικάντζαρος» σκέφτηκε από μέσα του και είπε φωναχτά:
-«Βγες από το παραμύθι σου και όλα θα είναι μια χαρά, γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν καλικάντζαροι. Δες εμένα», συνέχισε κάνοντας μια πιρουέτα, «όταν δεν χορεύω στο χριστουγεννιάτικο παραμύθι μου, σπάω απλά καρύδια και δεν έχω ούτε το βασιλιά των ποντικών να πολεμήσω ούτε άλλον κανένα. Να σου συστηθώ. Λέγομαι Καρυοθραύστης. Σου αρέσουν τα καρύδια;» απλώνει το χέρι να του προσφέρει μερικά.
-«Η αλήθεια είναι ότι δεν τα προτιμώ» είπαν ευγενικά τα ήμερα ματάκια του, την ίδια στιγμή που η καλικαντζαρίσια του ουρά έσπαγε απλά μια μπάλα.
Τον τρόμαξαν τον καλό καλικάντζαρο και τα καρύδια που τα σιχαινόταν και η μπάλα που έσπασε κι όπου φύγει φύγει.

Τι να κάνει τώρα; Έκανε το μόνο πράγμα που ήξερε να κάνει καλά. Δρόμο να παίρνει, δρόμο να αφήνει, να ξαναπαίρνει άλλο δρόμο κι άντε πάλι από την αρχή. Κουράστηκε, πού να κάτσει, βλέπει ένα τσίρκο, χώνεται μέσα κι αυτός κι η ουρά του, ετοιμαζόταν να κοιμηθεί, να ξεκουραστεί επιτέλους.
-«Κυρίες και κύριοι, θαυμάστε τον ακροβάτη που ποτέ δεν πέφτει ούτε από τη μια ούτε από την άλλη πλευρά, ισορροπεί σε τεντωμένο σχοινί, κοιτάξτε τον!», φωνάζει με τον τηλεβόα ένας παχουλός κύριος με ημίψηλο καπέλο.
Ο δύστυχος καλικάντζαρος κοιτάζει μιας και δεν τον άφηνε η φωνή να κοιμηθεί. Γουρλώνει τα ήμερα μάτια του, τεντώνει την ουρά του και έτσι μείνανε και τα δύο όση ώρα ισορροπούσε με τρόπο θαυμαστό ο ακροβάτης χωρίς να πέφτει.
-«Αυτό είναι!» σκέφτηκε και από μέσα του κι απ’έξω του, «θα γίνω ακροβάτης, να βαδίζω στο σχοινί και να μην πέφτω ούτε στους καλικάντζαρους ούτε στους ανθρώπους! Να ξεγουρλώσουν τα μάτια μου και να κουλουριαστεί η ουρά μου αν δε γίνω!».
Τα μάτια του μέχρι σήμερα συνεχίζουν να είναι γουρλωμένα και η ουρά του τεντωμένη. Έπιασε δουλειά στο τσίρκο που από τότε γεμίζει καλικαντζάρους και ανθρώπους για να τον δουν.

Κι αν βιάζεστε να πάτε κι εσείς, μη ρωτάτε για το πότε, γιατί ο καλός μας ο καλικάντζαρος ένιωθε τόσο καλά πάνω στο τεντωμένο σχοινί, που δεν ξανακατέβηκε από εκεί. Μπορείτε να τον θαυμάσετε ό,τι ώρα και ό,τι χρονιά θέλετε. Εκεί θά’ναι, σας περιμένει, και τους καλικαντζάρους και τους ανθρώπους.

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

Δρομέας

Γαλάζιο κεφάλι, ξέθωρα μάτια, θά’ταν γυάλινα αν δεν ξέρναγαν δέος σε κάθε του βήμα. Φοβισμένο, αβέβαιο, το ένα πληγιασμένο ποδάρι να ακουλουθεί το άλλο, πάνω σε μυτερά κοτρώνια πυρωμένα από τη σκοτεινιά, αίμα ανάκατο με χολή αφήνει στο διάβα του. Κι ύστερα το δέος γίνεται δάκρυα γλυκά, τρέχουν στους αμμουδερούς λόφους που έρπει σούρνοντας τα νύχια του. Τα ρουφηγμένα μάγουλα ξεπατικώνουν τις νυχιές του στην άμμο, μα ένα στόμα στρογγυλό, χείλη ματωμένα, ρουφά άπληστα ανάσες μυρωδιές φιλήματα ήλιους κελαρύσματα γέλια γάργαρα ηλιαχτίδες μαχαίρια.

Με κόπο πολύ βγαίνει στη θάλασσα. Ένα δέντρο ανεμίζει στα πλάτη της ολόρθο, δες θάμα, όμως άπνοια, φυσάει τώρα δα μετά από χίλια χρόνια αγέρι τετράφυλλο τριφύλλι, μα τα δάχτυλα του δέντρου στρεβλωμένα κι ανοιχτά δίχως φύλλα, δεν το κρατούν, σφυρίζει άπραγο ανάμεσo τους. Καβάλα τα μακριά άσπρα του μαλλιά στο ξερό δεντρί, όμως αυτό δεν κινάει. Τα πλέκει στα κλαδιά, ικέτης σε αγίους και θεούς, δε φτάνει. Κοιτά πάνω του, τίποτε δεν του μένει, τραβά τα κουρέλια του τα κάνει πανιά, δέστε, ένα κατάρτι αρμενίζει μοναχό, κι ας του λείπει το σκαρί, χωρίζει τη θάλασσα στα δυο! Θρίαμβος πουθενά στο γουβωμένο βλέμμα, μόνον δέος, μόνον δέος για τα θάματα γύρω του. Τα άσπρα του μαλλιά μεγαλώσανε στο πληγιασμένο μάρμαρο του κορμιού του, ανακατεύτηκαν με τα φύκια του πάτου. Μα αυτός ακόμα αρμενίζει.

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

Χρησμοί

«Κανείς δε γυρίζει πίσω. Ακόμα κι αν φύγει. Κολλάει εδώ. Μέχρι το τέλος. Παρέα με την ψευδαίσθηση ότι δεν υπάρχει τέλος. Κι αυτό ακόμα λίγο δεν είναι. Λίγο είναι να μην πας. Από φόβο ότι δεν θα τα καταφέρεις».
Έτσι του είπε και χάθηκε. Απόμεινε άλαλος να συλλογιέται το κακό συναπάντημα, αν ήταν στον ύπνο του ή στον ξύπνιο του, και αργότερα αν ήταν όταν καθάριζε κρεμμύδια ή στίλβωνε τα ασημικά. Και πιο μετά αν ήταν στην αρχή του βραδυνού κατουρήματος ή στο τέλος. Μέχρι που αποφάσισε ότι όνειρο ήταν κι όχι συναπάντημα. Με τον εαυτό του.


«Δεν μπορείς να τον περιμένεις. Ακόμα κι αν το κάνεις, δε θα τον βρείς. Ακόμα κι αν μείνετε ίδιοι κι εσύ και αυτός, το εδώ, το εδώ που τον περιμένεις θα έχει γίνει αλλού. Και δε θα τον γνωρίσεις, ούτε θα σε γνωρίσει».
Άκουγε και έβλεπε τον εαυτό του ακίνητο σε κυλιόμενο διάδρομο με όλα γύρω να κυλίονται, να περνούν άνθρωποι με αντίθετη κατεύθυνση, σπίτια, δέντρα, αστέρια, σπασμένα παιδικά παιγνίδια, ξέπνοες λέξεις χρησμών, παιδικές σάκες, κουρτίνες που ανεμίζουν. Πέρασε δίπλα του μαζί με όλα τ’΄αλλα, μα δεν τον γνώρισε. Ούτε αυτός εκείνον.


«Να πέσεις. Προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Ο πόνος ίδιος. Η διαφορά μικρή. Αρκεί να πέσεις».
Ακροβατούσε σε τεντωμένο σχοινί και τό’λεγε σαν προσευχή ξανά και ξανά. Προσευχόταν να πέσει μα δεν έπεφτε. Ήταν καλός σχοινοβάτης. Ισορροπούσε τέλεια στη μετριότητα του οριζόντιου σχοινιού.


«Ο συγγραφέας γράφει επειδή βασανίζεται. Αν πάψει να βασανίζεται, θα πάψει να γράφει. Όταν εύχεται την ευτυχία, είναι σαν να πετά τη δημιουργία. Όταν εύχεται τη δυστυχία, δεν είναι συγγραφέας».
Άκουγε έναν αντίλαλο μακρινό την ώρα που στο μπακάλικο αγόραζε λίγη δυστυχία για να γράψει το καινούριο του μπεστ σέλερ. Δεν έδωσε σημασία όταν κάποιος του ζήτησε μισό κιλό φέτα.

Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

Το χιλιαρικάκι

Ο καπετάνιος καμάρωνε τη Σιδερή του να καθρεπτίζεται στα ήσυχα νερά, όραμα μιας ζωής που πότε χανόταν πότε φαινόταν μέσα από τις τούφες του καπνού που φούμαρε. Τα μάτια του πετάριζαν το χιλιάρικο που του τάξανε οι κυνηγοί να τους περάσει σε τούτο το ξερονήσι. Έβλεπε κιόλας να απλώνονται στα βράχια μπροστά του τα μανωμένα που θα αγόραζε με τούτους τους παράδες, να τη στολίσει. Τα παλιά τα δίχτυα κουρέλια, πού να κρατήσουν την ψαριά. Εκεί απάνω στη ρέμβη τον κτυπάει στα ρουθούνια κακοκαιρία που σιμώνει. Σουφρώνει τα φρύδια και αγναντεύει τη σκέπη του Θεού. Ασυννέφιαστη. Σκουπίζει το ιδρωμένο του μέτωπο από τον καυτό Σεπτεμβριάτικο ήλιο του πρωινού. Ησυχάζει, μα τα ρουθούνια του παίζουν καχύποπτα. «Ρε θες νά’ρχεται κανά μπουρίνι; Δε βαριέσαι, μια φορά το χιλιαρικάκι είναι δικό μου» χτυπάει στα αυτιά του η φωνή του. Κοιτάει δώθε-κείθε μην τον ακούει κανείς, οι κυνηγοί φευγάτοι σπαρμένοι στα κατσάβραχα. «Διαολότοπος», φτύνει τη γόπα στη θάλασσα, «μόνο κοτρώνια, ζούδια, οχιές, κανά πετούμενο περαστικό άντε και κυνηγοί». Κοιτάει πάλι, κανείς δεν τον ακούει. Οι ντουφεκιές μοναχά φτάνουν δω πέρα στην παραλία. Σηκώνει το γιακά του, πούθε, διάολε, βρεθήκαν τέτοιοι λυσσασμένοι αέρηδες. Αγκαλιάζει με τη ματιά τη Σιδερή του. Το μπουρίνι την τραμπαλίζει μα δεν κινδυνεύει.

Ανάβει δεύτερο τσιγάρο. Απάνω στην πρώτη ρουφηξιά πιάνει η ματιά του το μπουλούκι των κυνηγών να ροβολάει προς το μέρος του τρεχάλα κουβαλώντας στα χέρια έναν από δαύτους. Ένα γύρισμα του ανέμου του έφερε μέσα στην κοσμοχαλασιά βογγητά. Με το τσιγάρο στο στόμα κοιτάζει μια τα κύματα που όσο πήγαινε θεριεύαν, μια τους βόγγους και τα ντουφέκια που χοροπηδάγανε στις ράχες των κυνηγών από τη βιάση, μια τα δίχτυα που άπλωνε στα βράχια το χιλιάρικο.
«Γούστο θά΄χει να τόνε δάγκωσε κανά φίδι» μουρμούρισε ανάμεσα στους αφρούς των κυμάτων που τον αρπάζανε πια από τα πόδια.
«Καπετάνιο, βάλε μπρος», ακούει καθαρά πια, τόσο είχανε ζυγώσει τα ντουφέκια και οι βόγγοι.
«Τρελαθήκατε μωρέ, τον καιρό δεν τον εβλέπετε;», κάνει τα χέρια του χωνί.
«Βάλε μπρος, να τόνε πάμε στο νοσοκομείο. Νταούλιασε από το δάγκωμα της αναθεματισμένης της όχεντρας. Δεν τόνε βλέπεις;» τον ζώσανε πια οι κυνηγοί.
«Δεν παγαίνω πουθενά. Να κοπάσει πρώτα το μπουρίνι. Μ’ακούτε; Τι με κοιτάτε. Όλοι θα πάμε έτσι στον αγύριστο, όχι μονάχα τούτος.». Γυρνάει την πλάτη και καμωνόταν πως έσιαχνε τα βρακιά του.

Μια ριπή του ανέμου σφύριξε θαρρείς σαν τελεσίγραφο. Ο δαγκωμένος σφάδαζε από τους πόνους πιο δυνατά από τα κύματα που πεθαίνανε σκάζοντας παρακεί. Ο καπετάνιος γάντζωσε τα μάτια στη Σιδερή του που έμοιαζε πια με καρυδότσουφλο. Ένα βλέμμα, έτσι γυρισμένος πού΄ταν τον κτύπησε στην πλάτη προτού τον ξεκουφάνει ο κρότος της βαρειάς φωνής.
«Βάλε μπρος». Νέτα σκέτα.
Ετούτος ο κυνηγός, που λέξη δεν είχε βγάλει ίσαμε τώρα, είχε κάνει ένα βήμα μπροστά. Τα θυμάρια που τσαλαπάτησε με τις μπότες του στόμωσαν τα ρουθούνια του καπετάνιου απειλητικά. Χωρίς να στραφεί ξύνει την πλάτη του με μανία να διώξει το βλέμμα που είχε κολλήσει και δεν έλεγε να φύγει.
«Παράτα με. Σύρε να πνιγείς μονάχος».
 Κοπάδι τα τρυγόνια από πάνω τους τρομαγμένα από τους αγέρηδες ρίξαν την περαστική σκιά τους που ανακατεύτηκε με των κυνηγών. Κανείς τους δε σήκωσε ντουφέκι. Τα αφήσαν και διαβήκαν. Ο κυνηγός με το βαρύ βλέμμα έριξε τη σκιά του στον καπετάνιο. Ένα ξερό κλικ τον ξεκούφανε από την κάνη που είχε κολλήσει στο μηνίγγι του.
«Ή όλοι ή κανείς» πυροβόλισε το στόμα του κυνηγού.
 Οι άλλοι σκύψαν το κεφάλι μην τους πάρουν τα σκάγια της φωνής του. Ο καπετάνιος πνιγόταν τώρα από τη βαρειά αποφορά των τσαλαπατημένων θυμαριών. Μπλοφάρει, φάνηκε από τα ακίνητα ματοτσίναρά του να σκέφτηκε. Μέσα στην παγωμάρα του δεν είχε καταλάβει πως όλη τούτη την ώρα έξυνε σα μανιακός την πλάτη του. Το βλέμμα του κυνηγού τού έτρωγε τις σάρκες. Δεν μπορούσε να το βγάλει από πάνω του. Κατάλαβε πως η κάνη τον σημάδευε στ’αλήθεια. Ένευσε ξέπνοα κουνώντας το κεφάλι και χωρίς να γυρίσει πήγε σκυφτός να βάλει μπρος τη Σιδερή του. Το χιλιαρικάκι δεν το ήθελε πια.

Σημείωση: Η ιστορία βασίζεται σε αληθινό περιστατικό

Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2010

Το τηλεσκόπιο-παραμύθι για παιδιά πρωτοσχολικής ηλικίας

Η Ισμήνη και ο Αριστοτέλης αγαπούσαν πολύ την αναρρίχηση και την περιπέτεια και δεν άφηναν ευκαιρία να πάει χαμένη. Κάποια μέρα η Ισμήνη κάνει τα χέρια της τηλεσκόπιο.
-«Βλέπω καλά;», αναρωτιέται, τρίβει τα μάτια της και ξανακοιτάζει.
-«Αριστοτέλη κοίτα με το τηλεσκόπιό σου!», του φωνάζει.
Το αγόρι κλείνει το ένα μάτι και κοιτάζει με το άλλο μέσα από το δικό του χέρι-τηλεσκόπιο.
-«Μια οροσειρά από γράμματα! Πάμε να σκαρφαλώσουμε!»

Καβαλάνε τα μαγικά τους φτιάρια και στη στιγμή βρίσκονται μπροστά σε ένα τεράστιο κεφαλαίο Α.
 -«Αν ανέβουμε στην κορυφή, μπορούμε να κάνουμε τσουλήθρα», λέει ο Αριστοτέλης.
Ξοπίσω του και η Ισμήνη, μα το Α ήταν πραγματικά πανύψηλο και δεν κατάφερναν τίποτα.
-«Αν σωριάσουμε δίπλα του σωρό λέξεις που αρχίζουν από Α; Άνθρωπος αόρατος ανεβαίνει ανέμους ανέμελος», λέει το κορίτσι.
-«Άμαξα ακατάστατη ακροβατεί αναποδογυρισμένη», λέει το αγόρι.
Ευθύς πατήσανε στις λέξεις από Α και φτάσανε στην κορυφή.

Κατεβαίνουν με γέλια και φόρα και προσγειώνονται στο Γ.
-«Τώρα πώς θα κατέβουμε; Να φτιάξουμε ένα αίνιγμα που η λύση του να αρχίζει από Γ! Τα λάθη σου σκουπίζω καθαρίζω, τι είμαι;»
-«Γόμα!», έλυσε το γρίφο ο Αριστοτέλης.
-«Δεν είμαι ούτε μαρίδα ούτε συναγρίδα ούτε κατσαρίδα, μα τελειώνω σε αρίδα, τι είμαι;»
-«Μήπως γαρίδα;»
-«Το βρήκες Ισμήνη!» Τα δυο παιδιά κάνανε ανεμόσκαλα τη γόμα και τη γαρίδα και κατεβήκαν από το Γ.

Αντίκρυ ήταν η πύλη του Π.
- «Πού να οδηγεί Ισμήνη;»
-«Μα στο παντού και το πουθενά, στο πότε και το ποτέ, στο πού και τον πουρέ!»
Διαβαίνουν την πύλη του Π με θάρρος και βρέθηκαν μονομιάς σε άλλον κόσμο. Παντού πάγκοι με πουτίγκα, πράσινα πράσσα σε παράγκες και παγάκια πάνω σε παγκάκια!
-«Πώς θα βγούμε από εδώ;»
-«Να γίνουμε πύραυλοι πυρακτωμένοι παντζάρια πασαλειμμένοι!», απαντά το κορίτσι.  
-«Σιχαίνομαι τα παντζάρια», παραπονέθηκε ο Αριστοτέλης. «Τι λες για παγωτά;»
-«Ωραία ιδέα!»
Ο πύραυλος εκτοξεύθηκε και τα παιδιά προσγειώθηκαν μπουκωμένα παγωτό στο Ρ.

-«Δύσκολη η ορειβασία στο Ρ», παραπονέθηκε ο Αριστοτέλης.
-«Ποια να είναι η συνθηματική λέξη για να κατέβουμε;»
-«Ρόδα!», λένε ταυτόχρονα οι δυο τους και ευθύς το αγόρι βρέθηκε με μια ρόδα ποδηλάτου στο χέρι και το κορίτσι με μια αγκαλιά ρόδα κόκκινα, τριαντάφυλλα ευωδιαστά. Στολίσαν τη ρόδα με ρόδα και ροβόλησαν από τo Ρ.

-«Πού πάμε;»
-«Γραμμή για το Μ!»
Εδώ το Μ, εκεί το Μ, πού είναι το Μ; Πουθενά. Ταράχθηκαν τώρα τα δυο παιδιά.
-«Αυτό είναι πολύ σοβαρό!», λέει o Αριστοτέλης. «Θα ζητώ να φάω μπούτι και θα μου σερβίρουν ένα ούτι. Τα μαύρα θα γίνουν αύρα και όταν παραπονιέμαι ότι είμαι μόνος, όλοι θα ακούνε ότι είμαι όνος! Πρέπει να σώσουμε τη γλώσσα από την καταστροφή!»
-«Πού να χάθηκε το Μ;», αναρωτιέται η Ισμήνη. Τα δυο παιδιά σοβαρεύουν. Είναι ώρα για δράση.
-«Πάω στοίχημα ότι κρύβεται σε μια τεθλασμένη γραμμή!»
-«Λες να τό’σκασε από το λεξικό και να πήγε σε κανένα βιβλίο γεωμετρίας ή μήπως σε κάποιον πίνακα ζωγραφικής;»
-«Να του στήσουμε παγίδα! Να δολώσουμε με λέξεις τα ι και να το ψαρέψουμε!»
Χώθηκαν λοιπόν τα δυο παιδιά σε ένα λεξικό και μάζεψαν στις τσέπες τους λέξεις ορφανεμένες από το Μ: πάντα, άρτιος, άτι». Τις αγκιστρώσανε σε κάτι σκόρπια μικρά ι,  ρίξανε  το Ο  κάτω να γίνει τρύπα στην αλφαβήτα και βάλθηκαν να ψαρεύουν.
-«Τσιμπάει!». Σηκώνουν τα ι με τις δολωμένες λέξεις και τι να δουν! Το πάντα έγινε μπάντα και γέμισε ο τόπος μουσικές. Ο άρτιος, Μάρτιος και μοσχοβόλισε ο αέρας ανοιξιάτικες μυρωδιές. Όσο για το περήφανο άτι, έγινε ένα μάτι να!
-«Βρήκαμε το χαμένο Μ!» χοροπηδούσαν τα δυο παιδιά  πολύ περήφανα και χαρούμενα. Είχαν χορτάσει πια και αναρρίχηση και περιπέτεια, για να μην πούμε πως ήταν σωτήρες της γλώσσας. Ώρα για ξεκούραση.

«Ε, τι είναι αυτό; Αριστοτέλη, βλέπεις ό,τι βλέπω;» ρωτάει η Ισμήνη.  Κάνει το αγόρι τα χέρια του τηλεσκόπιο και μετά από λίγο φωνάζουν μαζί ενθουσιασμένα.

-«Πάμε λοιπόν!»

Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010

Ήταν ένα μικρό χαρτάκι

Η πορτοκαλιά ψήλωσε, σκέπασε τη σκεπή, γεμίσαν τα ματοτσίναρα των περαστικών πορτοκαλανθούς. Το πρώτο δοντάκι του παιδιού που άλλαξε σκάλωσε στην τρύπια στέγη και έκλεισε το χάσμα, θέριεψε και έγινε κεραμίδι. Μια λέξη, μια λέξη ανεμίζει, ο ανεμοδείχτης με το καραβάκι στην κορφή, πάντα αυτήν φυσάει κατά τη ματιά μας. Μα ποια είναι, ρωτούν τα νυχτοπούλια, πιάστε με απαντά η λέξη, εγώ θα σε ψηλαφίσω απαντά ο γλάρος των μικρών απείρων, δική μου είναι τον χλευάζει η Αλίκη τεράστια μέσα στο σπίτι με τον ψηλό λαιμό κύκνου να βγαίνει από την καμινάδα. Κόβει μονάχη το κεφάλι της, δε χρειάστηκε η Ντάμα Κούπα, φυτρώνουν άλλα δέκα, μίσχοι λουλουδιών σε ανθοδοχείο με πορτοπαράθυρα και κουρτινάκια να ανεμίζουν στο φύσημα του γλάρου. Κι όμως εγώ την ξέρω την λέξη, σφυράνε τα λουλούδια με τον κυκνίσιο μίσχο, δέκα Αλίκες χαμογελούν ολάνθιστες και τερατώδεις, στεφανωμένες με άνθη πορτοκαλιάς. Μοσχοβολάει ο τόπος, τι μου θυμίζει, τι μου θυμίζει, μα είναι ανάγκη όλα να κουβαλούν πάνω τους θύμησες; Βαρέθηκα τα βαριά αρώματα της μνήμης, τις αλυσίδες θε να σπάσω, δεν είμαι η Αλίκη, είμαι ο κανείς, λευκό χαρτί που στροβιλίζεται στον αέρα. Ήταν ένα μικρό χαρτάκι, που ήταν α,α αταξίδευτο. Λεύτερο. Όσο και άδειο. Γντουπ, πέφτω κάτω, ούτε με τις βαριές μνήμες πετάς, ούτε με την αλαφράδα της αμνησίας. Ψήλωσε κι άλλο η πορτοκαλιά, το σπίτι σκαρφάλωσε πάνω της, μια λίμνη κάτωθε με νούφαρα τους πορτοκαλανθούς, έγια μόλα έγια λέσα, για πού τραβάς καραβάκι μου χάρτινο, για το χάρτινο φεγγάρι. Για τα χάρτινα ανθρωπάκια στη σειρά που βαστιούνται χέρι-χέρι, γιρλάντα στην τάξη του σχολείου, μ’αρέσουν τα παραμύθια τα χάρτινα, χάρτινη κι εγώ. Παίρνω μπογιές και χρωματίζω τα χάρτινα πανομοιότυπα ανθρωπάκια μου, άλλο κόκκινο, άλλο μπλέ, άλλο διάφανο, να περνώ από μέσα του να μη σταματώ σε κανένα τείχος από χρώμα. Μια λέξη σου, μια λέξη σου ανεμίζει ο ανεμοδείχτης, πάντα αυτήν σφυράνε οι αγέρηδες, μα δεν την ξέρω. Αν ψηλώσει κι άλλο η πορτοκαλιά, αν ξεπεράσει τα σύννεφα, θα την μάθω; Για μια λέξη σου μόνο, για αυτήν να ψηλώσω. Καίω στο τζάκι τα χάρτινα ανθρωπάκια, τρεμοπαίζουν νυχτολούλουδα από φωτιά, περιμένω μέχρι να σκαλίσω τις στάχτες, λάμψη καμιά, σκιά καμιά, τα πορτοκάλια άγουρα καταπράσινα, χάνονται ανάμεσα στα φύλλα, θα τα περιμένω να ωριμάσουν, να αστράψει το δέντρο πορτοκαλιές φλόγες, να τις γευτώ κατάσαρκα. Το σπίτι στρωμένο πορτοκαλανθούς παντού, δεν πρέπει να ψηλώσω, να γονατίσω μου πρέπει να τους μαζέψω στην ποδιά μου. Κοιτώ το καραβάκι του ανεμοδείχτη. Πορτοκαλανθούς φυσάει κατά τη ματιά μου. Πορτοκαλανθούς.

Σάββατο 28 Αυγούστου 2010

Στέλιος Πελασγός, Ο Αρχιτεμπέλαρος



O Στέλιος Πελασγός είναι παραμυθάς. Αναβιώνει την προφορική αφήγηση. Οι αφηγήσεις του απολαυστικές. Να και μία, Ο Αρχιτεμπέλαρος.

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010

Σε μαύρο κι άσπρο-η ξωθιά


Η φωτεινή ξωθιά περπατούσε ανάλαφρα και άφηνε στη θαλασσινή αύρα, τις φυλλωσιές των δέντρων, τα σύννεφα, τα τιτιβίσματα των πουλιών, τις πατημασιές της. Μικρού ποδιού, σαν παιδιού, που δεν έχει μάθει ακόμα δα να πατάει, μονάχα να πετάει. Το ριζικό της τό’φερε να συναπαντήσει άλλη ξωθιά, σκοτεινή πες καλύτερα μάγισσα, φθονερή. Πετάριζε μια, δυο τρεις τις βλεφαρίδες να σηκωθούν αγέρηδες δυνατοί, φύσαγε άλλες τόσες με τα μάτια κεραυνούς και αστροπελέκια, ώσπου τις έσβυνε τις πατημασιές της άλλης της ξωθιάς, της φωτερής. Αυτή συνέχιζε να αφήνει ίχνη στους αφρούς των κυμάτων και στο φως των αστεριών και στα σκοτάδια της σπηλιάς της. Μηδέ στο τραγούδι του αυγουστιάτικου τζίτζικα δεν ξέχασε να πατήσει, ούτε στα μεγάλα μάτια της κουκουβάγιας ή στο λίκνισμα του μοναχικού φυκιού μέσα σε θάλασσα αμμουδερή. Όσο της έσβυνε τα ίχνη η ξωθιά του σκοταδιού, τόσο αυτή πετούσε σε τόπους πιο μακρινούς και πλιο ερημικούς. Στις αφέγγαρες νυχτιές, στη ματιά του νιόβγαλτου και στο βλέμμα του ετοιμοθάνατου γερόντου, στο τελευταίο ποτήρι του κρασιού και στο νερό από το ρυάκι που θα πιει το άγριο ζώο ξεθεωμένο από τη δίψα στην κάψα του μεσημεριού. Όπου και να πήγαινε, μα σε χαρά μα σε λύπη μα σε γλέντι μα στο γέλιο των παιδιών, εκείνη, η άλλη, την έβρισκε, τις ξέκανε τις πατημασιές της, θαρρείς πως ποτέ δεν είχε περάσει από κει, θαρρείς πως δεν υπήρξε. Απόκαμε κάποτε η φωτεινή ξωθιά, ξεθώριασε η λάμψη της έτσι που έψαχνε ολημερίς και οληνυχτίς κρυψώνες να σώσει τα πατήματα που άφηνε ξοπίσω της, είπε να σταθεί, να πάρει μιαν ανάσα, να πάψει για λίγο το χορό.

Στάσου ξωθιά μου, στάσου να σε δω να σε χαρώ, ακούει να θροϊζει μια φωνή στα σγουρά μαλλιά της. Στάσου να σε προκάνω.

Σάστισε, ποιος τάχα να την είδε, ποιες πατημασιές ν’ακολούθησε. Πού με βρήκες παλικάρι ψιθύρισε η ματιά της. Σβυστά τα χνάρια μου, δεν είναι τρόπος να με βρεις.

Έννοια σου και δε σβυστήκανε τα πατήματα σου, τα μάτια σβυστήκανε των αλλονών, μα εγώ πήρα το φλοίσβισμα του κυμάτου και τη μυρωδιά του χειμωνιάτικου βασιλικού και τη ρίζα του κυκλάμινου στην πέτρα, πήρα και φωσάκι από τη σκοτεινιά του βλέμματος της δίδυμης αδελφής σου, της σκοτεινής ξωθιάς. Και τά’κανα ξόρκι δυνατό, τά’κανα μαντζούνι για τη ματιά μου. Νά’μαι , σε θωρώ.

Καλώς τους το λοιπόν και σένα και τη δίδυμη αδελφή μου. Είπε και τον άγγιξε με τα ακροδάχτυλα στα μάτια για να την βλέπει για πάντα. Είπε και έδωσε σκοτάδι από τη φωτεινή ματιά της στη δίδυμη αδερφή της, σάρξ εκ της σαρκός της, να τηνε ευχαριστήσει που υπήρχε.

Τρίτη 10 Αυγούστου 2010

Ο σαιξπηρικός Οθέλλος κατά Όστερμαγιερ

 Επίδαυρος, Οθέλλος

Ο ακέραιος ευθύς και έντιμος μα αφελής Οθέλλος, η γνωστική μα και τολμηρή Δεισδαιμόνα, ο κυνικά ιδιοτελής Ιάγος, και οι λοιποί ήρωες του σαιξπηρικού Οθέλλου βρίσκονται καθ’όλη τη διάρκεια της παράστασης στην Επίδαυρο επί σκηνής, ακόμα κι αν δεν είναι δρώντα πρόσωπα. Κάθονται ο καθένας στην καρέκλα του πλαισιώνοντας το γεγονός της εκάστοτε σκηνής που προωθεί το μύθο. Παρόντες πλην όμως τυφλοί για τα όσα συμβαίνουν μπροστά στα μάτια τους, κλεισμένος ο καθένας στο δικό του σύμπαν που ενίοτε αποτυπώνεται στη στάση του σώματός τους ή στις εκφράσεις του προσώπου τους. Μπροστά τους διαδραματίζονται τα πάντα, όλα όσα θα τους εμπλέξουν στην τραγωδία, τα γεγονότα αποκαλύπτονται μπροστά τους, αυτοί όμως δεν τα βλέπουν και όταν τα πληροφορούνται κατόπιν εορτής επικαλούνται την έκπληξη της άγνοιας. Δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο μπροστά τους για να ανακαλύψουν το νόημα, την αλήθεια. Αυτή είναι ορατή, ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια τους κάθε ώρα και στιγμή, αλλά αυτοί υψώνουν αόρατα τείχη και προσποιούνται ότι δεν βλέπουν. Βρίσκονται λοιπόν προ εκπλήξεως κάθε φορά που θεώνται ένα κομματάκι της πραγματικότητας, με άλλα λόγια η αλήθεια τους συλλαμβάνει ες αεί απόντες να δηλώνουν παρόντες κατόπιν εορτής όταν πια σύρονται από τα γεγονότα ως ουραγοί. Αυτή είναι άλλωστε και η ουσία του τραγικού. Η επίγνωση της άγνοιας ή μήπως καλύτερα άνοιας, που έρχεται πάντα στο τέλος να συντρίψει την αλαζονική γνώση.

 Για να τονιστεί αυτή ακριβώς η διάσταση του τραγικού του ανθρώπου, οι ήρωες περπατούν διαρκώς μέχρι τους αστραγάλους σε νερό. Αυτό τους στέλνει πίσω το είδωλό τους ή τους δείχνει τα είδωλα των προσώπων που συσχετίζονται, πάντα στρεβλωμένα από τη ρυτιδωμένη επιφάνεια του νερού. Κάθε κίνηση τους δική τους ή των άλλων ταράζει τα νερά και στρεβλώνει οποιοδήποτο είδωλο του εαυτού ή του άλλου. Ο καθένας τους δεν είχε παρά να σηκώσει το κεφάλι και να δει το πλέγμα των δράσεων σκέψεων συναισθημάτων που ολοφάνερα αποκαλύπτουν όλοι οι άλλοι μπροστά του. Αντί για αυτό κοιτάζουν τα θολά νερά. Όταν οι ήρωες και πρώτιστα ο Οθέλλος νομίζει ότι ανακαλύπτει επιτέλους την αλήθεια, τα νερά αποτραβιώνται. Νομίζει ότι πατάει σε στέρεο έδαφος πιο πολύ από κάθε άλλη φορά. Είναι ακριβώς η στιγμή που πιστεύει ολόψυχα τα λόγια του Ιάγου. Εκλαμβάνει το απόλυτο ψεύδος ως απόλυτη αλήθεια. Η πλάνη. Ο Ταρκόφσκι βάζει τον πλανημένο άνθρωπο να πετάει, τον έχοντα όμως σαφή επίγνωση της πραγματικής αλήθειας να περπατάει σκυφτός με λυγισμένα γόνατα από το βάρος της. Ο Οστερμάγιερ θέλει με ειρωνικό τρόπο τους σαιξπηρικούς του ήρωες να πατάνε σε στέρεο έδαφος όταν πλανώνται και να βαδίζουν στο υγρό και θολό στοιχείο όταν είναι λίγο πιο κοντά στην αλήθεια έστω την μισή και ασταθή. Όταν την αποκαλύπτουν στην πλήρη της διάσταση, πεθαίνουν. Είναι πολύ αργά πια. Δεν την κατακτούν παρά τη στιγμή του θανάτου τους και ταυτόχρονα του θανάτου των αγαπημένων τους.

Ο Οστερμάγιερ δίνει και μια άλλη διάσταση του τραγικού. Τη γελοιότητα του τελούντος εν αγνοία ανθρώπου. Όλη η παράσταση είναι διαποτισμένη με ένα έντονα κωμικό στοιχείο, διόλου παράταιρο και άτοπο. Ο τραγικός άνθρωπος είναι συνάμα και γελοίος, αφόρητα γελοίος. Τα πάντα είναι διάφανα και ορατά τριγύρω του αλλά αυτός με την περιορισμένη του οπτική δεν βλέπει παρά μόνον τον εαυτό του και αυτόν θολά και ατελώς στα τρεμάμενα νερά. Τους άλλους και τα πλέγματα των σκέψεων δράσεων και συναισθημάτων τους δεν τα βλέπει, παρόλο που είναι μπροστά του ολοφάνερα, αόρατοι τοίχοι τον κάνουν τυφλόν τά τ’ὥτα  τόν τε νοῦν  τ’ὄμματα. Κι όταν πια πέφτει εντελώς άοπλος μπροστά στα πυρά της δολιότητας του Ιάγου ή της αγάπης της Δεισδαιμόνας, όταν συντρίβεται, είναι τόσο τραγικός όσο και γελοίος, καραγκιόζης, μαριονέτα που καμωνόταν τον καμπόσο. Οι θεατές γελούσαμε με την καρδιά μας-αν και πικρά-σε πολλές στιγμές, αν και επρόκειτο για τραγωδία. Όμως η κατ’ εξοχήν κωμωδία είναι ακριβώς η τραγωδία του ανθρώπου, η παιδαριώδης ανικανότητα και φυγοπονία του να κοιτάξει λίγο δίπλα του, αυτά που τον οδηγούν στην αβυσσαλέα πτώση και να την ανακόψει-πράγμα αδύνατον όπως εξάλλου σαφώς κατέδειξαν ο Αισχύλος και  ο Σοφοκλής.

Από την άποψη αυτή, αυτή η διάχυτη κωμικότητα που παραγόταν από την ορατή σε εμάς τους παντογνώστες θεατές αλλά απολύτως αόρατη για τους ήρωες παιδική άγνοιά τους, θυμίζει το έργο του Pieter Bruegel, Children's Games. Ενήλικοι επιδίδονται με αυστηρή προσήλωση σε εκατοντάδες παιδικά παιγνίδια με ύφος περισπούδαστο. Την ίδια ακριβώς εντύπωση έδιναν στην παράσταση και οι ήρωες του Οθέλλου, καταδικασμένοι σε παιδική αφέλεια και άγνοια να παίζουν με αναπαραστάσεις της πραγματικότητας που τις θεωρούσαν πραγματικότητα. Ω γελοιότης!  Ο Οστερμάγιερ δεν άφησε στα σαιξπηρικά πρόσωπα ούτε καν το μεγαλείο του Οιδίποδα. Τους αφαίρεσε τη μοναδική δύναμη του αρχαιοελληνικού τραγικού ήρωα. Κανείς δεν τολμάει να γελάσει με τον Οιδίποδα, γελάσαμε όμως με αυτόν τον Οθέλλο. Γέλιο πικρό βεβαίως και καθαρτήριο, γιατί ξέρει ο θεατής ότι γελά για την εγγενή αδυναμία του ανθρώπου, την άβυσσό του. Για τον ίδιο του τον εαυτό.

Πολλά άλλα σημεία του έργου δόθηκαν με τρόπο ιδιαίτερο όσο και εύστοχο. Οι ήρωες με σύγχρονα ρούχα, έμοιαζαν καθ’όλα απλοί και καθημερινοί άνθρωποι, τα σκηνικά με στήλες από νέον και λιτές καρέκλες, η μουσική σύγχρονη. Αλλά το φόντο μιμείτο προβολή παλιάς ταινίας με την χιλιοπαιγμένη κόπια χαλασμένη με σκρατς, ως διαρκής υπόμνηση της διαχρονικότητας της ουσίας του μύθου. Ο Οθέλλος, ένας λευκός ηθοποιός, γινόταν μαύρος στην όψη, όταν ήταν βουτηγμένος στην άγνοια και την παραφορά και το συσκοτισμένου νου του μέσω της προβολής του αρνητικού του σε τεράστιες οθόνες εκατέρωθεν της σκηνής. Μαύρη και σκοτεινή είναι η ψυχή του, όχι απλά το δέρμα του.

Ο Ιάγος, ο αντεστραμμένος Οθέλλος,  ξεδιάντροπα αποκαλύπτει τη δική του ψυχή απευθυνόμενος στο συνένοχο κατ’αυτόν κοινό με έναν ύμνο στο εγώ και το... ηθικό δικαίωμά του να εκμεταλλεύεται τους πάντες για χάρη του. Κορυφαία η σκηνή με τον Ιάγο με μικρόφωνο στο χέρι ως σύγχρονος περφόμερ που εκτελεί το νούμερό του, να ζητά βοήθεια από τους θεατές στην εκπόνηση του σχεδίου του: Καμιά ιδέα; Γέλιο. Προσπαθεί να μας κάνει να συμμετέχουμε όπως στο παιδικό θέατρο. Απάντηση καμμιά. Επιμένει. Καμιά ιδέα; Αρχίζουμε να υποπτευόμαστε πως θέλει να μας πει πως σε τίποτα δε διαφέρουμε από αυτόν. Τα γέλια χαμηλώνουν. Επιμένει πιο απαιτητικά. Καμμιά ιδέα; Τα γέλια γίνονται απορημένα. Απόκριση καμμιά. Επιμένει με αγωνιώδες ουρλιαχτό. ΚΑΜΜΙΑ ΙΔΕΑ; Τα γέλια παύουν, τα μάτια των θεατών στενεύουν. Καταρέει. Εκείνη είναι η μόνη στιγμή που υψώνεται, που νιώθει βαθιά μέσα του τη μοναχική πορεία του εγώ. Και θρηνεί, απελπίζεται. Είναι αργά για να κάνει πίσω. Πάντα ήταν αργά. Σηκώνεται και συνεχίζει ήρεμος να χλευάζει ξεδιάντροπα τους Οθέλλους, τις Δεισδαιμόνες, τους πάντες. Σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Εξαιρετικές και οι σκηνές της αρχής και του τέλους με κοινό τους σημείο το κρεβάτι με τα λευκά άστρωτα σεντόνια να δεσπόζει στο κέντρο. Μια υποβλητική τελετουργία και στις δυο σκηνές λαμβάνει χώρα. Στην εναρκτήρια η τελετουργική ερωτική ένωση του Οθέλλου και της Δεισδαιμόνας. Αμίλητοι οι ηθοποιοί εν μέσω των καθήμενων γύρω τους προσώπων όλου του έργου, σηκώνονται. Πρώτος ο Οθέλλος γδύνεται, ένας συμβολικός τρόπος να δείξει το γδύσιμο της ψυχής του. Αποκαλύπτεται. Η Δεισδαιμόνα, η μόνη που το αντιλαμβάνεται, με ανάλογες αργές σχεδόν κατανυκτικές κινήσεις όσο και απλές βγάζει τα ρούχα της και αγκαλιάζει στο κρεβάτι τον Οθέλλο. Ο έρωτας. Γύρω από το ίδιο κρεβάτι βρίσκονται όλοι και στη σκηνή του τέλους. Δεν κάθονται πια. Στριφογυρνούν ταραγμένοι και ζοφεροί. Πάνω στο ίδιο αυτό κρεβάτι ο Οθέλλος σκοτώνει τη Δεισδαιμόνα. Ο θάνατος. Ο κύκλος έκλεισε. Κλείνει τελειωτικά με το θάνατο των παγιδευμένων στα δίχτυα της άγνοιας, όλων. Του Ανθρώπου που λυγίζει από την αποκάλυψη της αλήθειας. Μόνον ο Ιάγος δεν πεθαίνει επί σκηνής. Αλλά αυτή τη φορά δε ζητά τη συμμετοχή μας. Το ξέρει ότι εδώ συμμετέχουμε. Ακούσια στην τραγική μοίρα του ανθρώπου.

Παρασκευή 23 Ιουλίου 2010

Παράθυρο στο Χάος

Egon Schiele, Convertion, 1912

«Διανύουμε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας στην επιφάνεια αιχμάλωτοι επίσης των φροντίδων, των ασήμαντων ασχολιών, της διασκέδασης. Γνωρίζουμε όμως, ή πρέπει να γνωρίζουμε, ότι ζούμε στο χείλος μιας διπλής Αβύσσου ή Χάους ή απύθμενου Βαράθρου. Η Άβυσσος που είμαστε, που είμαστε εμείς οι ίδιοι, εντός του ίδιου του εαυτού μας και για τον εαυτό μας. Η Άβυσσος πίσω από τα εύθραστα φαινόμενα, το αποσαρθρωμένο κάλυμμα του οργανωμένου κόσμου και ακόμα και του κόσμου που υποτίθεται πως ερμηνεύει η επιστήμη. Άβυσσος το ίδιο μας το σώμα, μόλις απορρυθμιστεί έστω και ελάχιστα –αλλά και κατά τον υπόλοιπο χρόνο, άλλωστε, αλλά δεν το σκεφτόμαστε διόλου, το ασυνείδητο και οι σκοτεινοί μας πόθοι, το βλέμμα του άλλου, η ηδονή, επίμονα διαπεραστική και πάντοτε φευγαλέα, ο θάνατος, ο χρόνος, για τον οποίο ύστερα από εικοσιπέντε αιώνες φιλοσοφικής σκέψης, δεν είμαστε ακόμη σε θέση να πούμε κάτι. Ο χώρος επίσης, αυτή η ακατανόητη αναγκαιότητα για καθετί που υπάρχει να οριοθετηθεί μέσα σε ένα εδώ ή αλλού. Γενικότερα η αέναη δημιουργία/καταστροφή που είναι το ίδιο το είναι, δημιουργία/καταστροφή όχι μόνο των επιμέρους πραγμάτων, αλλά και των ίδιων των μορφών και των νόμων που διέπουν τα πράγματα. Άβυσσος τελικά το μη νόημα που βρίσκεται πίσω από κάθε νόημα, η ερείπωση των σημασιών με τις οποίες θέλουμε να ντύσουμε το είναι, όπως και η αδιάλειπτη ανάδυσή τους.
[...] Ο συγγραφέας σε έναν ορισμένο τύπο κοινωνίας, στον τύπο ακριβώς όπου η δημοκρατία αρχίζει να βλαστάνει-καθώς και ένας καλλιτέχνης γενικώς ή (αλλά με διαφορετικό τρόπο) ένας στοχαστής ή ένας φιλόσοφος-, αρνείται την απόκρυψη της Αβύσσου. Όταν ξεκινά έναν διάλογο με τον κόσμο και με τους άλλους [...] δεν είναι για να μετριάσει, να κρύψει, να παρηγορήσει ή να διδάξει, αλλά για να αποκαλύψει, για να σκίσει τα καλύμματα της θεσμισμένης και κατεστημένης ύπαρξής μας, για να φέρει στο φως το Χάος. Παραδόξως το κατορθώνει δίνοντας στο Χάος μια μορφή διαφορετική από αυτήν που, θεσμικά, το συγκαλύπτει, μια μορφή που πραγματοποιεί το θαυμαστό αυτό επίτευγμα να παρουσιάζει δίχως να αποκρύπτει. Η καλλιτεχνική μορφή είναι, συγχρόνως, η μορφή του Χάους και η μορφή που αντικρίζει μπροστά της το Χάος. Είναι πέρασμα και άνοιγμα στην Άβυσσο. Αυτή ακριβώς η μορφοποίηση του Χάους αποτελεί την κάθαρσιν της τέχνης.»
Κορνήλιος Καστοριάδης, Παράθυρο στο Χάος, Ύψιλον, 2007

Τρίτη 15 Ιουνίου 2010

Η κούνια


Αιωρούμαι στην κούνια.
Εκείνη την παλιά στο εγκαταλελειμμένο πέτρινο σπιτικό πλάι σε περιοδικά και βιβλία εβδομήντα και βάλε ετών. Κάποτε λίκνιζε ένα μωρό. Ένα τρυφερό νανούρισμα ακούγεται. Το ξεκοιλιασμένο μπαούλο δίπλα με τα μισολυωμένα ρούχα κάποτε έκλεινε άρωμα από πράσινο σαπούνι και μωρουδίστικη φρεσκάδα.
Αιωρούμαι στην κούνια ή τραγουδάω το νανούρισμα;
Τα χρώματα στον τοίχο στρώματα. Άσπρο, κόκκινο, γαλάζιο. Διαλέγω το γαλάζιο. Διαλέγω το άσπρο. Διαλέγω το κόκκινο. Αιωρούμαι. Στις θέσεις των ανθρώπων, στα χρώματα, στις κούνιες. Κοιτώ ανάσκελα το ταβάνι, στέρεο τη μια, πιο κοντά πιο μακριά την άλλη. Κάποιο πόδι λικνίζει την κούνια. Το πόδι μου την λικνίζει. Τώρα δε βλέπω το ταβάνι. Βλέπω τη νέα ζωή στο λίκνο. Κύκλοι αέναοι και η θέση να αιωρείται από το ένα στο άλλο.
Από το ένα στο άλλο.

Δευτέρα 14 Ιουνίου 2010

Σήμερα άρχισα να διαβάζω τα παραμύθια μου στα παιδιά μου

Σήμερα άρχισα να διαβάζω τα παραμύθια μου στα παιδιά μου. Δεν τους είπα πως είναι δικά μου, ούτε πως τα έγραψα για κείνα όταν ήταν μωρά της αγκαλιάς. Ντράπηκα. Και φοβήθηκα πως μπορεί να μην τους αρέσουν ή να μην τα καταλάβουν κιόλας, έτσι μικρά που είναι.
Πρώτη φορά τα είδα τόσο προσηλωμένα. Δεν πήγαιναν με κανέναν τρόπο να κοιμηθούν. Απαιτούσαν να τελειώσει το παραμύθι, όσο μεγάλο κι αν ήταν. Τα μουτράκια τους αστράφτανε, παρόλο που νυστάζανε. Με συμπληρώνανε, προσθέτανε, ρωτούσανε, φαντάζονταν τη συνέχεια, συνδέανε φράσεις με πίνακες, με στίχους, σηκώνονταν να μιμηθούν τους ήρωες, άνοιγαν διάπλατα τα ματάκια τους.
Έπαψα να φοβάμαι να τους τα διαβάσω.
Θα μάθουν άραγε ποτέ πως με την αθωότητά τους με έκαναν να πιστέψω πως αυτά τα παραμύθια πράγματι ισχύουν και για μένα, πράγματι τα αγαπώ, κι όχι μονάχη, μα μαζί τους;
Αν η ευτυχία έχει χρώμα, τότε είναι κόκκινη σαν τα αναψοκοκκινισμένα μαγουλάκια τους, όταν με ακούγανε.
Αν έχει βλέμμα, τότε έχει το βλέμμα μου την ώρα που έβλεπα να τα συνεπαίρνουν τα παραμύθια μου.
Αν έχει ήχο, τότε ευτυχία είναι οι σιωπές τους όταν βαθειά μέσα τους ένιωθαν κάποιο νόημα του παραμυθιού.
Αν η αλήθεια έχει όνομα, τότε λέγεται παραμύθι. Το παραμύθι που δεχόμαστε να παίξουμε. Και παίζουμε.
Δεν τους είπα, ούτε στο τέλος πως είναι δικά μου τούτα τα παραμύθια. Γιατί είναι δικά τους. Τα κάνανε δικά τους.